1349/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-1996 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος ..... και την από 31-10-1996 πρόσθετη παρέμβαση, των .... και ....., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 195/1997 προδικαστική, 48/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 346/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1349/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοια αναγκαστική ομοδικία υπάρχει στις περιπτώσεις του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το οποίο όμως άρθρο εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, και στις σχέσεις μεταξύ προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπερού η παρέμβαση, όταν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του προσθέτως παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, δηλαδή επί της καλούμενης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 91/2005).
Full text
Απόφαση 1349 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1349/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μπακόλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου : ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σταματόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-1996 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος ..... και την από 31-10-1996 πρόσθετη παρέμβαση, των .... και ....., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 195/1997 προδικαστική, 48/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 346/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, αν υπάρχει δε αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Τέτοια αναγκαστική ομοδικία υπάρχει στις περιπτώσεις του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το οποίο όμως άρθρο εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, και στις σχέσεις μεταξύ προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπερού η παρέμβαση, όταν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του προσθέτως παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, δηλαδή επί της καλούμενης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 91/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, κατ΄ επιτρεπτή εκτίμησή τους (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο αρχικώς ενάγων ...., στη δικονομική θέση του οποίου, λόγω θανάτου του, υπεισήλθε η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 25-7-1996 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι στα μέσα Απριλίου 1993 συνήψε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, σύζυγο τής θυγατέρας του ...., σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ανέθεσε σ΄ αυτόν την επιμέλεια για τη διεκπεραίωση οικονομικής του υπόθεσης, η οποία αφορούσε το διορισμό πληρεξούσιου δικηγόρου, τον προσωρινό και τον οριστικό προσδιορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά το έτος 1993 του αναφερόμενου ακινήτου του, την αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης, την υποβολή των αναγκαίων δικαιολογητικών και τελικώς την είσπραξη της αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο, ότι ο εναγόμενος, σε εκτέλεση της πιο πάνω εντολής, εισέπραξε την αποζημίωση, που ανήλθε στο ποσό των 79.892.000 δρχ., από το οποίο αυτός, για την κανονική εκτέλεσή της, δαπάνησε το ποσό των 14.892.000 δρχ.
και ότι έτσι απέμεινε υπόλοιπο, ανερχόμενο στο ποσό των 65.000.000 δρχ., που απέκτησε από την εκτέλεσή της, αρνούμενος όμως να του το αποδώσει. Ζήτησε ως εκ τούτου ο αρχικώς ενάγων να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 65.000.000 δρχ.. Στη δίκη που ανοίχθηκε με την παραπάνω αγωγή, οι .... και .....
άσκησαν πρόσθετη υπέρ του εναγομένου παρέμβαση, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι επειδή και αυτοί ήταν συγκύριοι κατ΄ ισομοιρία του 1/2 εξ αδιαιρέτου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είχαν συμφωνήσει με τον ενάγοντα να τους αποδώσει το μισό της αποζημίωσης και ότι ο εναγόμενος, ως εντολοδόχος, καθ΄ υπόδειξη του ενάγοντος, απέδωσε σ΄ αυτούς, από την εισπραχθείσα αποζημίωση, το ποσό των 25.900.000 δρχ..
Ζήτησαν δε, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, να απορριφθεί η αγωγή κατά το προαναφερόμενο ποσό, διότι σε διαφορετική περίπτωση ήταν ενδεχόμενο να κληθούν από τον εναγόμενο να του επιστρέψουν το ποσό αυτό. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την 48/2003 απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος, αρχές Απριλίου 1996, κατέβαλε κατ΄ εντολή του ενάγοντος στους προσθέτως παρεμβαίνοντες ....
και ...., εις εκτέλεση σχετικής συμφωνίας μεταξύ αυτών, το ποσό των 25.900.000 δρχ., "που αναλογούσε στο μερίδιό τους επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου" και τελικώς δέχθηκε ότι από την εισπραχθείσα πιο πάνω αποζημίωση, ύστερα και από τις αναφερόμενες λοιπές πληρωμές σε εκτέλεση της εντολής, παρέμεινε υπόλοιπο, ανερχόμενο στο ποσό των 5.110.720 δρχ. (ισόποσο με 14.998 ευρώ) και αφού δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει το υπόλοιπο αυτό ποσό στην αναιρεσείουσα, ως κληρονόμο τού αρχικώς ενάγοντος, νομιμοτόκως από 20-6-1996.
Κατά της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 3-9-2003 έφεση, με το δικόγραφο της οποίας κάλεσε και τους προσθέτως παρεμβαίνοντες να συμμετάσχουν στην κατ΄ έφεση δίκη. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησε και ο εναγόμενος την από 1-10-2003 αντίθετη έφεση, ενώπιον δε του Εφετείου, κατά τη συζήτηση των δύο εφέσεων, παρέστησαν, εκπροσωπηθέντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και οι υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντες.
Το Εφετείο, με την 346/2005 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμες ουσιαστικά και τις δύο αντίθετες εφέσεις. Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα άσκησε την ήδη υπό κρίση από 19-12-2005 αίτηση αναίρεσης, την οποία απευθύνει μόνο κατά του εφεσίβλητου εναγομένου και όχι δηλαδή και κατά των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντων.
Είναι φανερό, από τα προεκτιθέμενα, ότι η παραπάνω πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής, κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ, διότι η ισχύς της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις των παρεμβαινόντων προς την αντίδικό τους, αφού με την απόφαση αυτή δεν κρίθηκε οριστικώς και το ζήτημα της συγκυριότητας των παρεμβαινόντων επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και συνακόλουθα ούτε το ζήτημα της οφειλής του αρχικώς ενάγοντος προς αυτούς.
Επομένως, δεν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, επειδή δεν απευθύνεται και κατά των προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρεμβάντων και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του τελευταίου είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Στο άρθρο 82 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι "όποιος προσθέτως παρεμβαίνει έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει την υποχρέωση να δεχτεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του....
Αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση". Εξ άλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔικ οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει, για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 81 παρ. 3 ΚΠολΔικ., ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η κλήση για συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως είτε αυτοτελώς (άρθρ. 568 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και στον έχοντα κατ' αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, για να ενημερώνεται και αυτός για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, και ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, αφού και αυτός είναι διάδικος, και χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Αν δε αυτός δεν εμφανισθεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως και δεν έχει κληθεί, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, εμφανίστηκαν οι κύριοι διάδικοι, δηλαδή η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος, αλλά δεν εμφανίστηκαν οι ....και ....., οι οποίοι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, είχαν και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας την ιδιότητα των προσθέτως παρεμβάντων υπέρ του αναιρεσιβλήτου.
Η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος δεν ισχυρίζονται ότι κάποιος από αυτούς κλήτευσε τους προσθέτως παρεμβαίνοντες για να παραστούν κατά τη συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, ούτε αποδεικνύεται τέτοια κλήτευση με την προσκομιδή σχετικών εκθέσεων επιδόσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η περαιτέρω συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19 Δεκεμβρίου 2005 αίτησης της ....., για αναίρεση της 346/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ