1349/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1349/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1349 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1349/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεώργια Ροδίτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1539, 1629/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2015 επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 652/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ’ ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ’ ετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του.
Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος.
Ενόψει των ανωτέρω, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξεως ή παραλείψεως, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψή του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας.
Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο, τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξεως.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, για να έχει η καταδικαστική για ανθρωποκτονία από αμέλεια απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει, πέραν των άλλων, να εκτίθεται σ’ αυτή με σαφήνεια:
α) ποίο από τα δύο είδη αμέλειας δέχθηκε το δικαστήριο ότι βαρύνει τον υπαίτιο (μη συνειδητή ή ενσυνείδητη) και β) να αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του υπαιτίου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Μεταξύ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ., και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.
Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως, ότι λήφθηκε (και αυτή) υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές (τις παραδοχές).
Επίσης η πραγματογνωμοσύνη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως, που καθιερώνεται από το άρθρ. 177 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους.
Ειδικότερα, εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερες πραγματογνωμοσύνες, αντίθετες κατά περιεχόμενο, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με την αποδοχή της μιας εκ των δύο ή εκ των πολλών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμά του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφήρμοσε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 1539, 1629/2014, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πλειοψηφία, ότι απεδείχθησαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Φ.
Ι. είναι ιατρός-χειρουργός, που υπηρετεί στη Β’ Χειρουργική Κλινική του "..." Νοσοκομείου Πειραιώς, της οποίας ήδη (από το έτος 2009) είναι Διευθυντής, ενώ έχει μεγάλη χειρουργική εμπειρία, αφού από το έτος 1980, ως ειδικευμένος χειρουργός, έχει εργασθεί αρχικώς στο Νοσοκομείο Κύμης Ευβοίας ως Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής, στη συνέχεια στην Α’ Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου και ήδη (από το έτος 1986) στο "..." Νοσοκομείο Πειραιώς.
Την 11-7-2007 και περί ώρα 07.30 η Σ. Κ., ηλικίας 34 ετών, εισήχθη στην κείμενη στον Πειραιά ιδιωτική κλινική "...", προκειμένου να υποβληθεί σε εγχείρηση διαμερισματοποίησης στομάχου (άλλως κάθετος γαστροπλαστική κατά MASON) προς αντιμετώπιση της παχυσαρκίας της, από τον κατηγορούμενο ιατρό-χειρουργό, σε συνεννόηση με αυτόν, ο οποίος συνεργάσθηκε με την ως άνω κλινική για τη διενέργεια της συγκεκριμένης επέμβασης, η οποία ανήκει στις "περιοριστικές επεμβάσεις" αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, δηλαδή στις επεμβάσεις που περιορίζουν την χωρητικότητα του στομάχου, αναπτύχθηκε δε και περιγράφηκε για πρώτη φορά το έτος 1982 από τον καθηγητή Ε.Ε.
Mason του Πανεπιστημίου της Iowa. Σημειώνεται ότι την προηγούμενη ημέρα (10-7-2007) η Σ. Κ. είχε μεταβεί στην κλινική αυτή και είχε υποβληθεί σε προεγχειρητικό έλεγχο (με γενική αίματος, βιοχημικές εξετάσεις, ΤΚΕ, έλεγχο πήξεως, γενική ούρων, ακτινογραφία θώρακος, ΗΚΓ και καρδιολογική εξέταση), από τον οποίο προέκυπτε ότι δύναται να χειρουργηθεί.
Ακολούθως και περί ώρα 12.00 της 11-7-2007 η Σ. Κ. εισήχθη στο χειρουργείο της ως άνω κλινικής όπου πράγματι υποβλήθηκε στην εν λόγω επέμβαση από τον κατηγορούμενο ιατρό και περί ώρα 13.30 της ιδίας ημέρας αυτή εξήλθε από το χειρουργείο και μεταφέρθηκε σε νοσηλευτικό θάλαμο της κλινικής, όπου παρέμεινε μέχρι ώρα 17.30 ευρισκόμενη σε συνεχή και επιδεινούμενη αδιαθεσία.
Μάλιστα περί ώρα 15.30 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την ως άνω ασθενή στο θάλαμο της και του τέθηκαν υπόψη από τους συγγενείς της τα συμπτώματα αδιαθεσίας της, όπως πόνος, δυσκολία στην αναπνοή, ψύχος, φωτοφοβία, πλην όμως αυτός τους καθησύχασε ότι πρόκειται για τα μετά την αναισθησία συνήθη μετεγχειρητικά συμπτώματα.
Όμως, περί ώρα 16.30 η αδιαθεσία της επιδεινώθηκε και μετά από ενέργειες του νοσηλευτικού προσωπικού, του εφημερεύοντος ιατρού και του ιατρού της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.), η ασθενής, ευρισκόμενη ακόμη στο θάλαμο νοσηλείας, διασωληνώθηκε με ενδοτραχειακό σωλήνα λόγω της βαρύτητας της κλινικής εικόνας της (απώλεια συνείδησης, άσφυγμος, κάθιδρος, χωρίς επαφή με το περιβάλλον και σε μυδρίαση άμφω) και, επίσης, υποβλήθηκε σε ηλεκτρική ανάταξη με απινιδωτή.
Ακολούθως και περί ώρα 17.30 η ασθενής διασωληνωμένη μεταφέρθηκε στην Μ.Ε.Θ. της ως άνω κλινικής με εκτίμηση για "ολιγαιμικό shock" (ενδοκοιλιακή αιμορραγία). Εκεί, αφού έγινε προσπάθεια υποστήριξης, παρέμεινε μέχρι ώρα 19.30, οπότε εισήχθη εκ νέου στο χειρουργείο και υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ιατρό, ο οποίος στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, κληθείς εσπευσμένα, είχε επιστρέψει στην κλινική, σε ερευνητική επέμβαση της κοιλίας για τον έλεγχο της αιμορραγίας, κατά την οποία (επέμβαση) έγινε σπληνεκτομή, ενώ περί ώρα 21.30 η ασθενής εξήλθε του χειρουργείου και μεταφέρθηκε εκ νέου στη Μ.Ε.Θ.
Όμως, λόγω της συνεχιζόμενης αιμορραγίας, αποφασίσθηκε να εισαχθεί πάλι (για τρίτη φορά) στο χειρουργείο, στο οποίο μεταφέρθηκε περί ώρα 03.00 της 12-7-2007, οπότε και διενεργήθηκε τρίτη επέμβαση προς διακρίβωση της αιμορραγίας, κατά την οποία (επέμβαση) έγινε "ταμπονάρισμα" (packing) με γάζες (κομπρέσες) που παραμένουν στην κοιλιά, ενώ περί ώρα 05.00 της 12-7-2007 η ασθενής εξήλθε του χειρουργείου και μεταφέρθηκε αρχικά στον αξονικό τομογράφο της κλινικής, όπου υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, και ακολούθως στη Μ.Ε.Θ.
της κλινικής. Τελικώς, περί ώρα 11.30 της 12-7-2007 η ασθενής διακομίσθηκε με ασθενοφόρο όχημα-μονάδα στην Μ.Ε.Θ. του ... Νοσοκομείου Πειραιώς, στην οποία και κατέληξε περί ώρα 18.30 της ιδίας ημέρας (12-7-2007), συνεπεία ενδοκοιλιακής αιμορραγίας μετά από χειρουργική επέμβαση διαμερισματοποίησης στομάχου, όπως τούτο προκύπτει τόσο από την υπ’ αριθμ. .../19-11-2007 "ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής" της Ιατροδικαστού Αθηνών, Σ.
Μ., η οποία διενήργησε νεκροτομία την 13-7-2007, όσο και από την υπ’ αριθμ. .../23-11-2007 "ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής μετά εκταφήν" του Προϊστάμενου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, Φ. Κ., ο οποίος διενήργησε νέα νεκροψία και νεκροτομία την 7-8-2007, μετά από εκταφή της σορού. Ειδικότερα, με βάση τα συμπεράσματα τόσο της από 22-2-2010 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Π.
Α., ιατρού-χειρουργού, όσο και της από 1-3-2010 έκθεσης ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ε. Ν., ειδικού ιατροδικαστή, οι οποίοι διορίσθηκαν ως πραγματογνώμονες από την 7η Πταισματοδίκη Πειραιώς στο πλαίσιο της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξέτασης, η Σ. Κ. απεβίωσε μετά από "ενδοκοιλιακή αιμορραγία που δεν έγινε άμεσα αντιληπτή, ολιγαιμικό shock - ανοξία, ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων, διαταραχή μηχανισμού πήξεως (διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη), αυτόματη αιμορραγία, κυκλοφορική καταπληξία".
Κατ’ αρχήν πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο κατά την ανωτέρω επέμβαση όσο και πριν από αυτήν, τηρήθηκαν από τον κατηγορούμενο οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης, σύμφωνα με τα ισχύοντα για το μέσο συνετό ιατρό, όπως τούτο αναφέρεται και από τους δύο ως άνω πραγματογνώμονες Ε. Ν. και Π. Α. με τις προαναφερόμενες εκθέσεις τους.
Οι ίδιοι πραγματογνώμονες συμφωνούν, επίσης, στο συμπέρασμα ότι μετά τη διαπίστωση της ενδοκοιλιακής αιμορραγίας εκ μέρους του κατηγορουμένου αλλά και του λοιπού εμπλακέντος ιατρικού προσωπικού, επιδείχθηκε από αυτούς η προσήκουσα επιμέλεια σύμφωνα με τους ιατρικούς κανόνες και, συνεπώς, καταβλήθηκε κάθε προσπάθεια για ανάταξη των πολλαπλών οργάνων της ασθενούς, πλην όμως "...
παρά τις προσπάθειες τους οι βλάβες δεν ήταν αναστρέψιμες, αφού η ασθενής είχε εισέλθει σε διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη" (βλ. στη σελίδα 7 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Ε. Ν.). Περαιτέρω, η ενδοκοιλιακή αιμορραγία, η οποία αποτέλεσε την αιτία θανάτου της Σ. Κ. κατά τα προεκτεθέντα, είναι μία επιπλοκή, που καταγράφεται στη Διεθνή Βάση Δεδομένων της Χειρουργικής Παχυσαρκίας σε ποσοστό 0,24 έως 1,4% (βλ.
τον περιλαμβανόμενο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού χειρουργού Π. Α., πίνακα που εμφανίζει τις μεγάλες -συχνά απειλητικές για τη ζωή - περιεγχειρητικές επιπλοκές της χειρουργικής της παχυσαρκίας - Πηγή: ISBR 2000-2001 Winter Pooled Report). H επιπλοκή αυτή καθ’ εαυτή, όπως ο πραγματογνώμονας Π. Α. αναφέρει στην ως άνω έκθεση του, "δεν συνιστά αμέλεια του μέσου συνετού ιατρού, αφού μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, και μάλιστα από αίτια που πολλές φορές δεν εξαρτώνται από τον ίδιο αλλά σχετίζονται με τον ασθενή (π.χ.
συμφύσεις)". Είναι προφανές, όμως, ότι ο θεράπων ιατρός οφείλει να λάβει όλα εκείνα τα μέτρα, προκειμένου να αντιληφθεί εγκαίρως την επελθούσα επιπλοκή και να την αντιμετωπίσει επιτυχώς.
Συνεπώς, αντικείμενο της προκειμένης δίκης είναι η διερεύνηση των ποινικών ευθυνών του κατηγορούμενου ιατρού αναφορικά με τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν παραλείψεις του, που έλαβαν χώρα μετά την έξοδο της Σ. Κ. από το χειρουργείο και οι οποίες, σύμφωνα με την αποδιδόμενη σ’ αυτόν κατηγορία, επέφεραν τον θάνατο της ανωτέρω ασθενούς εξαιτίας της έλλειψης της προσοχής, που όφειλε, ως μέσος συνετός ιατρός, κατά τις περιστάσεις και παράλληλα μπορούσε να καταβάλει.
Ειδικότερα, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον Πειραιά, στις 11-7-2007, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε από παράλειψη του το θάνατο ενός ανθρώπου, χωρίς να προβλέψει το αποτέλεσμα αυτό της αμελούς δράσης του και παρόλο που είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το αποτρέψει.
Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, όντας χειρουργός ιατρός, ο οποίος ανέλαβε να πραγματοποιήσει και πραγματοποίησε χειρουργική επέμβαση διαμερισματοποίησης στομάχου (άλλως κάθετης γαστροπλαστικής κατά ΜASON) στην Σ. Κ., η οποία έπασχε από νοσογόνο παχυσαρκία, κατά παράβαση του αντικειμενικώς επιβαλλόμενου καθήκοντος επιμέλειας και έχοντας την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ της ιδιότητος του ως θεράποντος ιατρού - χειρουργού, παρέλειψε, μετά την πραγματοποίηση της ως άνω επέμβασης στην κλινική "...", αφενός να τοποθετήσει καθετήρα κύστεως στην ως άνω ασθενή, αφετέρου να δώσει γραπτές ή έστω ρητές οδηγίες στο εφημερεύον νοσηλευτικό προσωπικό για ωριαία μέτρηση των ζωτικών σημείων αυτής (ήτοι αρτηριακή πίεση, σφίξεις, κορεσμός οξυγόνου, αναπνοές) και για ωριαία μέτρηση ούρων, δεδομένου ότι οι ανωτέρω μετρήσεις ήταν επιβεβλημένες κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αφού η ασθενής δεν έφερε ενδοκοιλιακή παροχέτευση και θα ήταν αδύνατο με άλλο τρόπο να διαπιστωθεί έγκαιρα κάποια εσωτερική αιμορραγία ή άλλου είδους επιπλοκή και, επιπλέον, το πρωτόκολλο της κλινικής όριζε ότι οι μετρήσεις αυτές γίνονται απογευματινές ώρες, εκτός αν άλλως υποδείξει ο θεράπων ιατρός, με αποτέλεσμα, λόγω των ως άνω παραλείψεων, αφενός να μην γίνει έγκαιρα αντιληπτή η επιπλοκή της εσωτερικής αιμορραγίας την οποία υπέστη η ασθενής και να γενικευτεί αυτή προκαλώντας ολιγαιμικό σοκ, ανοξία, γενικευμένη κατάρρευση πολλαπλών οργάνων (εγκέφαλος, νεφρά, ήπαρ), αφετέρου να προκληθεί μη αναστρέψιμη διαταραχή του μηχανισμού πήξεως του αίματος και τέλος κυκλοφορική καταπληξία που οδήγησε αιτιακά στο θάνατο αυτής, ο οποίος επήλθε την 12-7-2007.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η μη τοποθέτηση παροχέτευσης κοιλίας στην ασθενή από τον κατηγορούμενο ιατρό, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν έλλειψη προσοχής εκ μέρους του, ούτε, άλλωστε, καταλογίζεται α’ αυτόν, με την αποδιδόμενη κατηγορία, ως παράλειψη που επέφερε το θάνατο της ασθενούς του, γιατί, όπως αποδείχθηκε τόσο από τις καταθέσεις (στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου) των εξετασθέντων μαρτύρων ιατρών-χειρουργών Σ.
Κ. Ε. Λ. και Λ. Σ., όσο και από την ίδια την από 22-10-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού-χειρουργού Π. Α. (βλ. σελ. 31 της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης) αλλά και την κατάθεση του τελευταίου στο ακροατήριο, ο οποίος επιβεβαιώνει τις θέσεις του κατηγορουμένου αναφορικά με το θέμα της μη τοποθέτησης ενδοκοιλιακής παροχέτευσης, δηλαδή ότι η πλειοψηφία - έναντι ελαχίστων - των χειρουργών δεν τοποθετούν τέτοια παροχέτευση "...αφού οι τεχνολογικές επιτεύξεις (συρραπτικά μηχανήματα) ελαχιστοποίησαν αυτές τις επιπλοκές της βαριατρικής αυτής επεμβάσεως".
Όμως, με δεδομένη την απουσία αυτής της ενδοκοιλιακής παροχέτευσης, ήταν επιβεβλημένες εκ μέρους του κατηγορουμένου ιατρού τόσο η τοποθέτηση καθετήρα κύστεως στην ασθενή, όσο και η χορήγηση οδηγιών (γραπτών ή έστω ρητών) στο νοσηλευτικό προσωπικό της κλινικής για ωριαία μέτρηση ζωτικών σημείων της ασθενούς (όπως αρτηριακή πίεση, σφίξεις, κορεσμός οξυγόνου και αναπνοές) καθώς και για ωριαία μέτρηση ούρων, για την έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση της ενδοκοιλιακής αιμορραγίας προτού αυτή γίνει μαζική, αφού η ελάττωση της αρτηριακής πίεσης, σε συνδυασμό με τις αυξημένες σφύξεις, την μειωμένη διούρηση και την ταχύπνοια είναι ενδεικτικά απώλειας αίματος (ενδοκοιλική αιμορραγία), πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν προέβη, όπως όφειλε και μπορούσε, στις ενέργειες αυτές.
Αποτέλεσμα δε των ανωτέρω παραλείψεων του κατηγορουμένου ήταν αφενός να μην γίνει έγκαιρα αντιληπτή η επιπλοκή της ενδοκοιλιακής αιμορραγίας, την οποία υπέστη η Σ. Κ. και να γενικευθεί αυτή προκαλώντας ολιγαιμικό σοκ, ανοξία, γενικευμένη κατάρρευση πολλαπλών οργάνων (εγκέφαλος, νεφρά, ήπαρ), αφετέρου να προκληθεί μη αναστρέψιμη διαταραχή του μηχανισμού πήξεως του αίματος και τέλος κυκλοφοριακή καταπληξία που οδήγησε στο θάνατο της.
Ειδικότερα, η μη έγκαιρη διάγνωση της ενδοκοιλιακής αιμορραγίας είχε ως συνέπεια αυτή να μην αντιμετωπιστεί άμεσα και αποτελεσματικά "εν τη γενέσει της", όπως θα γινόταν αν είχε γίνει εγκαίρως αντιληπτή, οπότε η ασθενής θα είχε μεταφερθεί αμέσως στο χειρουργείο προς αποκατάσταση της αρχής αιμορραγίας με θετικά αποτελέσματα και έτσι δεν θα είχε καταλήξει εξαιτίας της διάχυτης ενδοαγγειακής αιμορραγίας κοιλίας.
Δηλαδή, η δεύτερη χειρουργική επέμβαση, που έγινε από τον κατηγορούμενο περί ώρα 19.30 της ιδίας ημέρας ήτοι έξι ώρες αφότου αυτή είχε μεταφερθεί στο θάλαμο νοσηλείας (περί ώρα 13.30), και υπήρχε ήδη διάχυτη ενδοκοιλιακή αιμορραγία, αν είχε γίνει αμέσως μόλις είχε τις πρώτες ανησυχητικές ενδείξεις των ζωτικών μετρήσεων, μετά από τακτικό έλεγχο αυτών ανά διάστημα μίας ώρας, θα είχε σίγουρα θετικά αποτελέσματα.
Οι ανωτέρω παραλείψεις του κατηγορουμένου καταγράφονται με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού - χειρουργού Π. Α., ο οποίος καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: "Κατά συνέπεια, το γεγονός της μαζικής ενδοκοιλιακής αιμορραγίας δεν έγινε εγκαίρως αντιληπτό ΟΧΙ από το γεγονός της μη ύπαρξης παροχέτευσης κοιλίας, αλλά από την απουσία καθετήρα κύστεως και της ελλείψεως συγκεκριμένων μετεγχειρητικών οδηγιών για τα ζωτικά σημεία", ενώ, ακόμη, επισημαίνει ότι κατά τον μεταγενέστερο χρόνο που ο κατηγορούμενος και οι λοιποί ιατροί επιχείρησαν την ανάταξη των πολλαπλών οργάνων "οι βλάβες φαίνεται ότι δεν ήσαν αναστρέψιμες, αφού η ασθενής είχε εισέλθει σε διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη" (βλ.
σελ. 33 της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης). Επίσης, ενισχυτικό στοιχείο της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι και το γεγονός ότι αυτός, ακόμη και όταν, περί ώρα 15.30, επισκέφθηκε την ως άνω ασθενή στο θάλαμο της και του τέθηκαν υπόψη από τους συγγενείς της τα συμπτώματα αδιαθεσίας της, όπως πόνος, δυσκολία στην αναπνοή, ψύχος, φωτοφοβία, ούτε τότε προέβη, όπως όφειλε και μπορούσε, στις ανωτέρω αναφερόμενες και επιβεβλημένες, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ενέργειες, δηλαδή στην άμεση τοποθέτηση καθετήρα κύστεως στην ασθενή και στη χορήγηση οδηγιών στο νοσηλευτικό προσωπικό της κλινικής για άμεση μέτρηση των ζωτικών σημείων της ασθενούς, αλλ’ αντιθέτως αυτός τους καθησύχασε ότι πρόκειται για τα μετά την αναισθησία συνήθη μετεγχειρητικά συμπτώματα.
Τέλος, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι η τρίτη αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο "παράλειψη" που επίσης, κατά την κατηγορία, επέφερε το θάνατο της ασθενούς, ότι δηλαδή παράλληλα με τις άλλες παραλείψεις του κατηγορουμένου, αυτός, παρόλο που προέβη σε αναγκαστική σπληνεκτομή λόγω αιμορραγίας, όργανο στο οποίο εγκλωβίζονται το 1/3 των αιμοπεταλίων, παρέλειψε να χορηγήσει στην ασθενή άμεσα επαρκή ποσότητα αιμοπεταλίων και άλλων παραγόντων πήξεως του αίματος, δεν ευρίσκει έρεισμα στα επιστημονικά δεδομένα και στους κανόνες της ιατρικής επιστήμης για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η τοποθέτηση του κατηγορουμένου στο σημείο αυτό, ο οποίος εκφράζει διαφορετική επιστημονική άποψη, ενισχύεται αβίαστα από την κατάθεση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου του ειδικού ιατρού (αιματολόγου) Λ. Δ., Διευθυντή της Υπηρεσίας Αιμοδοσίας του ... Νοσοκομείου, ο οποίος με σαφήνεια και επιστημονική τεκμηρίωση, διατυπώνει την άποψη ότι " ...στον σπλήνα δεν βάζουμε αιμοπετάλια ποτέ.
Ο σπλήνας έχει την τάση να τα κρατάει τα αιμοπετάλια...". Εξάλλου και ο πραγματογνώμονας Π. Α. σε σχετικό σημείο της ως άνω έκθεσής του παρατηρεί ότι "η χορήγηση των παραγόντων αυτών (δηλαδή μεταξύ αυτών και των αιμοπεταλίων) ενδεχομένως να έφερνε ομαλοποίηση του μηχανισμού πήξεως, ενδεχομένως όχι", ενώ, σε κάθε περίπτωση, επικαλείται ότι πλέον κατάλληλος για ειδικότερη απάντηση στο ζήτημα αυτό είναι ο κλινικός αιματολόγος.
Κατά συνέπεια, η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο "παράλειψη" να χορηγήσει στην ως άνω ασθενή άμεσα επαρκή ποσότητα αιμοπεταλίων και άλλων παραγόντων αίματος, δεν είναι συμβατή με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης και, επομένως, δεν μπορεί να καταλογισθεί σε βάρος αυτού ως "παράλειψη", δηλαδή ως έλλειψη οφειλόμενης προσοχής που επέφερε το θάνατο της ασθενούς του.
Κατόπιν αυτών, με βάση όλα τα ανωτέρω πραγματικά δεδομένα ο κατηγορούμενος έχει τελέσει και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, κατά πλειοψηφία, της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 περ.
α’ Π.Κ.), για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ως άνω, κατηγορούμενο, κατά πλειοψηφία, ΕΝΟΧΟ, του ότι: Στον Πειραιά, στις 11-7-2007, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε από παράλειψη του το θάνατο ενός ανθρώπου, χωρίς να προβλέψει το αποτέλεσμα αυτό της αμελούς δράσης του και παρόλο που είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το αποτρέψει.
Συγκεκριμένα, όντας χειρουργός ιατρός, ο οποίος ανέλαβε να πραγματοποιήσει χειρουργική επέμβαση διαμερισματοποίησης στομάχου (άλλως κάθετης γαστροπλαστικής κατά MASON) στην Σ. Κ., η οποία έπασχε από νοσογόνο παχυσαρκία, κατά παράβαση του αντικειμενικώς επιβαλλόμενου καθήκοντος επιμέλειας και έχοντας την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ της ιδιότητος του ως θεράποντος ιατρού - χειρουργού, παρέλειψε, μετά την πραγματοποίηση της ως άνω επέμβασης στην κλινική "...", αφενός να τοποθετήσει καθετήρα κύστεως στην ως άνω ασθενή, αφετέρου να δώσει γραπτές ή έστω ρητές οδηγίες, στο εφημερεύον νοσηλευτικό προσωπικό για ωριαία μέτρηση των ζωτικών σημείων αυτής (ήτοι αρτηριακή πίεση, σφίξεις, κορεσμός οξυγόνου, αναπνοές) και για ωριαία μέτρηση ούρων, δεδομένου ότι οι ανωτέρω μετρήσεις ήταν επιβεβλημένες κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αφού η ασθενής δεν έφερε ενδοκοιλιακή παροχέτευση και θα ήταν αδύνατο με άλλο τρόπο να διαπιστωθεί έγκαιρα κάποια εσωτερική αιμορραγία ή άλλου είδους επιπλοκή και επιπλέον το πρωτόκολλο της κλινικής όριζε ότι οι μετρήσεις αυτές γίνονται απογευματινές ώρες εκτός αν άλλως υποδείξει ο θεράπων ιατρός, με αποτέλεσμα, λόγω των ως άνω παραλείψεων, αφενός να μην γίνει έγκαιρα αντιληπτή η επιπλοκή της εσωτερικής αιμορραγίας την οποία υπέστη η ασθενής και να γενικευτεί αυτή προκαλώντας ολιγαιμικό σοκ, ανοξία, γενικευμένη κατάρρευση πολλαπλών οργάνων (εγκέφαλος, νεφρά, ήπαρ), αφετέρου να προκληθεί μη αναστρέψιμη διαταραχή του μηχανισμού πήξεως του αίματος και τέλος κυκλοφορική καταπληξία που οδήγησε αιτιακά στο θάνατο αυτής, που επήλθε την 12-7-2007".
Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία προκύπτει ότι το άνω δικαστήριο αξιολόγησε στο σύνολό τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδείξεων και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 Π.Κ., την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, όπως διαπιστώνεται από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνονται ο τρόπος και οι συνθήκες τελέσεως του άνω αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφού γίνεται επαρκής αναφορά των παραλείψεων, που θεμελιώνουν την αμέλεια του αναιρεσείοντος ιατρού για το θάνατο της παθούσας ασθενούς, με λεπτομερή προσδιορισμό της συμπεριφοράς του πρώτου και της πορείας της υγείας της δεύτερης καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα μετά την έξοδό της από το χειρουργείο.
Συγκεκριμένα παρατίθεται, ότι ο ήδη αναιρεσείων, ως έμπειρος ιατρός-χειρουργός και εντεύθεν υπόχρεος από την ιδιότητά του αυτή να λάβει τα επιστημονικώς ενδεδειγμένα μέτρα προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος, ενώ, κατά τις μεσημβρινές ώρες της 11-7-2007, χειρούργησε στην αναφερόμενη κλινική την παθούσα για διαμερισματοποίηση στομάχου (κάθετη γαστροπλαστική κατά MASON) προς αντιμετώπιση νοσογόνου παχυσαρκίας της, μετά τη μεταφορά της στο θάλαμο νοσηλείας και μάλιστα, παρά το ότι εκείνη εμφάνιζε επιδεινούμενη μετεγχειρητική αδιαθεσία (πόνο, δυσκολία στην αναπνοή, ψύχος και φωτοφοβία), για την οποία τον ενημέρωσαν οι συγγενείς της περί ώρα 15.30’ της ίδιας ημέρας κατά την επίσκεψή του στο θάλαμό της, θεώρησε τα συμπτώματα αυτά ως συνήθη μετά την πραγματοποιηθείσα αναισθησία και μετά την επέμβαση, παρέλειψε, αφενός μεν να τοποθετήσει καθετήρα κύστεως στην παθούσα, αφετέρου δε να δώσει γραπτές ή, έστω, προφορικές οδηγίες στο εφημερεύον νοσηλευτικό προσωπικό για ωριαία μέτρηση των ζωτικών σημείων αυτής (αρτηριακής πιέσεως, σφύξεων, κορεσμού οξυγόνου και αναπνοών), ως και για ωριαία μέτρηση των ούρων της, ήτοι μετρήσεις επιβεβλημένες κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ενόψει του ότι η ασθενής δεν έφερε ενδοκοιλιακή παροχέτευση, αφού θα ήταν αδύνατο να διαπιστωθεί εγκαίρως με άλλο τρόπο κάποια εσωτερική αιμορραγία, με αποτέλεσμα να μη γίνει αντιληπτή στον κατάλληλο χρόνο η επιπλοκή αυτή και, εξαιτίας της μη έγκαιρης αναγνωρίσεως και αντιμετωπίσεως της ενδοκοιλιακής αιμορραγίας, που εμφανίστηκε στην παθούσα, προτού γίνει μαζική, να γενικευθεί αυτή, προκαλώντας ολιγαιμικό σοκ, ανοξία, γενικευμένη κατάρρευση πολλαπλών οργάνων (εγκεφάλου, νεφρών, ήπατος), μη αναστρέψιμη διαταραχή του μηχανισμού πήξεως του αίματος και, τέλος, κυκλοφορική καταπληξία, που οδήγησε αιτιακά στο θάνατο της ασθενούς την επόμενη ημέρα.
Αυτά, μολονότι περί ώρα 16.30’ της προηγούμενης ημέρας, κατά την οποία είχε πραγματοποιηθεί η παραπάνω χειρουργική επέμβαση, εξαιτίας της αυξανόμενης επιδεινώσεως της υγείας της, η ασθενής διασωληνώθηκε κατόπιν ενεργειών του νοσηλευτικού προσωπικού, του εφημερεύοντος ιατρού της άνω κλινικής και του ιατρού της Μ.Ε.Θ., λόγω δε της βαρύτητας της κλινικής εικόνας της (με απώλεια συνειδήσεως, άσφυγμος, κάθιδρος, χωρίς επαφή με το περιβάλλον και με μυδρίαση άμφω) υποβλήθηκε σε ηλεκτρική ανάταξη με απινιδωτή και μεταφέρθηκε στη Μ.Ε.Θ.
της κλινικής αυτής, υποβληθείσα στη συνέχεια, διαδοχικά, από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα θεράποντα ιατρό της, (που κατά το ενδιάμεσο διάστημα, κληθείς εσπευσμένα, είχε επιστρέψει στην κλινική), σε δύο νέες χειρουργικές επεμβάσεις κοιλίας για τον έλεγχο της συνεχιζόμενης αιμορραγίας με πραγματοποίηση και σπληνεκτομής, διακομισθείσα, μάλιστα, ακολούθως, με ασθενοφόρο, στη Μ.Ε.Θ.
του ... Νοσοκομείου Πειραιώς, όπου και επήλθε ο θάνατός της, συνεπεία της προαναφερόμενης ενδοκοιλιακής αιμορραγίας. Ακόμη, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, εάν είχε γίνει έγκαιρη διάγνωση της αιμορραγίας αυτής και η εν λόγω επιπλοκή είχε αντιμετωπισθεί "εν τη γενέσει της" με την εμφάνιση των πρώτων ανησυχητικών ενδείξεων των ζωτικών μετρήσεων της ασθενούς μετά από τακτικό έλεγχο αυτών, που όμως δεν πραγματοποιήθηκε, η ασθενής θα είχε μεταφερθεί αμέσως στο χειρουργείο προς αποκατάσταση αυτής, οπότε τα αποτελέσματα θα ήταν σίγουρα θετικά και αυτή δεν θα είχε καταλήξει εξαιτίας της διάχυτης ενδοαγγειακής αιμορραγίας κοιλίας, που γενικεύθηκε λόγω της καθυστερημένης χειρουργικής της αντιμετωπίσεως.
Περαιτέρω, εκτός των ανωτέρω παραλείψεων του αναιρεσείοντος, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μορφή της υπαιτιότητάς του, που περιγράφεται ως μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη του αξιόποινου αποτελέσματος), καθώς και η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιδίου (αναιρεσείοντος) προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος, λόγω της ιδιότητάς του ως θεράποντος ιατρού-χειρουργού, η οποία θεμελιώνεται στο πλέγμα των νομικών καθηκόντων του να είχε ενεργήσει κατά τους άνω επιβαλλόμενους και κοινώς αναγνωρισμένους ιατρικούς κανόνες, ως εκ της εγγυητικής θέσεως αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξεως, καθώς και η μη συμμόρφωσή του προς τις επιταγές αυτές.
Τέλος, διαλαμβάνεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των πιο πάνω παραλείψεων του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο επελθών θάνατος θα αποφευγόταν, αν δεν είχαν λάβει χώρα οι παραλείψεις αυτές και ο αναιρεσείων είχε μεριμνήσει, ώστε να είχε διαπιστωθεί και αντιμετωπισθεί εγκαίρως χειρουργικά η προαναφερθείσα επιπλοκή της παθούσας.
Εξάλλου, από το περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι φανερό, ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτός των λοιπών αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο και επισημαινόμενες από τον αναιρεσείοντα δύο δικαστικές πραγματογνωμοσύνες, ήτοι την από 22-2-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού χειρουργού Π.
Α. και την από 1-3-2010 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διδάκτορα ιατροδικαστικής Ε. Ν., αφού αναφέρονται ειδικά στο σκεπτικό αυτής οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα αμφοτέρων, ως προς τα σημεία δε, στα οποία αντιτίθενται τα πορίσματά τους, αιτιολογείται επαρκώς η αποδοχή της πρώτης τούτων, ως πλέον τεκμηριωμένης επιστημονικά και ως παραθέτουσας αναλυτικά τις διεθνείς πρακτικές αντιμετωπίσεως τέτοιων επεμβάσεων, αναφέρονται δε και οι λόγοι αποδοχής της, ενόψει των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και εκτιμώνται ελευθέρως για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεως περί της ενοχής (ή αθωότητας) του κατηγορουμένου.
Κατ’ ακολουθία τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως (εκ πλαγίου παραβάσεως), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι, ως προς όλα τα σκέλη τους. Οι διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο λοιπές επί μέρους αιτιάσεις, ότι η εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, σύμφωνα με την άποψη του αναιρεσείοντος, οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, λόγο αναιρέσεως, δοθέντος ότι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει λεπτομερώς τα αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε σχετικά με κάθε παραδοχή του και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους ούτε εκ του ότι εξαίρονται ορισμένα συνάγεται ότι αποκλείστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά, εφόσον, από το όλο περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του αιτιολογικού της, χωρίς να χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία εκ τούτων αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τα δε σχετικά παράπονα, περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, συνιστώντα αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτα, αφού, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2015 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε αυθημερόν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) του Φ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1539, 1629/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Αυγούστου 2016 .
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ