Legislator Case Law & Legislation
1348/2025 AI generated

Supreme Court suspends appeal hearing pending resolution of identical legal issue by Plenary Section.

Case Number 1348/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court suspended the appeal hearing regarding the Cyprus Public Bank's liability for misleading investors in 2011. The appellant argued that the bank's misrepresentation caused the investment loss, while the appellees contended the subsequent 2013 bail-in law was an intervening act of force majeure. The court decided to postpone the proceedings because this specific legal issue had already been referred to the Plenary Section for a final ruling.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 249 of the Code of Civil Procedure: When a serious legal issue requiring resolution by the relevant appellate section is already referred to the Plenary Section of the Supreme Court, the section must suspend proceedings to avoid contradictory judgments.

Keywords

AI generated
appeal suspension Plenary Section identical legal issue avoiding contradictory judgments Code of Civil Procedure banking liability force majeure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 249 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
No. 1133/2025 of the First Civil Section

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1348 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1348/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Β., 2) Ι. Π. του Β., κατοίκων ..., 3) Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 4) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 5) Ε. Α. του Χ., κατοίκου ..., 6) Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., 7) Β. Α. του Χ., κατοίκου ..., 8) Ι. - Δ. Β. του Ι., 9) Ι. Β. του Ι. - Δ., κατοίκων ..., 10) Δ. Β. του Ι., 11) Μ. Ρ. του Π., συζύγου Δ. Β., κατοίκων ..., 12) Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., 13) Μ.

Γ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Φλώρα Τριανταφύλλου και Δήμητρα Βίτσου και κατέθεσαν προτάσεις, 14) Γ. Γ. του Θ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 15) Α. Γ. του Β., συζύγου Γ. Γ., κατοίκου ..., 16) Π. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 17) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 18) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 19) Π.

Κ. του Γ., κατοίκου ..., 20) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 21) Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., 22) Ε. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 23) Β. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 24) Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., 25) Θ. Π. του Γ., 26) Β. Σ. του Ν., κατοίκων ..., 27) Γ. Σ. του Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 28) Ν. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 29) Δ.

Π. του Λ., 30) Σ. Μ. του Ν., συζύγου Δ. Π., κατοίκων ..., 31) Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 32) Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., 33) Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Φλώρα Τριανταφύλλου και Δήμητρα Βίτσου και κατέθεσαν προτάσεις, 34) Ε. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 35) Η.

Φ. του Δ., κατοίκου ..., 36) Σ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 37) Α. Χ. του Α., κατοίκου ..., 38) Η. Ψ. του Π., 39) Μ. Ψ., συζύγου Η. Ψ., κατοίκων ..., 40) Π. Ρ. του Α., 41) Χ. Σ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Φλώρα Τριανταφύλλου και Δήμητρα Βίτσου και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, οι συνήγοροι των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσαν ότι ο υπό στοιχείο 14 αναιρεσίβλητος Γ. Γ. του Θ., απεβίωσε στις .../2024 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Τρικκαίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Α. χήρα Γ. Γ., το γένος Β. Φ., 2) Π. Γ. του Γ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις ίδιες ως άνω δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις.

Ακολούθως, δήλωσαν ότι η υπό στοιχείο 27 αναιρεσίβλητη Γ. Σ. του Α., απεβίωσε στις .../2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κασσάνδρας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Γ. Π. του Θ., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τις ίδιες ως άνω δικηγόρους και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/2/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1880/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6256/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/10/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιες των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 801/2024, ΑΠ 794/2023, ΑΠ 1816/2022, ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ' αυτού, δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί: α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1287/2022).

Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μπορεί να γίνει και στον παραστάντα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του απόντος αναιρεσίβλητου, ο οποίος είναι αντίκλητος αυτού εκ του νόμου (ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 474/2022).

Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα υπ'αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Μ. Α., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 13-10-2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α1 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α1 Τμήματος περί ορισμού α) της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου προς συζήτηση της αίτησης και β) προθεσμίας κοινοποίησης αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν την δικάσιμο, και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στο δικηγόρο Αθηνών Μιχαήλ Μαρκουλάκο, ο οποίος είναι αντίκλητος των αναιρεσιβλήτων, όπως προαναφέρθηκε, αφού είναι ο πληρεξούσιος δικηγόρος, που εκπροσώπησε αυτούς κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατά την συζήτηση της υπόθεσης όμως στην ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ο 28ος (Ν. Π.) και η 34η (Ε. Τ.) από τους αναιρεσιβλήτους δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, δικάζοντας σαν να ήταν παρόντες και αυτοί (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους.

Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου, όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 240/2024, ΑΠ 575/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-10-2024), εμφανίστηκαν οι δικηγόροι Αθηνών Φλώρα Τριανταφύλλου και Δήμητρα Βίτσου, οι οποίες, με προφορική δήλωσή τους, στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, γνωστοποίησαν ότι: 1) Ο δέκατος τέταρτος (14ος) αναιρεσίβλητος Γ.

Γ. του Θ., απεβίωσε στις ...-2024 και κατέθεσαν την υπ' αριθ. .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. Τρικαίων. Επίσης δήλωσαν, ότι τη διακοπείσα δίκη συνεχίζουν εκούσια οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: α) Α. χήρα Γ. Γ., το γένος Β. Φ. (15η αναιρεσίβλητη) και β) Π. Γ. του Γ., ως καθολικοί διάδοχοι του θανόντος δεκάτου τετάρτου (14ου) αναιρεσιβλήτου και 2) η εικοστή έβδομη (27η) αναιρεσίβλητη Γ.

Σ. του Α., απεβίωσε στις 10-10-2021 και κατέθεσαν την υπ' αριθ. .../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. Κασσάνδρας. Επίσης δήλωσαν, ότι τη διακοπείσα δίκη συνεχίζει εκούσια ο Γ. Π. του Θ., ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της θανούσας εικοστής έβδομης (27ης) αναιρεσίβλητης. Η γνωστοποίηση του θανάτου των ως άνω διαδίκων, που έλαβε χώρα μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 17-10-2022, ως και οι δηλώσεις συνέχισης της δίκης, ενόψει του ότι προσκομίζονται, από τους προαναφερθέντες δηλούντες τη συνέχιση της δίκης, όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου ότι η παριστάμενη πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων, είναι παραδεκτές και νόμιμες και επάγονται τη συνέχιση της δίκης από τους αντίστοιχους κληρονόμους των δεκάτου τετάρτου (14ου) και εικοστής έβδομης (27ης) αναιρεσιβλήτων, που απεβίωσαν.

Με την κρινόμενη, από 13-10-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 6256/13-11-2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 27-9-2018 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφανίστηκε η υπ' αριθ. 1880/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 16-2-2017 αγωγή τους κατά της αναιρεσείουσας.

Με την αγωγή τους, οι αναιρεσίβλητοι επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνιστάμενη σε εκ προθέσεως παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, που οδήγησαν σε παραπλάνησή τους, καθώς και παράνομη και υπαίτια παράλειψη εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, της τήρησης της γενικής υποχρέωσης συναλλακτικής πρόνοιας και ασφάλειας έναντι αυτών, ως πελατών της, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση τα αιτούμενα με την αγωγή τους ποσά, νομιμοτόκως, αίτημα που έγινε εν μέρει αποδεκτό με την εφετειακή απόφαση.

Η κρινόμενη από 13-10-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 6256/2020 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 13-11-2020, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της, η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 17-10-2022 με το νόμιμο παράβολο (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας.

Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα.

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2004, ΑΠ 1578/2024, ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015). Ο Άρειος Πάγος με σειρά αποφάσεών του έχει δεχθεί ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας Κύπρου και η επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ένδικη ζημία των επενδυτών-πελατών της, δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια.

Ειδικότερα, ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας Κύπρου συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση των επενδυτών-πελατών της ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, δεν υπήρξε αναγκαίος όρος και δεν συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία τους, συνισταμένη, στην απώλεια του συνόλου σχεδόν της αξίας των επενδύσεών τους, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ), αρχικά σε μετοχές της Τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές της ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην Τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Τούτο δε, διότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας.

Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο, μέχρι τότε, στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2011), από το μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.

Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας (ΑΠ 1578/2024, ΑΠ 441/2023, ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019).

Αντίθετα με άλλες αποφάσεις του ο Άρειος Πάγος έχει δεχτεί: α) ότι η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της Τράπεζας Κύπρου, υπήρξε παράνομη και υπαίτια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν τους άπειρους περί τις επενδύσεις σε ιδιαιτέρως σύνθετα επενδυτικά προϊόντα επενδυτές-πελάτες της, που είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή, πείθοντάς τους με ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση και σύσταση, και κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής καλής πίστης, να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους στα εκδοθέντα από την ίδια ΜΑΕΚ (Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου), υβριδικά και ιδιαιτέρως σύνθετα και πολύπλοκα στην σύλληψη και επενδυτική τους λειτουργία επενδυτικά προϊόντα, τα οποία ως αόριστης διάρκειας, μειωμένης εξασφάλισης, και εξαρτώμενα από την φερεγγυότητα της εκδότριάς τους νυν αναιρεσείουσας Τράπεζας Κύπρου, εμπεριείχαν κινδύνους μη αντιληπτούς από αυτούς, ως ιδιώτες επενδυτές, και τούτο σε συνδυασμό με την ψευδή παράσταση των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ως κραταιάς Τράπεζας, που εγγυάτο την επιστροφή του κεφαλαίου τους, και (β) ότι μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας των επενδυτών-πελατών υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι η παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της Τράπεζας ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία επέφερε και η οποία (ζημία) θα είχε αποφευχθεί αν οι προστηθέντες υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προεκτεθέντα υπαίτιο και παράνομο τρόπο.

Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, απέρριψε τον ισχυρισμό περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας εξ αιτίας γεγονότος ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα, της αιφνίδιας θέσης της Τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης βάσει διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (ΚΤΚ), προς διάσωσή της με ίδια μέσα και αποκατάσταση της κεφαλαιακής της επάρκειας, καθεστώς το οποίο οδήγησε στην ζημία των επενδυτών-πελατών της συνισταμένη στην απομείωση της περιουσίας τους λόγω της τελικής μετατροπής των ΜΑΕΚ που είχαν αγοράσει, σε μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 0,01 ευρώ.

Τούτο, διότι δέχθηκε, ότι η έκδοση του ειδικού νόμου της 22.3.2013 "περί εξυγίανσης τραπεζικών και άλλων ιδρυμάτων" και τα κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθέντα διατάγματα της ΚΤΚ, για την θέση της Τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης, ήταν μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας, η οποία υπήρξε η ίδια η αγορά των ΜΑΕΚ, στην οποία οι επενδυτές προέβησαν παραπλανηθέντες, και στην οποία αυτοί δεν θα προέβαιναν, και συνεπώς δεν θα ζημιώνονταν κατά το ισόποσο, αν γνώριζαν την πραγματική φύση των ΜΑΕΚ, ως λίαν επισφαλών χρηματοοικονομικών προϊόντων, σε συνδυασμό με την ήδη κατά το χρόνο αγοράς τους, δυσχερή οικονομική κατάσταση της εκδότριας Τράπεζάς τους, στοιχεία για τα οποία, έλαβαν ψευδή, ελλιπή και παραπλανητική ενημέρωση.

Ότι η αποκαταστατέα ζημία των επενδυτών-πελατών της Τράπεζας συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφείσα παράνομη συμπεριφορά και συνίσταται στο χρηματικό ποσό που οι τελευταίοι κατέβαλαν για την εν λόγω επένδυση, αποκαθίσταται δε αυτή αποζημιωτικώς, ταυτιζομένης απολύτως της επένδυσής τους σε ΜΑΕΚ με την ισόποση ζημία τους.

Ότι η ζημία των επενδυτών επήλθε κατά τον χρόνο σύναψης των υπόψη συμβάσεων επενδυτικών υπηρεσιών, με την διάθεση στην Τράπεζα ισόποσου με την ζημία τους χρηματικού ποσού, και την κατάρτιση όχι ασφαλούς προθεσμιακής κατάθεσης, όπως συναφώς παραπλανήθηκαν, αλλά με την απόκτηση άληκτων υβριδικών τίτλων, χωρίς καμία υποχρέωση της εκδότριας Τράπεζας στην επιστροφή τους, και χωρίς ουδόλως να επηρεάζεται το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας τους από την μεταγενέστερη χρονικώς θέση της Τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης και την μετατροπή των εν λόγω τίτλων σε απλές μετοχές μηδενικής σχεδόν αξίας, η οποία ήταν προστατευτικό, της ήδη επισυμβάσας κεφαλαιακής ανεπάρκειας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, μέτρο εκ μέρους της ΚΤΚ και όχι προληπτικό τοιούτο.

Έτσι, κρίθηκε απορριπτέος ο ισχυρισμός της Τράπεζας περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως ζήτημα πραγματικό, δεδομένου ότι είναι όντως πραγματικό ζήτημα το αν ένα γεγονός υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτία, με την έννοια του αναγκαίου όρου, ενός αποτελέσματος ή αντίστροφα, καθώς και το εάν μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του αποτελέσματος μεσολάβησε ένα άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο με το πρώτο και επέφερε αποκλειστικά το αποτέλεσμα. Ότι η πρόσφορη αιτία που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, μπορούσε να επιφέρει και επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα ήταν η προϋπάρχουσα των επιδίκων επενδύσεων, κεφαλαιακή ανεπάρκεια της αναιρεσείουσας, παραδοχή που πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, ως προς τη συνδρομή του αιτιώδους συνδέσμου ως στοιχείο της αδικοπραξίας (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 940/2023, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 619/2021).

Ήδη με την υπ' αριθ. 1133/2025 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε το άνω ζήτημα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ. β εδαφ. 3 ΚΠολΔ, διότι η απόφαση λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου υπέρ της πρώτης άποψης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το πρώτο λόγο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων 914, 932, 297, 298 και 342 ΑΚ διότι δέχτηκε ότι: α) το ζημιογόνο γεγονός ήταν η πλημμελής ενημέρωση των επενδυτών το 2011, β) η ζημία ήταν η ίδια η επένδυσή τους στα ΜΑΕΚ το 2011, γ) υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας καθόσον χωρίς την πλημμελή ενημέρωση, οι επενδυτές δεν θα είχαν επενδύσει και δ) η ψήφιση του νόμου της 22.3.2013 "περί εξυγίανσης τραπεζικών και άλλων ιδρυμάτων", δεν συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας και δεν διέκοψε την αιτιώδη διαδρομή που άρχισε με την πλημμελή ενημέρωση και ολοκληρώθηκε με την επένδυση.

Κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τις ανωτέρω παραδοχές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έσφαλε διότι: 1) Συγχέει το ζημιογόνο γεγονός με τη ζημία, η οποία επήλθε το έτος 2013. 2) Η επένδυση δεν συνιστά εξ ορισμού ζημία, καθόσον οι επενδυτές κατείχαν τίτλους, που ενσωμάτωναν απαιτήσεις, είχαν χρηματιστηριακή αξία, απέδιδαν τόκους ανά εξάμηνο, μέχρι το Δεκέμβριο του 2011 και αυτοί μπορούσαν να ανακτήσουν μέρος της αξίας τους, ρευστοποιώντας τα ΜΑΕΚ. 3) Η Τράπεζα είχε ενημερώσει τους επενδυτές-πελάτες της, για τους όρους και τους κινδύνους της επένδυσης, ενώ το Μάιο του 2011 δεν μπορούσε να προβλεφθεί αφενός μεν το γεγονός ανώτερης βίας, ήτοι η κατά το Μάρτιο του 2013, ψήφιση του ως άνω νόμου, για τη διάσωση της Τράπεζας, με ίδια μέσα (bail in) αφετέρου δε, ο κίνδυνος που θα επερχόταν από την ψήφισή του.

Αν ο εν λόγω νόμος δεν είχε ψηφισθεί οι επενδυτές δεν θα είχαν υποστεί ζημία, η οποία επήλθε από τη μετοχοποίηση των ΜΑΕΚ και την απομείωση της αξίας τους και 4) Δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος (της επένδυσης) και της ζημίας που υπέστησαν οι επενδυτές. Το ίδιο ζήτημα, κατά τα προαναφερόμενα, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί του παραπάνω λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αλλά και των λοιπών λόγων της, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 13-10-2022 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6256/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1133/2025 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος αυτού.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου