1349/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42015/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2108/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1349/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 1349 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1349/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." (... ΛΤΔ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Θεοχάρη, που ανακάλεσε την από 10/7/2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις).
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42015/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2108/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/10/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 2108/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 9-1-2008 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ’ αριθμ. 42015/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 4-7-2006 αγωγή του τελευταίου και μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1188/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, κατά ένα μέρος, η υπ’ αριθμ. 1134/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί επί της ως άνω έφεσης.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 6 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν κατά παράβαση του νόμου, και ιδίως κατά παράβαση των διατάξεων περί επιδόσεως, ο διάδικος δικάστηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερήμην, όχι όμως και όταν δικάστηκε κατ’ αντιμωλίαν. Σε περίπτωση, όμως, που ο ισχυρισμός του διαδίκου περί απαράδεκτης παράστασης του αντιδίκου του απορριφθεί παρά το νόμο, θεμελιώνεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ’ αυτήν", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 581 § 1 ΚΠολΔ "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.
Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Κατά την έννοια του άρθρου 579 ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της απόφασης καταργείται, κατά την αυτή έκταση, και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση και ως εκ τούτου, οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ’ αυτήν, όταν ανάγονται σε διατάξεις, για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση δικαστήριο και αν ακόμη έγινε νόμιμη επίκληση αυτών, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1606/2007).
Περαιτέρω, συνέπεια των παραδοχών αυτών είναι, ότι οι προτάσεις, αν το δικαστήριο της παραπομπής είναι πρωτοβάθμιο, πρέπει να κατατεθούν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο (ΚΠολΔ 237 § 1, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν.4335/2015), ενώ αν το δικαστήριο της παραπομπής είναι δευτεροβάθμιο, κατατίθενται στην έδρα μέχρι την έναρξη της συζήτησης (ΚΠολΔ 524 § 1), εκτός από την περίπτωση της ερημοδικίας στον πρώτο βαθμό, οπότε οι προτάσεις πρέπει να κατατεθούν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο (ΑΠ 2150/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η δίκη στον πρώτο βαθμό είχε διεξαχθεί κατ’ αντιμωλίαν των νυν διαδίκων και συνεπώς, οι προτάσεις τους έπρεπε να κατατεθούν στο δικαστήριο της παραπομπής μέχρι την έναρξη της συζήτησης και όχι το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως ορθώς δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση, 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση, ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολομ.
ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1244 ΑΚ, στο ενέχυρο ανώνυμων τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις για το ενέχυρο κινητών, δηλαδή η σύσταση του δικαιώματος του ενεχύρου, η ενεχυρική σχέση, η εκποίηση και η απόσβεση του ενεχύρου ρυθμίζονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ περί ενεχύρου κινητών πραγμάτων, εκτός αν από ειδική διάταξη προκύπτει αντίθετη ρύθμιση.
Περαιτέρω, επί συστάσεως ενεχύρου σε μετοχές ανώνυμης εταιρίας, ανεξάρτητα αν είναι ανώνυμες ή ονομαστικές, αν η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου γίνεται "άνευ πληρωμής", είτε δια κεφαλαιοποιήσεως κερδών, κατά τη διάταξη 45 παρ. 2 κωδ. Ν 2190/1920 ή αποθεματικών (τακτικών έκτακτων ή αφανών), είτε δια αναπροσαρμογής των παγίων στοιχείων της εταιρίας και κεφαλαιοποιήσεως της υπεραξίας τους, με βάση τις σχετικές διατάξεις αναπτυξιακών νόμων, το δικαίωμα ενεχύρου στις μετοχές επεκτείνεται αυτοδικαίως και στις νέες μετοχές που θα εκδοθούν.
Η θεμελίωση της επεκτάσεως αυτής του ενεχύρου συνίσταται στο ότι η ονομαστική, αλλά και η εσωτερική αξία των νέων μετοχών αποτελεί εσωτερική αξία των παλαιών μετοχών, οι δε νέες μετοχές δεν αποτελούν καρπούς ή ωφελήματα των παλαιών μετοχών, με την έννοια των άρθρων 1220 και 1221 ΑΚ. Τούτο, διότι το ενέχυρο, ανεξάρτητα από τον νομοτεχνικό τρόπο της εκδόσεως των νέων μετοχών, καλύπτει έτσι και αλλιώς την εσωτερική αξία των παλαιών μετοχών σε όλη της την έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η εσωτερική αξία των νέων μετοχών.
Αντίθετα, σε περίπτωση που γίνεται πραγματική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, η επέκταση του ενεχύρου στις εκδιδόμενες μετοχές βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την άσκηση του δικαιώματος προτιμήσεως του άρθρου 13 παρ. 5 του Ν 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών", σύμφωνα με το οποίο, σε κάθε περίπτωση αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου, που δε γίνεται με εισφορά σε είδος ή εκδόσεως ομολογιών με δικαίωμα μετατροπής τους σε μετοχές, παρέχεται δικαίωμα προτιμήσεως σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο, υπέρ των κατά την έκδοση μετόχων, ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο υφιστάμενο μετοχικό κεφάλαιο.
Το ως άνω δικαίωμα προτιμήσεως ανήκει στα γενικά μετοχικά δικαιώματα, εκείνα που ανήκουν σε όλους τους μετόχους κατ’ αναλογία της συμμετοχής τους στο εταιρικό κεφάλαιο. Επί συστάσεως ενεχύρου σε μετοχές ανώνυμης εταιρίας το ως άνω δικαίωμα προτιμήσεως μπορεί να ασκηθεί μόνο από τον ενεχυράσαντα μέτοχο.
Στην περίπτωση δε ασκήσεως του δικαιώματος αυτού από τον τελευταίο, το ενέχυρο επεκτείνεται, εφόσον τούτο συμφωνήθηκε με την παλαιά ενεχυρική συμφωνία και στις νέες μετοχές που θα προέλθουν από την (πραγματική) αύξηση του κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας. Το ενέχυρο στις μετοχές αυτές, καθώς και σε εκείνες, οι οποίες προέρχονται από τη λογιστική αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας (στις οποίες αυτοδικαίως κατά τα άνω αυτό επεκτείνεται), αποκτάται, με βάση την παλαιά περί ενεχύρου συμφωνία από του χρονικού σημείου της παραδόσεως στο δανειστή των νέων μετοχών με ανάλογη, για την ταυτότητα του λόγου, εφαρμογή του άρθρου 1252 εδ.
β’ ΑΚ. Μέχρι την παράδοση των νέων μετοχών στον ενεχυρούχο δανειστή, αυτός έχει ενέχυρο απαίτησης "προς είσπραξή" τους, κατ’ άρθρο 1252 εδ. α’ ΑΚ και στη συνέχεια ενέχυρο πάνω (και) σ’ αυτές τις ίδιες μετοχές (ΑΠ 1188/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1040 ΑΚ, με τη μεταβίβαση του κινητού πράγματος στην κυριότητα εκείνου που το αποκτά, αποσβήνονται εμπράγματα δικαιώματα τρίτων που τυχόν υπάρχουν πάνω σ’ αυτό, εκτός αν εκείνος που αποκτά ήταν κακόπιστος ως προς το δικαίωμα του τρίτου κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο αποκτών είναι κακόπιστος, όταν κατά το χρόνο παράδοσης της νομής γνωρίζει ή από βαρειά αμέλεια αγνοεί το εμπράγματο δικαίωμα του τρίτου πάνω στο κινητό. Η βαρειά αμέλεια εκείνου κρίνεται σε κάθε περίπτωση από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση του αποκτώντος να συλλέξει κατά την κατάρτιση της σύμβασης τις αναγκαίες πληροφορίες για τη νομική σχέση που διέπει το υπό μεταβίβαση πράγμα (ΑΠ 1316/2010).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1209, 1211 και 1212 Α.Κ. προκύπτει, ότι για τη σύσταση συμβατικού ενεχύρου απαιτείται σύμβαση ενεχυράσεως μεταξύ του κυρίου του πράγματος και του δανειστή και παράδοση του πράγματος από τον πρώτο στο δεύτερο, ή σε τρίτο πρόσωπο, που θα υποδείξουν οι συμβαλλόμενοι. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1243 ΑΚ, απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται και με τη μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυραστή ή τον κύριο, ότι παραιτείται από το ενέχυρο, χωρίς να χρειάζεται και αποδοχή εκ μέρους τους, είναι δε η παραίτηση αυτή, η οποία αποτελεί εμπράγματη δικαιοπραξία, άτυπη και αμετάκλητη από τη στιγμή που θα περιέλθει σε εκείνον προς τον οποίον απευθύνεται (ΑΠ 1452/2007).
Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 151/2016).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το υπ’ αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Ε. Β., συστήθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." καί διακριτικό τίτλο "...", με έδρα τη …, διάρκεια έως την 31/12/2015 και σκοπό την ανέγερση οικοδομών επί ακινήτων κ.λ.π.
Το καταστατικό της εταιρείας καταχωρήθηκε νόμιμα στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών με αριθμ. ... και εγκρίθηκε με την Ε.Μ. .../09.10.1995 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 6142. 27.10.1995. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο αυτής ανερχόταν στο ποσό των 300.000.000 δραχμών (ή 880.411 ευρώ), διαιρούμενο σε 15.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 20.000 δραχμών (ή 58,69 ευρώ) η καθεμία, από το οποίο, ποσό 120.000.000 δραχμών κάλυψε ο από τους τέσσερις ιδρυτές αυτής, μετόχους, Μ., Ν., ο οποίος έλαβε 6.000 μετοχές.
Την 31/12/1998 το κεφάλαιο της εταιρείας αυξήθηκε κατά 24.000.000 δραχμές (ή 70.433 ευρώ) με αναπροσαρμογή της αξίας των παγίων αυτής. Εκδόθηκαν δε 1200 νέες, μετοχές και ο κάθε μέτοχος έλαβε μετοχές κατά το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρεία, ο δε ανωτέρω 480 νέες μετοχές. Τα έτη 1997 -1998, ο ενάγων, σε εκτέλεση σύμβασης δανείου που είχε συνάψει με τον παραπάνω Μ.
Ν., του κατέβαλε το ποσό των 60.000.000 δραχμών, προς εξυπηρέτηση προσωπικών και επαγγελματικών αναγκών του. Την 8/11/1999, δυνάμει ταυτοχρόνου ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπογράφηκε μεταξύ των δύο ανωτέρω, για την εξασφάλιση της άνω απαίτησης του ενάγοντος (την οποία με το ίδιο συμφωνητικό αναγνώρισε ο Μ. Ν. και υποσχέθηκε την εξόφληση της μόλις ζητηθεί), καταρτίστηκε σύμβαση ενεχύρου, με την οποία συστάθηκε υπέρ του ενάγοντος ενέχυρο επί 2000 μετοχών της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας, ονομαστικής αξίας 20.000 δραχμών καθεμιάς - και συνολικά 40.000.000 δραχμών, κυριότητας του Μ.
Ν., συγκεκριμένα δε επί των υπ’ αριθ. ... οι οποίες και παραδόθηκαν στον ενάγοντα. Με τους όρους 2, 3 και 4 της σύμβασης, συμφωνήθηκαν, μεταξύ των ανωτέρω, εκτός άλλων και τα εξής: α) ότι το ενέχυρο εκτείνεται αυτοδίκαια και σε όλες τις προσόδους και τους πολιτικούς καρπούς των μετοχών που ενεχυράζονται (μερίσματα κ.λπ.), σε κάθε νέο τίτλο που θα εκδοθεί σε αντικατάσταση των ανωτέρω, καθώς και σε κάθε μετοχή που θα προκύψει από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και θα αντιστοιχεί στις ενεχυραζόμενες σήμερα μετοχές και στα δικαιώματα προτίμησης του τελευταίου, β) ο δανειστής έχει το δικαίωμα να μετέχει στις συνεδριάσεις της Γ.Σ.
των μετόχων της εταιρείας (τακτικών ή εκτάκτων) και να ψηφίζει στα θέματα της ημερήσιας διάταξης..., γ) ο ενεχυράζων οφειλέτης αναγνωρίζει στο δανειστή το δικαίωμα να εκχωρεί όλες τις αξιώσεις σε τρίτους και να μεταβιβάζει σ’ αυτούς και τα δικαιώματά του από την παρούσα σύμβαση ενεχύρου, παραδίδοντας και τις ενεχυρασμένες μετοχές, οι οποίες θα εξασφαλίζουν πλέον τις αξιώσεις τρίτων.
Το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό με τη σύμβαση ενεχύρου την 14/12/1999 κοινοποιήθηκε στην άνω εταιρεία, όπως προκύπτει από την .../1999 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Μ. - Σ.. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, το μετοχικό κεφάλαιο αυτής αυξήθηκε σε 75.000.000 δραχμές ή 220.102,71 ευρώ με την καταβολή μετρητών από τους μετόχους, η πιστοποίηση καταβολής του οποίου έγινε, για το ποσό των 71.520.000 δραχμών, ή 209.890 ευρώ με το από 9/3/2000 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, για δε το υπόλοιπο, με το από 15/1/2001 πρακτικό αυτής.
Μετά την πραγματική αυτή αύξηση, εκδόθηκαν 3750 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας καθεμιάς 20.000 δραχμών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 13 και 13α του ν. 2190/1920 και άρθρο 7 του καταστατικού σύστασης της εταιρείας και κάθε μέτοχος έλαβε μετοχές ανάλογες με την καταβολή χρημάτων, ειδικότερα δε ο Μ. Ν., κατ’ ενάσκηση δικαιώματος προτίμησης, έλαβε, καταβάλλοντας σε μετρητά ανάλογο χρηματικό ποσό, 164 νέες μετοχές.
Ακολούθως, την 31/12/2002 με το με ίδια ημερομηνία πρακτικό της έκτακτης αυτόκλητης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της άνω εταιρείας, το από 399.000.000 δραχμές κεφάλαιο αυτής, μετατράπηκε σε ευρώ σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2842/2000 και αυξήθηκε η ονομαστική αξία της κάθε μετοχής. Ταυτόχρονα δε αυξήθηκε το μετοχικό κεφάλαιο κατά το ποσό των 2.079.788,07 δραχμών ή 6.103,56 ευρώ με καταβολή μετρητών από τους μετόχους κατά το ποσοστό της συμμετοχής τους σ’ αυτό με παράλληλη αύξηση της ονομαστικής αξίας της μετοχής κατά 104,25 δραχμές, έτσι ώστε από 20.000 δραχμές να ανέλθει σε 20.104,25 δραχμές, που μετατρεπόμενη σε ευρώ ανήλθε σε 59 ευρώ.
Με το ίδιο πρακτικό, αποφασίστηκε η περαιτέρω αύξηση του κεφαλαίου της εταιρείας με αναπροσαρμογή των παγίων περιουσιακών της στοιχείων και κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας τους, που εκτιμήθηκε στο ποσό των 309.904,62 ευρώ. Προκειμένου δε να στρογγυλοποιηθεί το άνω ποσό της υπεραξίας, αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το επιπλέον ποσό των 22,38 ευρώ το οποίο οι μέτοχοι ανέλαβαν να καλύψουν με την καταβολή μετρητών κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας.
Η πιστοποίηση της αύξησης του κεφαλαίου με την κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας των παγίων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, κατόπιν αναπροσαρμογής της αξίας τους επήλθε με το από 11/4/2003 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ανερχομένου πλέον του κεφαλαίου της σε 1.486.977, ευρώ και εκδόθηκαν 5.253 νέες μετοχές ονομαστικής αξίας 59 ευρώ καθεμιάς, από τις οποίες ο Μ.
Ν. (ενεχυράσας οφειλέτης) έλαβε 1750 νέες μετοχές, όπως όλα τα ανωτέρω, προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και συνομολογούνται από αυτούς. Μετά τις παραπάνω αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και την απόκτηση, από τον Ν. των ανωτέρω μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1244 ΑΚ και 13 παρ. 5 του ν. 2190/1920 "περί Ανωνύμων Εταιρειών" και όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη σε οικεία θέση της παρούσας, αλλά και σύμφωνα με την ειδικότερη πρόβλεψη της μεταξύ των ανωτέρω και του ενάγοντος συμφωνίας περί σύστασης ενεχύρου, το δικαίωμα ενεχύρου που παραχωρήθηκε στον τελευταίο, επεκτάθηκε (αυτοδικαίως) στις νέες αυτές μετοχές του ενεχυράσαντος) σε ποσοστό που αντιστοιχεί στις 2000 μετοχές επί των οποίων του είχε παραχωρηθεί ενέχυρο, απορριπτομένων των αντιθέτως υποστηριζομένων από την εναγόμενη.
Έτσι, ως προς τις 164 νέες μετοχές που ο Μ. Ν. έλαβε κατόπιν της από 21/1/2000 αύξησης (πραγματικής) του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολές μετρητών από τους μετόχους, το ενεχυρικό δικαίωμα του ενάγοντος επεκτάθηκε σε 51 μετοχές, ενώ ως προς τις 1750 νέες μετοχές που έλαβε από την αύξηση αυτή την 31/12/2002, η οποία επήλθε με αναπροσαρμογή της αξίας των παγίων περιουσιακών στοιχείων της προαναφερόμενης εταιρείας και κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας αυτών, ως και με καταβολή μετρητών από τους μετόχους ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής (κατά το ποσό των 22,38 €), όπως εκτέθηκε, το ενεχυρικό δικαίωμα του ενάγοντος επεκτάθηκε αυτοδικαίως σε 527 μετοχές.
Ενόψει δε των ανωτέρω το ενεχυρικό δικαίωμα του ενάγοντος, το οποίο συστάθηκε με την υπογραφή του παραπάνω από 8/11/1999 ιδιωτικού συμφωνητικού και την παράδοση σ’ αυτόν των 2000 παλαιών μετοχών, επεκτάθηκε σε σύνολο 578 νέων μετοχών του Μ. Ν.. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο τελευταίος με το από 15/5/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης απαίτησης ανάληψης ονομαστικών μετοχών μη εισηγμένων
στο χρηματιστήριο, μεταβίβασε στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία συνολικά 2.394 μετοχές της εταιρείας "Μ. Ν.Σ ... Α.Ε" αξίας 59 ευρώ καθεμιάς, τα σώματα των οποίων δεν είχαν ακόμη εκδοθεί. Μεταξύ των μετοχών που εκχωρήθηκαν ήταν και οι παραπάνω αναφερόμενες 578 μετοχές επί των οποίων, όπως αναφέρθηκε, είχε επεκταθεί το ενεχυρικό δικαίωμα του ενάγοντος και συνεπώς έπρεπε, να παραδοθούν σ’ αυτόν.
Επίσης ο Μ. Ν. τις 2000 μετοχές επί των οποίων είχε συσταθεί υπέρ του ενάγοντος την 8/11/1999 ενέχυρο, με το από 15/7/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπέγραψε με την εναγόμενη, τις μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στην τελευταία. Ακολούθως την 8/7/2004, με το ταυτόχρονο ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ της εταιρείας "Μ. ...
Α.Ε καί της εναγόμενης, σε συνδυασμό και με το από 7/1/2004 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης, παραδόθηκαν, στην εναγόμενη 3.958 νέες μετοχές της άνω εταιρείας σε αντικατάσταση των παλαιών και συγκεκριμένα οι υπ’ αριθμ. ..., που ενεγράφη και στο βιβλίο μετοχών της εταιρείας. Από τις ανωτέρω όμως μετοχές που σε αντικατάσταση των παλαιών παραδόθηκαν στην εναγόμενη, οι υπ’ αριθμ. ..., έπρεπε να παραδοθούν στον ενάγοντα, λόγω της αυτοδίκαιης ως άνω επέκτασης του προϋφιστάμενου ενεχύρου του.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι, επειδή με την από 13/9/2004 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της άνω εταιρείας αποφασίστηκε η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, κατά το ποσό των 239.428,50 ευρώ και η απόδοση του ποσού αυτού στους μετόχους της, κατά το λόγο της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο, ο ενάγων με την από 1/10/2004 εξώδικη δήλωση του, που επέδωσε στην εναγόμενη την 4/10/2004 (βλ.
την ...4.10.2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Μ.), ζήτησε να του καταβάλει το ποσό που αντιστοιχούσε στις 578 επίδικες νέες μετοχές που ανερχόταν σε 5.491 ευρώ. Την 3/11/2004 η εταιρεία "Μ. Ν.Σ - ... Α.Ε.", παρέδωσε στην εναγόμενη το ποσό των 32.123,22 ευρώ που αντιστοιχούσε στο δικαίωμά της επί της προαναφερόμενης μείωσης των 3.380 μετοχών της από το σύνολο 3.958 μετοχών, συντασσομένης προς τούτο σχετικής ταυτόχρονης, υπογεγραμμένης από αμφοτέρους απόδειξης παράδοσης - παραλαβής του άνω ποσού.
Στην απόδειξη αυτή ρητά μνημονεύεται ότι, δεν της παραδίδεται το ποσό των 5491 ευρώ, που αντιστοιχεί στο δικαίωμα επί της παραπάνω μείωσης των υπολοίπων 578 μετοχών κυριότητας της (εναγόμενης), λόγω της προκοινοποιηθείσας σ’ εκείνη άνω εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος μετόχου της, με την οποία ο τελευταίος επικαλείτο την ύπαρξη υπέρ αυτού ενεχύρου επ’ αυτών.
Μετά από αυτό, η εναγόμενη, με την επιδοθείσα στην άνω εταιρεία από 15/12/2004 εξώδικη δήλωση της, διαμαρτυρήθηκε, μεταξύ άλλων,
και για τη μη απόδοση σ’ αυτή του ποσού των 5791 ευρώ, που αντιστοιχούσε στη μείωση των επίδικων 578 μετοχών. Σε απάντηση, η εταιρεία "Μ. Ν.Σ ... Α.Ε.", με την από 22/12/2004 εξώδικη δήλωση της, που επέδωσε στην εναγόμενη την 30/12/2004 (σχ. επισημείωση επ’ αυτής του επιμελητή Η. Χ.), της δήλωνε ότι κατά το χρόνο παράδοσης σ’ αυτή, κατά τα ανωτέρω, των μετοχών που της μεταβιβάστηκαν, τα αρμόδια όργανα της είχαν ενημερωθεί σχετικά, με την ύπαρξη ενεχύρου επ’ αυτών.
Στο μεταξύ, την 24/11/2005, η προαναφερόμενη αναγνωρίζοντας την επέκταση του υπέρ του ενάγοντος συσταθέντος ενεχύρου επί των επίδικων 578 νέων μετοχών, κατέβαλε σ’ αυτόν το ποσό των 5.491 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις μετοχές αυτές από την προηγηθείσα μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, ενώ προς τούτο συντάχθηκε και η υπογεγραμμένη από τους ανωτέρω - ταυτόχρονη απόδειξη παράδοσης - παραλαβής του ποσού αυτού.
Από όλα τα παραπάνω είναι σαφές ότι, το δικαίωμα ενεχύρου που αρχικά συστάθηκε επί των 2000 μετοχών του οφειλέτη Μ. Ν., επεκτάθηκε για τους προεκτιθέμενους λόγους και επί των 578 νέων μετοχών που προήλθαν από την αύξηση (λογιστική και πραγματική) του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "Μ. Ν.Σ ... Α.Ε" και συγκεκριμένα επί των υπ’ αριθμ. ...
έως και ..., τις οποίες συνεπώς η εναγόμενη υποχρεούται να του παραδώσει σε ενέχυρο. Βέβαια η τελευταία ισχυρίζεται ότι με τη μεταβίβαση, κατά τα άνω, των ένδικων μετοχών σ’ αυτήν, αποσβέστηκε το επ’ αυτών εμπράγματο δικαίωμα του ενάγοντος καθόσον αυτή, τόσο κατά τον άνω χρόνο της εκχώρησης απαίτησης ανάληψης ονομαστικών μετοχών με το από 15/5/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, όσο και κατ’ αυτών της παράδοσης σ’ αυτήν με το από 8/7/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό των ένδικων μετοχών, σε αντικατάσταση των παλαιών (μετοχών), μεταξύ των οποίων ήταν και οι επίδικες, ήταν καλόπιστη, αφού από την έρευνα που διενέργησαν τα όργανα της διαπιστώθηκε η μη ύπαρξη επ’ αυτών εμπράγματων βαρών, γεγονός για το οποίο την διαβεβαίωσε και η προαναφερόμενη μεταβιβάσασα αυτές εταιρεία.
Πλην, από την συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων στην αρχή αυτής της παραγράφου αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του άνω ισχυρισμού. Αντίθετα και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν προέκυψε αν στο βιβλίο μετόχων της εταιρείας ενεγράφη η σύσταση ενεχύρου επί των επίδικων μετοχών υπέρ του ενάγοντος, για την οποία άλλωστε ουδεμία νομική υποχρέωση υφίσταται, αποδείχθηκε, ότι η εταιρεία "Μ.
Ν.Σ ... Α.Ε.", η οποία ήδη, από 14/12/1999 γνώριζε για τη σύσταση υπέρ του ενάγοντος ενεχύρου επί 2000 μετοχών της κυριότητας του Μ. Ν., λόγω του προκοινοποιηθέντος σ’ εκείνη, όπως εκτέθηκε σχετικού από 8/11/1999 μεταξύ των ανωτέρω, συνταχθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο της παράδοσης στην εναγόμενη την 8/7/2004 των μετοχών, είχε ενημερώσει τα αρμόδια όργανα της για την ύπαρξη ενεχύρου επί των επίδικων μετοχών.
Όπως δε ο μάρτυρας της εναγόμενης εξεταζόμενος κατέθεσε, αυτή έλαβε γνώση για την ύπαρξη του ενεχύρου από την παραπάνω εταιρεία.
Συνεπώς, εφόσον η εναγόμενη γνώριζε για την ύπαρξη του ενεχύρου επί των ένδικων μετοχών κατά το χρόνο που απέκτησε αυτές με την παράδοσή τους, τελούσε σε κακή πίστη και έτσι ουδόλως αποσβέστηκε το επ’ αυτών άνω εμπράγματο δικαίωμα του ενάγοντος. Ούτε όμως αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της παράδοσής τους σ’ αυτή των μετοχών, τα αρμόδια όργανα της προαναφερόμενης εταιρείας την είχαν διαβεβαιώσει ότι αυτές δεν είχαν κανένα πρόβλημα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτή (εναγόμενη).
Στην κρίση του αυτή ενισχύεται το Δικαστήριο και από το γεγονός ότι η εναγόμενη, αν και με την παραπάνω από 15/12/2004 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην εταιρεία "Μ.. Ν.Σ - ... Α.Ε.", διαμαρτυρόταν για τη μη καταβολή σ’ αυτή του ποσού των 5.791 ευρώ, που αναλογούσε στο δικαίωμα μείωσης των 578 μετοχών κυριότητάς της, λόγω της επικαλούμενης επ’ αυτών σύστασης ενέχυρου, δεν αναφέρεται σε καμία διαβεβαίωση από μέρους εκείνης περί μη ύπαρξης εμπράγματου βάρους επί των μετοχών αυτών.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ίδιας περί απόσβεσης του συσταθέντος υπέρ του ενάγοντας ενεχύρου, λόγω απόσβεσης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και σιωπηρής παραίτησής του από το ενεχυρικό του δικαίωμα επί των επίδικων μετοχών, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος για τους εξής λόγους: Στο από 15/7/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης και μεταβίβασης στην εναγόμενη των 2000 μετοχών, ρητά αναφέρεται ότι η συνολική ασφαλιζόμενη με τη συναφθείσα την 8/11/1999 σύμβαση ενεχύρου απαίτηση του ενάγοντος κατά του Μ.
Ν., ανέρχεται σε 60.000.000 δραχμές. Με τον όρο 6 του ίδιου συμφωνητικού ορίζεται ότι "Το τίμημα για την πώληση, εκχώρηση και μεταβίβαση των άνω μετοχών και δικαιωμάτων συμφωνείται στο συνολικό ποσό των σαράντα εκατομμυρίων (40.000.000) δραχμών ή εκατόν δέκα επτά χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα εννέα (117.389) ευρώ. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με την αξίωση απόδοσης χρηματικού, ποσού ύψους σαράντα εκατομμυρίων (40.000.000) δραχμών ή εκατόν δέκα επτά χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα εννέα (117.389) ευρώ και έτσι με το παρόν αποσβέννυται το ενέχυρο επί των μετοχών".
Από τη διατύπωση του άνω όρου σαφώς προκύπτει ότι, με τη μεταβίβαση στον ενάγοντα των 2000 μετοχών, η αξία των οποίων προσδιορίστηκε στο ποσό των 40.000.000 δραχμών ή 117.389 ευρώ, συμψηφίστηκε μέρος της πιο πάνω κατά του Μ. Ν. απαίτησης του ενάγοντος, ενώ παρέμεινε ανεξόφλητο το από 20.000.000 δραχμές μέρος αυτής και συνεπώς πρόκειται για μερική εξόφληση της άνω ασφαλιζόμενης απαίτησής του.
Έτσι με τη μνεία ότι με τη μεταβίβαση αυτή αποσβέννυται το ενέχυρο επί των μετοχών, είναι σαφές ότι νοείται το ενέχυρο επί των μετοχών που μεταβιβάστηκαν στον ενάγοντα με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό (2000 μετοχές), αφού είναι οι μόνες που αναφέρονται σ’ αυτό. Άλλωστε, ως προς αυτές, επήλθε απόσβεση του ενεχύρου από το νόμο, λόγω της ένωσης στο πρόσωπο του ενάγοντος της κυριότητας και του δικαιώματος του ενεχύρου (άρθρο 1243 παρ. 4 ΑΚ).
Όμως, κατά το χρόνο της γενόμενης με τον άνω τρόπο μεταβίβασης των 2000 μετοχών, είχαν ήδη, όπως έγινε δεκτό, συντελεσθεί όλες οι προαναφερόμενες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "Μ. Ν.Σ - ... Α.Ε." και συνεπώς, το ενεχυρικό δικαίωμα του ενάγοντος επί των άνω αρχικών μετοχών είχε ήδη επεκταθεί επί των επίδικων 578 νέων μετοχών που προέκυψαν από αυτές (αυξήσεις).
Το αυτοδικαίως επεκταθέν στις άνω μετοχές ενεχυρικό αυτό δικαίωμα του ενάγοντος, εναπόμεινε προς εξασφάλιση του υπολοίπου από 20.000.000 δραχμές μέρους της απαίτησης του έναντι του Μ. Ν.. Στη διατήρηση αυτού και όχι στην παραίτηση του από αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, συνηγορεί και το γεγονός ότι στο προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό οι παραπάνω συμβληθέντες σ’ αυτό, δεν προβαίνουν σε καμία ρητή πρόβλεψη περί απόσβεσης του ήδη επεκταθέντος ενεχύρου αυτού επί των επίδικων νέων μετοχών.
Άλλωστε, η ύπαρξη του επ’ αυτών επεκταθέντος, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, ενεχύρου ήταν η μόνη εξασφάλιση που παρείχετο στον ενάγοντα από τον οφειλέτη του Μ. Ν., αναφορικά με το πιο πάνω ανεξόφλητο μέρος της απαίτησης του και δεν θα ήταν λογικώς νοητό να προβεί σε παραίτηση από αυτό....". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού, κατά παραδοχή της από 9-1-2008 έφεσης του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή του τελευταίου.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, έκρινε δε, αναιρετικώς ανέλεγκτα, ότι το από 15-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης και μεταβίβασης των 2.000 μετοχών, ήταν σαφές και ως εκ τούτου, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού, δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διαπίστωση της αληθούς του εννοίας και επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους, κατά το σχετικό σκέλος τους, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1).
Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή της πληττόμενης απόφασης στηρίζουν σαφώς και επαρκώς οι παραδοχές του Εφετείου ότι: α) Στις 8/11/1999, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπογράφηκε μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του Μ. Ν., για την εξασφάλιση απαίτησης του πρώτου από σύμβαση δανείου ύψους 60.000.000 δραχμών, καταρτίστηκε σύμβαση ενεχύρου, με την οποία συστάθηκε υπέρ του αναιρεσιβλήτου ενέχυρο επί 2000 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", ονομαστικής αξίας 20.000 δραχμών καθεμιάς - και συνολικά 40.000.000 δραχμών, κυριότητας του Μ.
Ν., οι οποίες και παραδόθηκαν σ’ αυτόν (αναιρεσίβλητο), β) με τη σύμβαση αυτή, η οποία, στις 14/12/1999, κοινοποιήθηκε στην άνω εταιρεία, συμφωνήθηκε, μεταξύ των ανωτέρω, εκτός άλλων, ότι το ενέχυρο εκτείνεται αυτοδίκαια και σε όλες τις προσόδους και τους πολιτικούς καρπούς των μετοχών που ενεχυράζονται (μερίσματα κ.λπ.), σε κάθε νέο τίτλο που θα εκδοθεί σε αντικατάσταση των ανωτέρω, καθώς και σε κάθε μετοχή που θα προκύψει από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και θα αντιστοιχεί στις ενεχυραζόμενες σήμερα μετοχές και στα δικαιώματα προτίμησης του τελευταίου, γ) ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, το μετοχικό κεφάλαιο αυτής αυξήθηκε σε 75.000.000 δραχμές ή 220.102,71 ευρώ, με την καταβολή μετρητών από τους μετόχους, μετά δε την πραγματική αυτή αύξηση, εκδόθηκαν 3750 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 20.000 δραχμών η καθεμία και ο κάθε μέτοχος έλαβε μετοχές ανάλογες με τα χρήματα που κατέβαλε, ο δε Μ.
Ν., κατ’ ενάσκηση δικαιώματος προτίμησης, έλαβε, καταβάλλοντας σε μετρητά ανάλογο χρηματικό ποσό, 164 νέες μετοχές, δ) στις 31/12/2002 με το με ίδια ημερομηνία πρακτικό της έκτακτης αυτόκλητης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της άνω εταιρείας, αυξήθηκε το μετοχικό κεφάλαιο κατά το ποσό των 2.079.788,07 δραχμών ή 6.103,56 ευρώ με καταβολή μετρητών από τους μετόχους κατά το ποσοστό της συμμετοχής τους σ’ αυτό με παράλληλη αύξηση της ονομαστικής αξίας της μετοχής κατά 104,25 δραχμές, έτσι ώστε από 20.000 δραχμές να ανέλθει σε 20.104,25 δραχμές, που μετατρεπόμενη σε ευρώ ανήλθε σε 59 ευρώ, ενώ με το ίδιο πρακτικό, αποφασίστηκε η περαιτέρω αύξηση του κεφαλαίου της εταιρείας με αναπροσαρμογή των παγίων περιουσιακών της στοιχείων και κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας τους, που εκτιμήθηκε στο ποσό των 309.904,62 ευρώ, ε) η πιστοποίηση της αύξησης του κεφαλαίου με την κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας των παγίων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, κατόπιν αναπροσαρμογής της αξίας τους, ολοκληρώθηκε με το από 11/4/2003 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ανερχομένου πλέον του κεφαλαίου της σε 1.486.977, ευρώ και εκδόθηκαν 5.253 νέες μετοχές ονομαστικής αξίας 59 ευρώ καθεμιάς, από τις οποίες ο Μ.
Ν. (ενεχυράσας οφειλέτης) έλαβε 1750 νέες μετοχές, στ) μετά τις παραπάνω αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και την απόκτηση, από τον τελευταίο των ανωτέρω μετοχών, σύμφωνα και με την ειδικότερη πρόβλεψη της συμφωνίας περί σύστασης ενεχύρου, το δικαίωμα ενεχύρου που παραχωρήθηκε στον αναιρεσίβλητο, επεκτάθηκε (αυτοδικαίως) στις νέες αυτές μετοχές του ενεχυράσαντος σε ποσοστό που αντιστοιχεί στις 2000 μετοχές επί των οποίων του είχε παραχωρηθεί ενέχυρο και έτσι, ως προς τις 164 νέες μετοχές που ο Μ.
Ν. έλαβε κατόπιν της από 21/1/2000 αύξησης (πραγματικής) του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολές μετρητών από τους μετόχους, το ενεχυρικό δικαίωμα του ενάγοντος επεκτάθηκε σε 51 μετοχές, ενώ ως προς τις 1750 νέες μετοχές που έλαβε από την αύξηση αυτή στις 31/12/2002, η οποία επήλθε με αναπροσαρμογή της αξίας των παγίων περιουσιακών στοιχείων της προαναφερόμενης εταιρείας και κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας αυτών, ως και με καταβολή μετρητών από τους μετόχους ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής, το ενεχυρικό δικαίωμα του ενάγοντος επεκτάθηκε αυτοδικαίως σε 527 μετοχές και συνολικά σε 578 νέες μετοχές του προαναφερομένου, ζ) ο Μ.
Ν., με το από 15/5/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης απαίτησης ανάληψης ονομαστικών μετοχών μη εισηγμένων
στο χρηματιστήριο, μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα συνολικά 2.394 μετοχές της εταιρείας "Μ. Ν.Σ ... Α.Ε." αξίας 59 ευρώ καθεμιάς, τα σώματα των οποίων δεν είχαν ακόμη εκδοθεί, μεταξύ δε αυτών που εκχωρήθηκαν ήταν και οι παραπάνω αναφερόμενες 578 μετοχές επί των οποίων, όπως αναφέρθηκε, είχε επεκταθεί το ενεχυρικό δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς έπρεπε, να παραδοθούν σ’ αυτόν, ενώ παράλληλα τις 2000 μετοχές επί των οποίων είχε συσταθεί κατά τα προεκτεθέντα ενέχυρο, με το από 15/7/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, τις μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στην αναιρεσείουσα, η) στις 8/7/2004, με ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας "Μ.
Ν.Σ ... Α.Ε. και της αναιρεσείουσας, σε συνδυασμό και με το από 7/1/2004 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης, παραδόθηκαν, στην τελευταία 3.958 νέες μετοχές της άνω εταιρείας σε αντικατάσταση των παλαιών και συγκεκριμένα οι υπ’ αριθμ. ..., που σημειώθηκε και στο βιβλίο μετοχών της εταιρείας, από τις οποίες όμως οι υπ’ αριθμ. ..., έπρεπε να παραδοθούν στον αναιρεσίβλητο, λόγω της αυτοδίκαιης ως άνω επέκτασης του προϋφιστάμενου ενεχύρου του, θ) με την από 13/9/2004 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της άνω εταιρείας αποφασίστηκε η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, κατά το ποσό των 239.428,50 ευρώ και η απόδοση του ποσού αυτού στους μετόχους της, κατά το λόγο της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο, ενώ ο ενάγων, με την από 1/10/2004 εξώδικη δήλωση του, που επέδωσε στην αναιρεσείουσα στις 4/10/2004, ζήτησε να του καταβάλει το ποσό που αντιστοιχούσε στις 578 επίδικες νέες μετοχές και το οποίο ανερχόταν σε 5.491 ευρώ, ι) στις 3/11/2004 η εταιρεία "Μ.
Ν.Σ - ... Α.Ε.", κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 32.123,22 ευρώ που αντιστοιχούσε στο δικαίωμά της επί της προαναφερόμενης μείωσης του μετοχικού της κεφαλαίου και που αντιστοιχούσε σε 3.380 μετοχές της από το σύνολο 3.958 μετοχών, ενώ στη συνταχθείσα σχετική απόδειξη ρητά μνημονεύεται ότι, δεν καταβάλλεται το ποσό των 5491 ευρώ, που αντιστοιχεί στις των υπόλοιπες 578 μετοχές κυριότητάς της (αναιρεσείουσας), λόγω της προκοινοποιηθείσας σ’ εκείνη εξώδικης δήλωσης του αναιρεσιβλήτου μετόχου της, με την οποία ο τελευταίος επικαλείτο την ύπαρξη υπέρ αυτού ενεχύρου επί των συγκεκριμένων μετοχών και ια) η εταιρεία "Μ.
Ν.Σ ... Α.Ε.", με την από 22/12/2004 εξώδικη δήλωση της, που επέδωσε στην αναιρεσείουσα στις 30/12/2004, της δήλωνε ότι κατά το χρόνο παράδοσης σ’ αυτήν, κατά τα ανωτέρω, των μετοχών που της μεταβιβάστηκαν, τα αρμόδια όργανα της είχαν ενημερωθεί σχετικά, με την ύπαρξη ενεχύρου επ’ αυτών. Κατά συνέπεια, οι δεύτερος και έκτος λόγοι αναίρεσης και κατά το μέρος που αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σημειώνεται εδώ, ότι με τους δεύτερο, τρίτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8, 11 και 14 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα πρακτικά της δίκης ή οι εισηγητικές εκθέσεις, που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις (ΑΠ 1412/2010). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός άλλων και η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της αναιρεσείουσας.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος, κατά το συγκεκριμένο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον τα περιέχοντα την επίμαχη ένορκη κατάθεση μάρτυρα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης είναι διαδικαστικό και όχι αποδεικτικό έγγραφο της παρούσας δίκης. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1204/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη το απόσπασμα βιβλίου μετόχων, το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και από το οποίο προέκυπτε ότι ουδεμία σημείωση υπήρχε για ενέχυρο επί των επιδίκων μετοχών.
Όμως, από τη ρητή διαβεβαίωση του εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι τη δικανική κρίση του σχημάτισε εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις και "από όλα τα νόμιμα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στο αιτιολογικό της οποίας μάλιστα γίνεται ειδικότερη μνεία του συγκεκριμένου εγγράφου (σελ. 33 της πληττόμενης απόφασης), προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο.
Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 5-10-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-10-2015 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "...", προς αναίρεση της 2108/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2017.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ