Supreme Court remands appeal for retrial due to lower court's failure to address specific evidence regarding property ownership claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial because the Court of Appeals failed to explicitly address specific documentary evidence submitted by the appellants. The appellants argued that the lower court ignored documents proving their temporary possession of the disputed property, which was crucial for establishing ownership through adverse possession. The court ruled that the appellate decision lacked sufficient reasoning regarding these facts, violating procedural requirements for a complete evaluation of the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A court decision is voidable if it fails to provide clear reasoning on specific facts necessary to apply substantive law, requiring remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1349 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1349/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. X1, 2. ... θυγ. X2, κατοίκου... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κρεμμύδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1Α συζ. Μ1, το γένος Ψ1, κατοίκου ... και 2. Ψ1Β συζ...., το γένος Ψ1 οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγή Καππάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-1987 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντα και του αρχικού διαδίκου X2 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/1988 πράξη, 17/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 430/2004 μη οριστική, 972/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-12-2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε της απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 974 και 1045 του Α.Κ. η κυριότητα ακινήτου αποκτάται κατά παράγωγο μεν τρόπο με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτοτύπως δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται νόμιμος τίτλος, μεταγραφή αυτού και νομή επί 10ετία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με έκτακτη δε χρησικτησία αρκεί νομή επί 20ετία με διάνοια κυρίου.
Άσκηση δε νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "....Το επίδικο αγροτεμάχιο έχει εμβαδόν 2400 τ.μ. περίπου, σχήμα ακανόνιστο και βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής ... της κτηματικής Περιφέρειας του Δήμου ...
Απεικονίζεται στο από .... τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ1 με τα κεφαλαία γράμματα ΑΒΒΓΔΕΦΧΨΨ'ΟΑ και συνορεύει βόρεια και ανατολικά με ιδιοκτησία εφεσίβλητων (πρώην Ι1, δικαιοπαρόχου αυτών), δυτικά με ιδιοκτησία Ι2 και νότια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ι3 (επί πλευράς ΓΔΕ) και εναγομένου Ψ1 και ήδη εκκαλουσών Ψ1Α και Ψ1Β, θυγατέρων του (επί πλευράς ΕΦ του ως άνω τοπογραφικού).
Τούτο (επίδικο), όπως περιγράφεται παραπάνω, είχε περιέλθει στον εναγόμενο Ψ1 από αγορά από την ... χήρα Κ1 με το νομίμως μεταγεγραμμένο την ... υπ' αριθ....συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Χαράλαμπου Τραυλού, στο οποίο συνέπραξε ως εκ τρίτου συμβληθείσα και η κόρη της ως άνω πωλήτριας Κ2. Στο πωλητήριο αυτό συμβόλαιο που δεν συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα, το επίδικο έχει αρίθμηση δύο (2) και περιγράφεται "ως τεμάχιο αγόνου και βραχώδους εκτάσεως με σχήμα τριγώνου και με εμβαδόν ως έγγιστα 2 στρεμμάτων ή όσων και αν είναι.
Στο ίδιο συμβόλαιο η περιγραφή των ορίων του επιδίκου είναι γενική, μη συμπίπτουσα απολύτως με αυτήν του ως άνω τοπογραφικού, εξ ού λόγου και υποστηρίζουν οι εφεσίβλητοι ενάγοντες ότι το ακίνητο που περιήλθε στον Ψ1 με το ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο δεν ταυτίζεται με το επίδικο (το οποίο θεωρούν ιδιοκτησία τους) αλλά με εκείνο που περιήλθε σ' αυτόν (Ψ1) ένα και πλέον χρόνο αργότερα με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθ,. ...πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νικολάου Μοντεσάντου και με αρίθμηση σ' αυτό δύο (2).
Ισχυρίζονται δηλαδή οι εφεσίβλητοι ενάγοντες, μεταφέροντας και υλοποιώντας τον ισχυρισμό τους αυτόν στο τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω αρχιτέκτονα μηχανικού Μ1, ότι το ακίνητο με αρίθμηση δύο (2) που περιήλθε στον Ψ1 τόσο με το υπ' αριθ. .... συμβόλαιο, όσο και με το υπ' αριθ.... συμβόλαιο είναι αυτό που στο ως άνω τοπογραφικό εκτείνεται νότια του επιδίκου, απεικονιζόμενο με κεφαλαία γράμματα ΕΖΗΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΡ'ΣΤΥΦΕ, συνορεύει δε, ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων Ι3 και σε πλευρά ΚΛ με ιδιοκτησία ... (πρώην..., τέως ...), βόρεια με το επίδικο, δυτικά με ιδιοκτησία Ι2 και νότια με ιδιοκτησία ... (πρώην κληρονόμων ...).
Για να τεκμηριώσουν δε περαιτέρω τον ως άνω ισχυρισμό τους οι εφεσίβλητοι επικαλούνται όχι μόνο τις περιεχόμενες στο υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δηλώσεις της πωλήτριας Κ2, αλλά και το γεγονός ότι στο συμβόλαιο αυτό (...) ως βόρειο όριο του μεταβιβαζόμενου στον Ψ1 ακινήτου (...) φέρεται η ιδιοκτησία της Ι1 (δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων), ενώ θα έπρεπε να αναφέρεται το επίδικο, αν αυτό είχε περιέλθει στον Ψ1 με το προγενέστερο υπ 'αριθ. ...
συμβόλαιο αγοράς του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Χαράλαμπου Τραυλού. Ο παραπάνω ισχυρισμός των εφεσίβλητων ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του δικού τους ακινήτου και όχι του Ψ1, ο οποίος με τα προαναφερθέντα συμβόλαια (...και ...) απέκτησε, όπως αυτοί υποστηρίζουν, ένα και το αυτό ακίνητο εκτάσεως 4 στρεμμάτων, εκτεινόμενο νότια του επιδίκου, είναι αβάσιμος και δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στα πράγματα, διότι κατ' αρχήν δεν είναι σύνηθες στη συναλλακτική πρακτική ο αγοραστής του ακινήτου να υπογράφει και να καταρτίζει για το ίδιο ακίνητο δύο χωριστά μεταβιβαστικά συμβόλαια, εκτός εάν λ.χ. 1) συντρέχει λόγος επαναδιατύπωσης ή διόρθωσης των ορίων του ακινήτου για την πληρότητα της ταυτότητάς του εξ αιτίας εμφιλοχωρήσαντος σφάλματος αβλεψίας ή αστοχίας και 2) στο πρώτο κατά χρονολογική σειρά μεταβιβαστικό συμβόλαιο δεν συνέπραξε ο αληθινός κύριος του ακινήτου ή ο συγκύριος αυτού, οπότε για την ελλείπουσα σύμπραξη είναι απαραίτητη από το νόμο η σύνταξη και δεύτερης συμβολαιογραφικής πράξης.
Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση κανένας από τους παραπάνω δύο λόγους δεν συνέτρεξε για τη σύνταξη του υπ' αριθ . ... συμβολαίου, με το οποίο ο Ψ1 αγόρασε άλλο ακίνητο συνεχόμενο του επιδίκου και νότια αυτού, παρά το γεγονός ότι στο συμβόλαιο αυτό, προφανώς εξ αστοχίας ή αβλεψίας, τέθηκε ως βόρειο όριο του ακινήτου η ιδιοκτησία της Ι1 (δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων) και όχι το επίδικο, για να υποδηλωθεί έτσι προδήλως το βόρειο όριο της συνολικής εκτάσεως που αγόρασε τμηματικά από την οικογένεια Κ1 ο Ψ1 στους συγκεκριμένους χρόνους ..., ...).
Ανεξάρτητα όμως και πέρα από αυτά το αβάσιμο του ως άνω ισχυρισμού των εφεσίβλητων, επιβεβαιώνει και η επισκόπηση του κτητικού τίτλου όχι μόνο του δικού τους, αλλά και της δικαιοπαρόχου των Ι1 ως προς τα όρια του ακινήτου που περιέχεται διαδοχικά σ' αυτούς και μάλιστα με χρονική διαφορά οκτώ (8) ετών περίπου, γεγονός που ελαχιστοποιεί την εκδοχή παρεισφρύσαντος λάθους ή αβλεψίας κατά τη σύνταξη και υπογραφή των συμβολαίων αυτών.
Το ακίνητο που περιήλθε στηνΙ1 την ...με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθ. ... συμβόλαιο μερικής διανομής του τότε συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ανδρέα Τραυλού-Τζανετάτου φέρεται να έχει έκταση εννέα (9) στρεμμάτων περίπου και να συνορεύει νότια, με ιδιοκτησίες Ψ1, τέως Κ1 και T2, τέως .... (ήδη I4 από το έτος 1982). Στο συμβόλαιο δεν αναφέρεται ως νότιο όριο του ακινήτου και η ιδιοκτησία κληρονόμων Ι3.
Αυτό όμως δεν έγινε εξ αβλεψίας ή παραλείψεως αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι, όταν έγινε το συμβόλαιο διανομής, δεν είχε ακόμη καταρτιστεί το υπ' αριθ ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νικολάου Μοντεσάντου και ως εκ τούτου στον Ψ1 δεν είχε περιέλθει μέχρι τότε άλλο ακίνητο εκτός από το επίδικο με βάση το υπ' αριθ....
συμβόλαιο αγοράς. Έτσι μόνο το επίδικο ως ιδιοκτησία Κ1μπορούσε να αποκλείσει από νότιο συνορίτη του ακινήτου της Ι1 την ιδιοκτησία κληρονόμων Ι3, το οποίο (επίδικο) και μόνο είχαν άλλωστε υπόψη τους τότε οι συμβληθέντες, όταν υπέγραφαν το διανεμητήριο συμβόλαιο. Αν το ακίνητο που περιήλθε στον Ψ1, ήταν, όπως υποστηρίζουν οι εφεσίβλητοι, μόνο το εκτεινόμενο νότια του επιδίκου τότε η ιδιοκτησία Ι1 θα είχε ως όριο προς νότον και την ιδιοκτησία κληρονόμων Ι3, την οποία οι συμβληθέντες στο διανεμητήριο συμβόλαιο δεν είχαν κανένα λόγο να αποσιωπήσουν και να μην αναγράφουν σ' αυτό.
Το ίδιο παρατηρείται και το έτος 1973 (24 Αυγούστου), όταν το ως άνω ακίνητό της η Ι1 μεταβιβάζει στους ενάγοντες X1 και, X2 με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου. Μάλιστα η μη αναγραφή στο συμβόλαιο αυτό και της ιδιοκτησίας κληρονόμων Ι3 αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι, ενώ οι συμβληθέντες σ' αυτό γνωρίζουν ότι ο Ψ1 έχει ήδη αγοράσει και τη συνεχόμενη προς νότον του επιδίκου έκταση, εν τούτοις δεν προβαίνουν σε επαναδιατύπωση ή διόρθωση του προς νότον ορίου του μεταβιβαζόμενου στους ενάγοντες ακινήτου, ώστε να συμπεριλάβουν στο συμβόλαιο και την προς νότον ιδιοκτησία του Ι3, πράγμα που οπωσδήποτε θα έκαναν, εάν πίστευαν ότι η ιδιοκτησία του Ψ1 εξαντλείτο μόνο στο ακίνητο νότια του επιδίκου.
Αβάσιμοι είναι περαιτέρω και οι άλλοι συναφείς με τον πρώτο ισχυρισμοί των εφεσίβλητων ότι, αν το επίδικο θεωρηθεί ως ιδιοκτησία του Ψ1 τότε 1) η δυτική πλευρά του ακινήτου τους που κατά το συμβόλαιο αυτών και της δικαιοπαρόχου των Ι1 έχει μήκος περίπου 100 μέτρων θα περιοριστεί στα 30 μέτρα περίπου, 2) η συνολική έκταση του ακινήτου τους από εννέα (9) στρέμματα που έχει με βάση το συμβόλαιο τους θα περιοριστεί σε λιγότερα από επτά (7) και 3) η δυτική πλευρά του ακινήτου του Ψ1 θα επεκταθεί βορειότερα σε βάρος της δικής τους ιδιοκτησίας και από 71 μέτρα μήκος που είχε αυτή θα αποκτήσει μήκος περίπου 130 μέτρων.
Η δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων Ι1 πριν υπογράψει με τους λοιπούς συγκυρίους του μείζονος υπό διανομή ακινήτου την ... το υπ' αριθ. .... συμβόλαιο μερικής διανομής, είχε ασκήσει κατά των συγκοινωνών την από 4 Αυγούστου 1965 αγωγή διανομής, ισχυριζόμενη ότι ήταν συγκυρία του ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και ότι το υπό διανομή ακίνητο είχε έκταση 10 βατσελίων ως έγγιστα, δηλαδή 12 στρέμματα περίπου.
Παρά ταύτα με το ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο φέρεται να λαμβάνει, εξερχόμενη της κοινωνίας, εννέα (9) στρέμματα περίπου και να απομένει αδιανέμητο ακίνητο εκτάσεως 14 στρεμμάτων περίπου, όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γεράσιμου Αυγερινού, με το οποίο οι λοιποί συγκύριοι (..., ..., ...) μεταβίβασαν τούτο (εναπομείναν αδιανέμητο ακίνητο) στον ... .
Δηλαδή με βάση τα εκτεθέντα η Ι1 με το συμβόλαιο της μερικής διανομής του έτους ...έλαβε, εξερχόμενη της κοινωνίας, ακίνητο πραγματικής εκτάσεως όχι μεγαλύτερης των επτά (7) στρεμμάτων. Άλλωστε ιδιαίτερος λόγος εύνοιας προς αυτήν, ώστε να λάβει με τη διανομή ακίνητο μεγαλύτερο του μεριδίου της δεν συνέτρεχε, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων είχε ασκήσει ενωρίτερα κατά των λοιπών συγκυρίων αγωγή διανομής, η οποία στη συνέχεια ματαιώθηκε λόγω της εξώδικης ρύθμισης.
Το έτος ...με δικαστική απόφαση παρασχέθηκε στην Ι1 και σε βάρος του ακινήτου του Ψ1 δίοδος πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων κατά μήκος της δυτικής του πλευράς. Επομένως ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων ότι στη δικαιοπάροχο τους παρασχέθηκε δίοδος σε μήκος 71 μέτρων που είναι και το μήκος της δυτικής πλευράς του ακινήτου του Ψ1 είναι αυθαίρετος, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επικαλούμενη ως άνω δικαστική απόφαση.
Δίοδος του συγκεκριμένου αυτού μήκους στη δυτική πλευρά του ακινήτου Ψ1 παρασχέθηκε μετά το έτος 1982 στο ακίνητο του I4 (πρώην T2) χωρίς ωστόσο να εξαντλείται στα μέτρα αυτά το μήκος της δυτικής πλευράς του ως άνω ακινήτου του Ψ1. Κατ' ακολουθίαν και με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, το δικαστήριο, συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, πραγματογνωμοσύνη και δικαστικά τεκμήρια), κρίνει ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους του εναγόμενου Ψ1 και ειδικότερα στο υπ' αριθ. ...συμβόλαιο αγοράς του τότε συμβολαιογράφου Αργοστολίου Χαράλαμπου Τραυλού και με αρίθμηση σ' αυτό (συμβόλαιο) 2 και όχι στους τίτλους των εναγόντων και της άμεσης δικαιοπαρόχου των Ι1 (...συμβόλαιο μερικής διανομής και ...
συμβόλαιο αγοράς), όπως εσφαλμένα δέχτηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Έχοντας ως τίτλο το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (...), το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί, όπως προαναφέρθηκε, την ..., ο εναγόμενος Ψ1 νέμεται έκτοτε το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, στηριζόμενη στον ως άνω νόμιμο τίτλο του, ενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και εμφανείς στους τρίτους διακατοχικές πράξεις εν γνώσει των εναγόντων X1 και X2 και χωρίς καμιά αυτών εναντίωση ή διαμαρτυρία συνεχώς μέχρι και το καλοκαίρι του έτους 1986, οπότε και αρχίζουν αυτοί (ενάγοντες) να προβάλουν δικαιώματα στο επίδικο, εγείροντας ένα χρόνο αργότερα κατά του ως άνω Ψ1 την ένδικη από 2.10.1987 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας.
Το επίδικο, το οποίο είναι ράχη βραχώδους και αγόνου λόφου, βρίσκεται ψηλότερα σε σχέση με την υπόλοιπη προς νότον ιδιοκτησία του εναγόμενου Ψ1, προσφέρεται δε λόγω της βλαστήσεώς του ως βοσκότοπος, προορισμό που είχε άλλωστε τούτο και στο παρελθόν προ του έτους ... . Σ' αυτό και στη συνεχόμενη προς βορράν ιδιοκτησία των εναγόντων η εικόνα της βλαστήσεώς είναι περίπου η αυτή με μικρή διαφορά στα όρια του επιδίκου όπου η βλάστηση είναι ελαφρώς αποψιλωμένη λόγω προφανώς και της χρήσεως αυτού (επιδίκου) ως βοσκοτόπου.
Από τον Οκτώβριο του έτους ... και μέχρι το καλοκαίρι του έτους 1986 ο Ψ1 παραχωρεί τακτικά το επίδικο ως βοσκότοπο στον κτηνοτρόφο της περιοχής Τ1 καθώς και στα παιδιά του, ενώ στα βραχώδη σημεία του έχει αναγράψει τα κεφαλαία αρχικά γράμματα του ονοματεπωνύμου του (ΕΜ ή ΒΜ), εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό σαφώς την πρόθεση του να το εξουσιάζει αποκλειστικά ως κύριος και νομέας, οσάκις δε παρίσταται ανάγκη, συντάσσει με τη βοήθεια τεχνικών και τοπογραφικά διαγράμματα της ιδιοκτησίας του, αποτυπώνοντας σ' αυτά και το επίδικο, όπως έπραξε τον Ιούνιο του έτους 1986, όταν ανέθεσε την εκπόνηση τοπογραφικού του μείζονος ακινήτου του στον αρχιτέκτονα μηχανικό Μ1.
Επομένως, αυτός, με βάση τα προεκτεθέντα, έγινε κύριος του επιδίκου όχι μόνο με τα προσόντα της τακτικής αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας, το δε Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε τα αντίθετα, αναγνωρίζοντας συγκυρίους του επιδίκου τους εφεσίβλητους, έσφαλε και πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανιστεί κατά παραδοχή της εφέσεως, στη συνέχεια δε να απορριφθεί η από 2.10.1987 αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη....".
Με τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών στο ουσιώδες ζήτημα της αποκτήσεως κυριότητας στο επίδικο από τις αναιρεσίβλητες, ως και τον δικαιοπάροχό τους - αρχικό εναγόμενο, τόσο με παράγωγο τρόπο δια της αγοράς με το νομίμως μεταγραφέν ...συμβόλαιο του σ/φου Αργοστολίου Χαραλάμπους Τραυλού, όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, σε σχέση, ιδίως, ως προς το ζήτημα εάν το επίδικο περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο των εναγομένων ή αντιθέτως αυτό περιλαμβάνεται στους επικαλουμένους από τους αναιρεσείοντες τίτλους κυριότητας, ήτοι το ...
συμβόλαιο μερικής διανομής του σ/φου Αργοστολίου Ανδρέα Τραυλού και το ...συμβόλαιο αγοράς του σ/φου Αθηνών Αλεξάνδρου Αλεξανδροπούλου, ως και προς το αν οι αναιρεσίβλητες, ως και ο δικαιoπάροχός τους, νεμήθηκαν το διεκδικούμενο ακίνητο με την άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής, δοθέντος ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι τελευταίοι νεμήθηκαν το επίδικο από του έτους ...
μέχρι του θέρους του έτους 1986, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τις ακριβείς διαστάσεις του τίτλου αυτού. Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τις διαστάσεις του διεκδικουμένου ακινήτου, ιδίως δε ως προς το ακριβές μήκος της δυτικής πλευράς του ακινήτου των εναγομένων και συνακόλουθα ως προς το εάν το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο των αναιρεσιβλήτων, αφού το τελευταίο γεγονός εξαρτάται και από το μήκος της πλευράς αυτής, ως προς το οποίο (μήκος) όμως ουδέν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η οποία περιορίζεται στην αναφορά μόνο του γεγονότος ότι η δυτική αυτή πλευρά δεν εξαντλείται μετά την παροχή μέτρων για την δημιουργία διόδου 4 μέτρων το ...
με δικαστική απόφαση υπέρ της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και εις βάρος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ πέμπτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.
II). Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 339 ίδιου Κώδικα, και τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια του παραπάνω εδαφίου του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το κατ' ουσίαν αβάσιμο της ένδικης από 12.10.1987 αναγνωριστικής κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου αγωγής των αναιρεσειόντων και βάσιμο κατ' ουσίαν της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του ίδιου ακινήτου έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που ενόρκως εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή που ορίστηκε με την 67/1991 πράξη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 67/1991, 75/1991, 46/1996, 52/1996 και 62/1996 εκθέσεις του, ως και την προσαγομένη 34/1992 του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, ως εντεταλμένου δικαστή, τα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, την πραγματογνωμοσύνη με το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα που διενέργησε ο Τοπογράφος Αγρονόμος Μηχανικός ...
και απ' όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (τεχνικές εκθέσεις, διαγράμματα, εκθέσεις τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, ένορκες βεβαιώσεις εξ' αφορμής άλλης δίκης, αεροφωτογραφίας κ.λ.π., τα οποία εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια). Όμως από μόνη τη βεβαίωση αυτήν του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και το σύνολο των ως άνω αιτιολογιών αυτής δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα έγγραφα που αναφέρονται στον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και ειδικότερα την προσκομισθείσα μετ' επίκληση με αριθμό 19/1987 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία οι αναιρεσείοντες αναγνωρίσθηκαν, έναντι των αντιδίκων τους, προσωρινά οιονεί νομείς δουλείας διόδου, μήκους 71.50 μ, επί της δυτικής πλευράς του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, την από 10.11.1986 και με αυξ.
αρ.κατ.61/1986 αίτηση του πρώτου των αναιρεσειόντων κατά του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ψ1, καθώς και το από 12.12.1986 σημείωμα του τελευταίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου. Και αυτό διότι, ενώ οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις 17.9.2004 προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκαν και φέρεται ότι προσκόμισαν τα αμέσως πιο πάνω έγγραφα, ισχυριζόμενοι ότι από αυτά, με βάση το περιεχόμενό τους, που αναφέρεται στο λόγο αναιρέσεως, αποδεικνύεται το κατ' ουσίαν βάσιμο του αγωγικού ισχυρισμού αυτών για την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου και το κατ' ουσίαν αβάσιμο της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του ιδίου ακινήτου, εν τούτοις το Εφετείο δεν κάνει καμία συγκεκριμένη αναφορά στα έγγραφα αυτά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην οποία και δεν μνημονεύονται τα εν λόγω έγγραφα, παρά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και ενόψει, βέβαια, της αντίθετης ουσιαστικής κρίσεως στην οποία κατέληξε.
Συνακόλουθα, και ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ Κ.Πολ.Δ τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 972/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ