1349/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1349/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 Α.Κ.
Full text
Απόφαση 1349 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1349/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. θυγ. Α. Μ. συζ. Π. Κ., 2, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αυγερινό.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Α. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Φουρναράκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6600/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 368/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-6-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγο του αναιρετηρίου και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το αναφερόμενο στο αναιρετήριο έγγραφο που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, αλλά πλήττει τη μη υποκείμενη σε αίτηση αναίρεσης απόφαση του πρωτοδικείου.
Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ. καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι' αυτόν.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 Α.Κ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, συνεπάγεται ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ.1 Α.Κ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου (Α.Π. 33/2010). Επομένως, στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία από αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον κατά τα άρθρα 68, 516 παρ.2 και 556 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης αποφάσεως και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διαπλάσεως έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, που συγκροτούν όμως τον ίδιο λόγο, ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 532 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (Α.Π. 326/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων κατά παραδοχή αγωγής του αναιρεσιβλήτου για τον από το άρθρο 1439 παρ.1 Α.Κ.
λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεώς τους που αφορούσε το πρόσωπο της αναιρεσείουσας και είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αντίθετη αγωγή της αναιρεσείουσας η οποία στηριζόταν στον ίδιο λόγο. Από δε τις παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη τη μία από τις αντίθετες αλλά ομόρροπες αγωγές των διαδίκων, ως έχουσες το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διαφέρουσες μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, για έλλειψη εννόμου αυτής συμφέροντος, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., πράγματι δε από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά και πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.
Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου κώδικα (Α.Π. 367/2011, Α.Π. 824/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 6.600/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και το σωρευμένο στην αγωγή διαζυγίου της αναιρεσείουσας αίτημα επιδίκασης σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της.
Η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2009 έφεσή της, όπως προκύπτει απ' αυτήν, παραπονέθηκε ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, εκατέρωθεν ομολογίες) και δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή της περιστατικά, που τέλεσε σε βάρος της ο εναγόμενος (απόπειρα βιασμού και επίθεση με ανθρωποκτόνο πρόθεση) και απέρριψε έτσι την αγωγή της, ζήτησε δε την παραδοχή της έφεσής της, την εξαφάνιση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου και την καθ' ολοκληρίαν παραδοχή της αγωγής της, δηλαδή και κατά το κονδύλιο της ηθικής βλάβης.
Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο ο λόγος της έφεσης περί εσφαλμένης από το Πρωτοδικείο εκτίμησης των αποδείξεων όσον αφορά το κονδύλιο της ηθικής βλάβης είναι κατά πάντα σαφής και ορισμένος, μη ούσης αναγκαίας περαιτέρω εξειδίκευσης των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τα περιστατικά της σε βάρος της ενάγουσας-εκκαλούσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου-εφεσιβλήτου.
Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η εκκαλούσα δεν προβάλλει ορισμένο λόγο έφεσης ως προς το περί χρηματικής της ικανοποίησης κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης και ειδικότερα "δεν διευκρινίζει τις πλημμέλειες της εκκαλουμένης αναφορικά με συγκεκριμένη σε βάρος της συμπεριφορά του εναγόμενου, που να δικαιολογεί τη σχετική αξίωσή της" και απέρριψε κατά τούτο την έφεση ως αόριστη, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο κατά τον βάσιμο τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 368/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο διατακτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου θα γίνει από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ