Legislator Case Law & Legislation
1349/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding property title and unproven facts under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1349/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to prove certain facts and applied the law incorrectly, but the court found these grounds insufficiently detailed. The court ruled that the appeal grounds were too vague to be actionable and that the lower court had not decided on facts without evidence, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 556(1), 577(3), 559(10), 559(17) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the legal error or the unproven facts, rendering it indefinite and subject to automatic rejection.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure grounds for appeal property title unproven facts indefinite appeal legal error specification automatic rejection

Cited Legislation

AI generated
Articles 1033, 1192, 1198 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 118(4), 556(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1349 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1349/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ρ. Α.Ε. Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις", που εδρεύει στο Δήμο ..., νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ελευθέριο Περίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192, 1198 ΑΚ προκύπτει ότι η κυριότητα αποκτάται με παράγωγο τρόπο δηλαδή με σύμβαση, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί. Για τη μεταβίβαση με παράγωγο τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...1986 συμβολαίου μετατροπής επιχείρησης σε’ ανώνυμη εταιρεία της συμβολαιογράφου ..........., η ενάγουσα εταιρεία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, από τους ιδρυτές και μέλη της επιχείρησης "...

Ρ.", ήτοι τους Ν. Ρ., Ε. Ρ., Α. συζ. Α. Π. το γένος Κ. Ρ., Ε. Ρ., Γ. Ρ. και Μ. Ρ., οι οποίοι κατέστησαν μέτοχοι αυτής. Δυνάμει δε του άρθρου 41 το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας καλύφθηκε από εισφορές των μετόχων τόσο δια εισφοράς του ενεργητικού της μετατρεπόμενης επιχείρησης όσο και δια συμπληρωματικής σε χρήμα εισφοράς.

Εισφερόμενο σε είδος περιουσιακό στοιχείο, το οποίο απέκτησε η ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα με το προαναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα .........., αποτέλεσε ένα οικόπεδο, στη θέση "...", του Δήμου ..., συνολικού εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 318,30 τ.μ., το οποίο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα των προαναφερομένων μετόχων κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο από την κυρία αυτού μητέρα τους, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../26-4-1984 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ......., νόμιμα μετεγγραμμένου .........

Το εν λόγω ακίνητο εμφαίνεται στο από τον Απρίλιο του 1984 προσαρτημένο στο ως άνω συμβόλαιο γονικής παροχής τοπογραφικό διάγραμμα, της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ. Γ., υπό τα στοιχεία ..., συνορευόμενο βόρεια επί προσώπου ... μήκους 18,60 μ. εν μέρει με πάροδο ... και εν μέρει με δίοδο προς πλατεία ..., ανατολικά με τεθλασμένη πλευρά ΑΙ, ΙΘ, ΘΗ μήκους 13,60 μ., συν 6,20 μ., συν 6,20 μ.

με χώρο πρασίνου του Δήμου, δυτικά επί πλευράς ... μήκους 18,60 μ. με οικίες ιδιοκτησίας αγνώστων, και ήδη με την οικία του εναγομένου που αναφέρεται κατωτέρω, και νότια επί προσώπου ΑΒ μήκους 13,80 μ. με πάροδο .... Ο εναγόμενος δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../5-7-2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ......, νόμιμα μετεγγραμμένου ........, απέκτησε λόγω γονικής παροχής από τη μητέρα του την κυριότητα ενός όμορου ακινήτου με αυτό της ενάγουσας και δη ενός οικοπέδου εμβαδού 70 τ.μ.

κατά τον τίτλο κτήσης, με ερειπωμένη οικία, που συνορεύει, βόρεια και δυτικά με δημόσιες οδούς, νότια με οικία Ε. Π. και ανατολικά με οικόπεδο ιδιοκτησίας Α. Ρ., και ήδη της ενάγουσας, όπως, το ακίνητο, εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο από τον Οκτώβριο του 2001 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονος μηχανικού Β.

Α.. Κατά την κτηματογράφηση του Δήμου ... το μεν ακίνητο της ενάγουσας έλαβε αριθμό ... με εμβαδό 319 τ.μ., το δε του εναγομένου αριθμό ... με εμβαδό 75 τ.μ.. Εντούτοις, οι εγγραφές αυτές είναι εν μέρει εσφαλμένες, καθόσον τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας εμβαδού 9 τ.μ., περιλήφθηκε εσφαλμένως στο ακίνητο με ..., ενώ ανήκει στο ακίνητο της ενάγουσας και έπρεπε να περιληφθεί σε αυτό.

Ειδικότερα, το τμήμα αυτό αφορά σε ζαρντινιέρα με φυτά εντός της αυλής της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, η οποία κατασκευάστηκε περίπου το έτος 1988 με εντολή του Γ. Ρ. εκπροσώπου της ενάγουσας και από τότε χρησιμοποιείται από αυτήν. Η ζαρντινιέρα βρίσκεται μέσα στο ακίνητο της ενάγουσας, δίπλα στο όριο των ακινήτων των διαδίκων, που είναι ο ανατολικός τοίχος της οικίας του εναγομένου, που εφάπτεται με το ακίνητο της ενάγουσας.

Από την επισκόπηση και σύγκριση των τοπογραφικών διαγραμμάτων και των κατόψεων του ακινήτου του εναγομένου που συνέταξε ο αρχιτέκτονας μηχανικός Β. Α. κατά τα έτη 1997, 2001 και 2003 και του τοπογραφικού σκαριφήματος στην υπ’ αριθμ. ...2000 άδεια οικοδομής του εναγομένου, που εκδόθηκε από την Πολεοδομία Ρόδου, αποδεικνύεται ότι το σχήμα του ακινήτου αυτού και κυρίως το ανατολικό όριο αυτού σε σχέση με το όμορο ακίνητο της ενάγουσας απεικονίζεται ακριβώς το ίδιο τόσο στο τοπογραφικό διάγραμμα και την κάτοψη του έτους 1997, όσο και στην υπ’ αριθμ. ...2000 άδεια, ώστε όριο των ακινήτων των διαδίκων να καθίσταται ο ανατολικός τοίχος της οικίας του εναγομένου, με εμφανή την απεικόνιση του επίδικου τμήματος εμβαδού 9 τ.μ., που φαίνεται διαμορφωμένος ως ζαρντινιέρα, εκτός του ακινήτου του εναγομένου και εντός αυτού της ενάγουσας, ακριβώς δίπλα από τον ανατολικό τοίχο της οικίας του εναγομένου, με τον οποίο οριοθετείται το ακίνητο του, ενώ και στο από τον Οκτώβριο του 2001 προσαρτημένο στον τίτλο κτήσης του εναγομένου διάγραμμα το σχήμα του ακινήτου είναι όμοιο με τα ανωτέρω διαγράμματα.

Το επίδικο τμήμα εμφανώς εμπεριέχεται στο ακίνητο της ενάγουσας και στο από τον Απρίλιο του 1984 τοπογραφικό διάγραμμα της Μ. Γ.. Αντίθετα, στο τοπογραφικό διάγραμμα και την κάτοψη του έτους 2003 το ανατολικό όριο του ακινήτου του εναγομένου έχει μετατοπιστεί για πρώτη φορά εμφανώς προς ανατολάς, συμπεριλαμβάνοντας έτσι το επίδικο τμήμα και έχοντας μεταβάλλει το σχήμα του ακινήτου.

Η διαφοροποίηση είναι εμφανής στο σχήμα του ακινήτου, όσο και στο εμβαδόν αυτού, αφού στο νεότερο διάγραμμα του 2003 το ακίνητο του εναγομένου φέρει εμβαδά 87,87 τ.μ., χωρίς να δικαιολογείται από κανένα αποδεικτικό μέσο η διαφοροποίηση του σχήματος του ακινήτου και του εμβαδού, πολύ περισσότερο μάλιστα κι ενώ όλα τα ανωτέρω τοπογραφικά διαγράμματα και κατόψεις των ετών 1997, 2001 και 2003 έχει συντάξει ο ίδιος, αρχιτέκτονας μηχανικός.

Η κρίση του Δικαστηρίου δεν αντικρούεται από κανένα αποδεικτικό μέσο και δη από την κατάθεση του μάρτυρος του εναγομένου, ο οποίος κατέθεσε ότι η ζαρντινιέρα κτίστηκε από τους απρόσωπους της ενάγουσας, όπως και πράγματι συνέβη, με την άδεια όμως του εναγόμενου, γεγονός όμως που δεν είναι αληθές, ενώ όσα κατέθεσε σχετικά με το ότι το επίδικο ανήκει στον εναγόμενο, όπως ο τελευταίος του μετέφερε, είναι γενικά και αόριστα και δεν είναι ικανά να αντικρούσουν τα προαναφερόμενα διαγράμματα και τα συμβόλαια των διαδίκων, των οποίων ο μάρτυρας δεν έχει γνώση, και να θεμελιώσουν κυριότητα του εναγομένου επί του επιδίκου, ούτε αυτή μπορεί να αποδειχθεί εκ του μεμονωμένου περιστατικού καθαρισμού της ζαρντινιέρας τον Ιανουάριο του 2004, στον οποίο προέβη ο μάρτυρας.

Αντίθετα, η κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύεται από την από το Σεπτέμβριο του 2008 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Κ. Π., σύμφωνα με την οποία διαπιστώνεται ότι το επίδικο έχει ενσωματωθεί εσφαλμένως στο .... θα πρέπει, δε να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το ακίνητο της ενάγουσας εμφανιζόταν πάντοτε με εμβαδό 318,30 τ.μ., ενώ το ακίνητο του ιδίου στο υπ’ αριθμ. .../1976 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης της δικαιοπαρόχου του, φέρεται να έχει εμβαδό 90 τ.μ., δεν αποτελεί επαρκές κριτήριο για την αποδοχή του ισχυρισμού του ότι το επίδικο του ανήκει.

Τούτο δε ενόψει όλων των προαναφερομένων και κυρίως της αδικαιολόγητης διαφοροποίησης του σχήματος του ακινήτου του για πρώτη φορά με το διάγραμμα του 2003, σε σχέση με. τα προηγούμενα και δη με αυτό του τίτλου κτήσης του, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το επίδικο, ενώ αντίθετα αυτό περιλαμβάνεται στο διάγραμμα του τίτλου κτήσης της ενάγουσας, καθώς, επίσης, και ενόψει της υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης των ακινήτων των διαδίκων, σύμφωνα με την οποία το επίδικο βρίσκεται εντός της ιδιοκτησίας της ενάγουσας και χωρίζεται με τοίχο από την ιδιοκτησία του εναγομένου.

Σε κάθε δε περίπτωση, εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της σχετικότητας των εμβαδομετρήσεων του ακινήτου του εναγομένου, κατά τις οποίες αυτό φέρεται με εμβαδό 70 τ.μ., 75 τ.μ., 87,87 τ.μ. και 90 τ.μ., αυτές δεν αποτελούν καθοριστικό στοιχείο του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επιδίκου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενη ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με την οποία φέρεται το επίδικο ως ανήκον στον αναιρεσίβλητο, να αναγνωρισθεί η κυριότητά της στο ίδιο ακίνητο, δικαίωμα που απέκτησε παραγώγως αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και να διορθωθεί η ανακριβής αυτή εγγραφή και ακολούθως απέρριψε την έφεση του τελευταίου κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή της παράγωγο τρόπο, που θεμελιώνει την κυρία βάση αυτής δεχόμενο ειδικότερα ότι τούτο περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιήλθε στην κυριότητά της το 1986 με ειδική διαδοχή, ως εισφορά των μετόχων της, καταρτισθείσα με συμβολαιογραφικό έγγραφο και τη νόμιμη μεταγραφή του, οι οποίοι (μέτοχοι) είχαν αποκτήσει την κυριότητα αυτού παραγώγως με αιτία τη γονική παροχή από την προηγούμενη αληθή κυρία αυτού μητέρα τους, για την οποία συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομοτύπως και δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας του εναγομένου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία, μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις ίδιες διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο και τρίτο κατά ένα μέρος λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ και από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα παραγώγως είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους, κατά το υπόλοιπο μέρος, αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον κτητικό της κυριότητας αυτού τίτλο της ενάγουσας, καθώς και σε απλά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεών του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στον προαναφερόμενο τίτλο, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, ο δε προβλεπόμενος από τον αρ. 17 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και ο τρίτος λόγος από τον αρ. 10 του ίδιου άρθρου κατά τα οικεία μέρη, είναι αόριστοι, καθ’ όσον εκτός από την αριθμητική επίκληση των παραπάνω διατάξεων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση των αντιστοίχων αναιρετικών πλημμελειών. Ειδικότερα 1) σε σχέση με το δεύτερο λόγο δεν αναφέρονται ποιες είναι οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης και 2) σε σχέση με τον τρίτο λόγο δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη.

Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθ’ όσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην παραδοχή του αυτή δεν κατέληξε το Εφετείο χωρίς απόδειξη.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί δε η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-6-2014 αίτηση του Δ. Κ. του Μ. περί αναιρέσεως της 63/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ