Legislator Case Law & Legislation
1349/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal on abuse of right claim but dismisses it due to insufficient factual allegations in the appeal brief.

Case Number 1349/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by three individuals against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a lease dispute, while dismissing the counter-appeal filed by the lessor. The appellants argued that the defendants abused their right to claim rent, but the court found their appeal brief lacked specific factual allegations and failed to identify missing judicial reasoning elements required by law. Consequently, the court set aside the lower court's award of compensation for the lease's value and remitted the case to the appellate court for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 573 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision for abuse of right must specifically allege the facts proposed to the court of first instance, identify the missing elements of reasoning, and state the court's factual findings, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
abuse of right insufficient reasoning appeal admissibility lease dispute remittal to appellate court factual allegations judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1349 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1349/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2.Χ2, 3. Χ3, κατοίκων ... και 4. Χ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πουλτουρτζίδη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", (πρώην ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε."), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μύρτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", (πρώην ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε."), που εδρεύει στη... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μύρτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1, 2. Χ2 3. Χ3, κατοίκων ... και 4. Χ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πουλτουρτζίδη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη υπό στοιχείο Α. αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11.114/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 822/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντες με την από 30 Μαϊου 2005 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β. αναιρεσείουσα με την από 6 Ιουνίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 26 Απριλίου 2006 κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος λόγος της από 30-5-2005 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ο τρίτος λόγος της από 6-6-2005 αντίθετης αίτησης και ν'απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων αυτών.

Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α. αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της από 30-5-2005 αίτησης και την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι εισαγόμενες προς εκδίκαση από 30-5-2005 και 6-6-2005 δύο αντίθετες αιτήσεις περί αναιρέσεως της 922/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης πρέπει να συνεκδικασθούν, για λόγους οικονομίας χρόνου και εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 ΚΠολΔ. 1. Επί της 30-5-2005 αιτήσεως των Χ1 κλπ.

Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του π.δ. 34/1995, όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ.6 του ν.2741/1999, η νόμιμη διάρκεια των μισθώσεων που υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του εν λόγω π.δ/τος είναι δωδεκαετής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 παρ.8 τουν.2741/1999 η ως άνω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες μισθώσεις, ήτοι αυτές που έχουν καταρτισθεί πριν από την ισχύ του νόμου τούτου (28-9-1999) και δεν έχουν συμπληρώσει συνολικό χρόνο δώδεκα ετών.

Περαιτέρω,από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ειρημένου π.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ.14 και 15 του ν.2741/1999, προκύπτει: α) ότι, σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει να καταβάλει στον μισθωτή, ως αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου, ποσό, ίσο με το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της λήξεως μίσθωμα είκοσι τεσσάρων μηνών και β) ότι η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, πλην άλλων, και όταν, μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, χωρίς η σχετική περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή να έχει ασκηθεί εντός εννέα μηνών από τη λήξη της μισθώσεως, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών.

Στην περίπτωση αυτή η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μία τετραετία, μετά τη λήξη της οποίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου, χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άϋλη εμπορική αξία. 'Ετσι, αν ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί χρόνο μείζονα των δέκα έξι ετών (12+4) δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση για άϋλη εμπορική αξία.

Νομοθετικός στόχος της ρυθμίσεως αυτής είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων του μισθωτή και του εκμισθωτή, αφού σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν.2741/1999 "σε αυτή την περίπτωση με την επιπλέον παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο θεωρείται ότι καρπώθηκε (ο μισθωτής) την άϋλη αυτή εμπορική αξία". Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 58 παρ.1 του π.δ. 34/1995, ως χρόνος παραμονής στη χρήση του μισθίου, με βάση τον οποίο προσδιορίζεται η νόμιμη (δηλ.

η υποχρεωτική) διάρκεια της μισθώσεως, νοείται ο συνολικός χρόνος που συμπληρώνεται, χωρίς διακοπή, στο πρόσωπο του μισθωτή, συνυπολογιζόμενου και του χρόνου των τυχόν δικαιοπαρόχων σε περίπτωση που ο εκμισθωτής ή ο μισθωτής έχουν υπεισέλθει στη θέση άλλου προηγούμενου εκμισθωτή ή μισθωτή.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα τα εξής: Στις 12-4-1978 οι ... και ..., δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων, εκμίσθωσαν στην αναιρεσίβλητη εταιρία (τότε ετερόρρυθμη και ήδη ομόρρυθμη) το ευρισκόμενο στη ... επί της Πλατείας ... ισόγειο κατάστημα, προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει ως καφετέρια-ζαχαροπλαστείο - εστιατόριο επί μία οκταετία που θα άρχιζε την 1-1-1979, αντί μηνιαίου μισθώματος 95.000 δραχμών, το οποίο αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε, διαμορφώθηκε την 1-4-2000 στο ποσό των 3.521 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου.

Η μίσθωση αυτή, καταληφθείσα από τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις για τις εμπορικές μισθώσεις και έχουσα υπερβεί τη νόμιμη χρονική διάρκεια των δώδεκα ετών, παρατάθηκε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 2 παρ.2 του ν.2235/1994 και 7 παρ.14 και 15 του ν. 2741/1999, αρχικώς έως τις 31-8-1997 και εν συνεχεία ως τις 31-8-2001, καθόσον οι αναιρεσείοντες εκμισθωτές δεν άσκησαν, εντός εννέα μηνών από τη λήξη της μισθώσεως, αγωγή περί αποδόσεως του μισθίου.

Δεδομένου δε ότι μετά τις 31-8-2001 η αναιρεσίβλητη μισθώτρια εξακολούθησε να παραμένει στη χρήση του μισθίου χωρίς εναντίωση των αναιρεσειόντων, η μίσθωση κατέστη έκτοτε αορίστου χρόνου. Κατόπιν αυτών, το εφετείο, δεχθέν ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων για την απόδοση της χρήσεως του μισθίου ασκήθηκε στις 30-12-2003, έκρινε ότι η άσκηση της αγωγής, ισχύουσα ως καταγγελία (άρθρο 662 ΚΠολΔ), επέφερε τη λήξη της αορίστου χρόνου μισθώσεως στις 31-1-2004 (άρθρο 609 ΑΚ) και ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται την προβλεπόμενη στο άρθρο 60 του π.δ. 34/1995 αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την απορριπτική της αγωγής πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και κατεδίκασε την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στους αναιρεσείοντες τη χρήση του μισθίου, αφού προηγουμένως οι τελευταίοι καταβάλουν στην πρώτη, ως αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου, το ισούμενο με 24 μηνιαία μισθώματα ποσό των 84.504 ευρώ.

Επιδικάζοντας όμως αποζημίωση για άϋλη εμπορική αξία, το εφετείο παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, όπως αναφέρεται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση του συλλογισμού τούτου, μετά την παρέλευση δέκα έξι συνολικώς ετών από την έναρξη της μισθώσεως δεν οφείλεται η εν λόγω αποζημίωση.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. 2. Επί τις από 6-6-2005 αιτήσεως της εταιρίας "... Ο.Ε" Ι. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα.

Ο λόγος έτσι αυτός προσήκει και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας την αγωγή ως νόμω βάσιμη, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από όσα ο οικείος κανόνας δικαίου αξιώνει για την κατάφαση της (νομικής) βασιμότητας της αγωγής. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 608 παρ.2, 609, 611 ΑΚ και 662 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν μετά την παρέλευση του συμβατικού ή του νόμιμου (δηλ.

του υποχρεωτικού) χρόνου διάρκειας της μισθώσεως ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου εν γνώσει και χωρίς εναντίωση του εκμισθωτή, η μίσθωση, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 611 ΑΚ, καθίσταται αόριστης διάρκειας και λήγει με καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει και με μόνη την άσκηση από το εκμισθωτή αγωγής αποδόσεως του μισθίου, αφού η αγωγή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΚΠολΔ, υποκαθιστά την καταγγελία.

Εν προκειμένω, με την από 22-12-2003 αγωγής τους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, οι αναιρεσίβλητοι εκμισθωτές, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη εμπορική μίσθωση, που άρχισε να ισχύει από την 1-1-1979, έληξε, κατόπιν αλλεπάλληλων εκ του νόμου αναγκαστικών παρατάσεων, στις 31-8-2001 και ότι έκτοτε η αναιρεσείουσα μισθώτρια παρέμεινε στη χρήση του μισθίου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η επελθούσα ως άνω λήξη της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα να αποδώσει σ' αυτούς τη χρήση του μισθίου. Το περιεχόμενο αυτό της αγωγής, το οποίο αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Δεν ήταν δε απαραίτητη η αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο του γεγονότος ότι από τις 31-8-2001 η μίσθωση μετετράπη σε αόριστης διάρκειας, αφού για την μετατροπή αυτή αρκούσε, σύμφωνα με το άρθρο 611 ΑΚ, η συνδρομή των διαλαμβανόμενων στην αγωγή ως άνω στοιχείων. Αλλ' ούτε η έλλειψη αναφοράς ρητής δηλώσεως περί καταγγελίας επηρεάζει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, καθόσον μόνη η άσκησή της επέχει θέση καταγγελίας (άρθρο 662 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, το εφετείο, που έκρινε την αγωγή ως νόμω βάσιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ειρημένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 61 περ.δ' του π.δ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.15 του ν.2741/1999, συνάγεται ότι η εμπορική μίσθωση, της οποίας η τελευταία εκ του νόμου (αναγκαστική) παράταση έληξε στις 31-8-1997 (άρθρο 2 παρ. 2 ν.2235/1994) και η οποία εξακολούθησε να υφίσταται με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.2741/1999 (28-9-1999), χωρίς η αγωγή αποδόσεως του μισθίου, λόγω λήξεως αυτής (μισθώσεως), να έχει ασκηθεί από τον εκμισθωτή εντός εννέα μηνών από τις 31-8-1997 και όχι από τις 28-9-1999, θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα επιπλέον έτη, δηλαδή έως τις 31-8-2001. 'Εκτοτε, η μίσθωση λήγει ή καθίσταται αόριστης διάρκειας με τις προϋποθέσεις του άρθρου 611 ΑΚ, μη υπαγόμενη πλέον, ως προς τη διάρκεια και τη λήξη της, στις ρυθμίσεις του π.δ. 34/1995.

Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε ότι η επίμαχη εμπορική μίσθωση, ισχύουσα από 1-1-1979 και καταληφθείσα από τις προβλεπόμενες εκάστοτε αναγκαστικές παρατάσεις, έληξε στις 31-8-2001, έκτοτε δε, συντρεχουσών των προϋποθέσεων του άρθρου 611 ΑΚ, κατέστη αόριστης διάρκειας, ενώ εξάλλου η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 30-12-2003, ήτοι μετά την παρέλευση όχι μόνο εννέα μηνών αλλά και πλέον των τεσσάρων ετών από τις 31-8-1997.

Με τις παραδοχές του αυτές το εφετείο, κρίνοντας ακολούθως την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις εκτεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, και, επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που προσάπτει στο εφετείο την εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της παραβιάσεως των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμος.

Με τον ίδιο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι, χωρίς να έχει προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους, έκρινε πως η επίμαχη μίσθωση, μετά την 31-8-1997, κατέστη αόριστης διάρκειας. Όμως, ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών γεγονότων, με βάση τα οποία εξειδικεύονται οι αόριστες νομικές έννοιες, όπως είναι η μετατροπή της μισθώσεως ορισμένου χρόνου σε μίσθωση αορίστου χρόνου, γίνεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η επίκληση αντίστοιχου χαρακτηρισμού από τους διαδίκους.

Ως προς την αιτίαση συνεπώς αυτή, ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό αλυσιτελή.

ΙΙΙ. Στην περίπτωση απορρίψεως ενός αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ως κατ' ουσίαν αβάσιμου, για να είναι ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, η αποδιδόμενη σ' αυτές έννοια από τον αναιρεσείοντα και το φερόμενο ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος συμπέρασμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) του δικαστηρίου σχετικώς με την απορριπτική του κρίση, καθώς και ότι στο δικαστήριο της ουσίας έχουν προταθεί από τον αναιρεσείοντα τα προς θεμελίωση του απορριφθέντος ισχυρισμού μνημονευόμενα στο αναιρετήριο πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας πλήττεται για ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει επιπροσθέτως να προσδιορίζεται η ανεπάρκεια, δηλαδή η έλλειψη του στοιχείου εκείνου που λείπει και είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αφού αναφέρει στο αναιρετήριο την εκ μέρους της αποδιδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. έννοια και τα περιστατικά με βάση τα οποία, κατά την ίδια, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η άσκηση με την αγωγή του δικαιώματος προς απόδοση του μισθίου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει η άνω διάταξη, ψέγει το εφετείο ότι με εσφαλμένη ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως και με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε πως "η συμπεριφορά των αντιδίκων... δεν προσκρούει στο άρθρο 281 Α.Κ.". Με αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει : α) ότι είχε προτείνει στο εφετείο τα πραγματικά γεγονότα, που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο και τα οποία, όπως η ίδια υποστηρίζει, καταφάσκουν την κατάχρηση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, β) τα ελλείποντα στοιχεία που ήταν αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και γ) τις παραδοχές του εφετείου, που συναρτώνται με την αποφατική του κρίση για την εν λόγων κατάχρηση.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει α) να απορριφθεί η από 6-6-2005 αίτηση αναιρέσεως, β) να γίνει δεκτή η από 30-5-2005 αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που με αυτή επιδικάσθηκε αποζημίωση για την άϋλη αξία του μισθίου, γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και δ) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας "... Ο.Ε." (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2005 αίτηση αναιρέσεως της ομόρρυθμης εταιρίας "...Ο.Ε.".

Δέχεται την από 30-5-2005 αίτηση αναιρέσεως των Χ1 κλπ.

Αναιρεί την 822/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει την ομόρρυθμη εταιρία "... Ο.Ε." στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αντιδίκων της (Χ1 κλπ), τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν σαράντα (1.140) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ