Supreme Court dismisses appeal on inadmissible evidence claim regarding sworn affidavit served at wrong time in divorce case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final divorce judgment, ruling that the lower court did not rely on the contested sworn affidavit. The appellant argued the affidavit was inadmissible because the witness was summoned for a different time than the actual hearing, rendering it unreliable. The court rejected this, noting the appellate court explicitly stated it did not consider the affidavit due to the witness's absence and the lawyer's departure before the testimony.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the admission of inadmissible evidence fails when the appellate court explicitly states it did not rely on that evidence due to procedural defects.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1348 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1348/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία στο σημείο αυτό της διαδικασίας δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-5-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Αικατερίνη Χριστοδουλάκη, η οποία ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προεδρεύοντός του απέρριψε το αίτημα της αναβολής. Αμέσως μετά η ανωτέρω δικηγόρος ζήτησε ολιγόλεπτη διακοπή της δίκης, προκειμένου να προσέλθει στο ακροατήριο και να παρασταθεί αυτοπροσώπως η ίδια η αναιρεσείουσα. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα προσήλθε στο ακροατήριο και επανυπέβαλε το αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε εκ νέου και, διά του Προεδρεύοντός του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προσχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία η αναιρεσείουσα παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς της ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6916/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 4333/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης συμπεριλαμβανομένης της με αριθμό 6916/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-1-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 17-1-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, υπ' αριθ. 4333/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 6916/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, που δέχθηκε την από 3-9-2019 αγωγή του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος και απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), έχει δε κατατεθεί από την αναιρεσείουσα σχετικό παράβολο για την άσκηση της αναίρεσης, μολονότι εισάγεται υπόθεση του άρθρου 592 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. που εξαιρείται της σχετικής υποχρέωσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ.τελευταίο Κ.Πολ.Δ.).Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 του ΑΚ "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων".
Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.
Η επίκληση δε της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, διότι αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση (Α.Π.1341/2022, Α.Π.915/2018, Α.Π.1350/2017).
Εξάλλου για να είναι ορισμένη η αγωγή διαζυγίου για διετή διάσταση αρκεί να αναφέρεται σ` αυτή, ότι οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση, η οποία διήρκησε επί δύο, τουλάχιστον, συναπτά έτη, υπολογιζόμενα αναδρομικά, από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως.
Περαιτέρω εξειδίκευση του νομικού όρου "διάσταση" δεν είναι αναγκαία και, συγκεκριμένα ουδόλως απαιτείται η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι, δηλαδή, υφίσταται βούληση των διιστάμενων συζύγων να αποστούν της έννομης σχέσεως, αφού με τον όρο "διάσταση" νοείται, τόσο η φυσική, όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων, με τη θέληση να μην έχουν κοινωνία βίου. Η βούληση δε των συζύγων, για διακοπή, οριστικά, της έγγαμης συμβιώσεως και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί, πως αποτελεί στοιχείο της αγωγής, δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται με πανηγυρική λεκτική διατύπωση, αλλ` αρκεί να προκύπτει με σαφήνεια, από το όλο περιεχόμενο της αγωγής (Α.Π.296/2023, Α.Π.818/2021, Α.Π.1962/2014, Α.Π.1679/2014, Α.Π.1628/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, στις 15-7-2000, στον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνας στην Εκάλη Αττικής (όπως συνομολογούν οι διάδικοι) ή στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου στην Εκάλη Αττικής (όπως αναγράφεται στο, προσκομιζόμενο από αμφότερους τους διαδίκους, υπ' αρ.
πρωτ. ...-2020 ακριβές φωτοαντίγραφο της υπ' αρ. ... ληξιαρχικής πράξης γάμου του Ληξιάρχου Εκάλης Αττικής, όπου αναγράφονται όλα τα υπόλοιπα στοιχεία των διαδίκων και η ημερομηνία τέλεσης του θρησκευτικού γάμου ορθά, ώστε να μην υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι πρόκειται για τον ίδιο ακριβώς θρησκευτικό γάμο μεταξύ των διαδίκων).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση από τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2017, οπότε και απομακρύνθηκαν φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, διότι ναι μεν διέμεναν στην ίδια οικία επί της οδού Διγενή αρ. 11 στην Αγία Παρασκευή Αττικής, αλλά υπό καθεστώς "χωρισμού από τραπέζης και κοίτης" .
Έκτοτε, οι διάδικοι βρίσκονται συνεχώς σε διάσταση, έχουν πλήρη ψυχική και φυσική αποξένωση και τουλάχιστον ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) έχει τη θέληση να μην έχει πλέον κοινωνία βίου με την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα). Το γεγονός δε ότι ο ενάγων δηλώνει στη Δ.Ο.Υ. Χολαργού ως διεύθυνση επαγγελματικής έδρας και κατοικίας την οδό Διγενή αρ. 11 στην Αγία Παρασκευή Αττικής, όπου και διαμένει μέχρι σήμερα η εναγομένη, προκύπτει όχι μόνο από το με ημερομηνία 30-6-2022 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της ΑΑΔΕ (Ανεξάρτητης Αρχής Δημόσιων Εσόδων) ΔΟΥ Δ' Αθηνών και από το υπ' αρ.
πρωτ. 15926/2022 έγγραφο της Προϊσταμένης της ΔΟΥ Χολαργού, αλλά το δηλώνει και ο ίδιος ο ενάγων τόσο στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής του όσο και στην από 20-3-2023 και με αρ. έκ. κατάθ. 2466/1736/2023 κλήση με την οποία επαναφέρει προς συζήτηση την έφεση αυτή. Ο ενάγων, δηλαδή, δεν αρνείται ότι δηλώνει ως διεύθυνση την παραπάνω, αφού η εν λόγω οικία επί της παραπάνω διεύθυνσης του ανήκει κατά αποκλειστική κυριότητα, αλλά, παρά τις αντιρρήσεις του, συνεχίζει η εναγομένη να διαμένει σε αυτή.
Όμως, αλυσιτελώς, ισχυρίζεται η ανωτέρω διάδικος (εναγομένη) ότι μέχρι σήμερα έχουν κοινή κατοικία τη συζυγική τους οικία, αφού το γεγονός τούτο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην οριστική διάσταση που έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους. Άλλωστε, η εναγομένη δεν επικαλείται ότι επανασυνδέθηκαν μεταξύ τους έστω και για λίγο, αλλά ούτε και η μάρτυρας της εναγομένης, Π.
Τ., κατέθεσε κάποιο περιστατικό διακοπής της διάστασης των διαδίκων. Επίσης, αποδείχθηκε ότι από το έτος 2018, δεν έχει παύσει η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων (βλ. ιδίως, την από 30-4-2018 και με αρ. έκ. κατάθ. δικ. 50373/5073/2018 αγωγή περί διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού που άσκησε ο ενάγων κατά της εναγομένης, την από 31-7-2018 και με αρ.
έκ. κατάθ. 77237/1589/2018 αγωγή του ενάγοντος κατά της εναγομένης περί μετοίκησής της από τη συζυγική τους οικία, την εκδοθείσα επί της αγωγής αυτής υπ' αρ. 12264/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την ασκηθείσακατ' αυτής της απόφασης από 31-3-2023 και με αρ. έκ. κατάθ. δικ. 3056/2251/2023 έφεση από τον ενάγοντα, την από 6-7-2018 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση του ενάγοντος προς την εναγομένη που κοινοποιήθηκε στην τελευταία στις 9-7-2018).
Από τα ανωτέρω, αποδεικνύεται πλήρως η συνεχής διάσταση των διαδίκων, με πρόθεση τουλάχιστον από μέρους του ενάγοντος οριστικής διακοπής της έγγαμης συμβίωσης τους, από τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2017 έως και τον κρίσιμο χρόνο, χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (16-5-2022), ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο έτη.
Από την υπερδιετή, δε, αυτή διάσταση τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να λυθεί ο μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενος θρησκευτικός γάμος." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που έκρινε όμοια, δέχθηκε την αγωγή και απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου.
Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου1439 παρ.3 του Α.Κ., την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως αυτής και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, δεδομένου ότι οι διάδικοι βρίσκονται συνεχώς σε διάσταση, διαμένοντας, βέβαια, στην ίδια οικία, αλλά υπό καθεστώς "χωρισμού από τραπέζης και κοίτης", έχοντας πλήρη ψυχική και φυσική αποξένωση και τουλάχιστον ο ενάγων έχει τη θέληση να μην έχει πλέον κοινωνία βίου με την εναγομένη, από τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2017 έως και τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (16-5-2022), ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο έτη, από την υπερδιετή, δε, αυτή διάσταση τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α)ότι οι διάδικοι βρίσκονται συνεχώς σε διάσταση από τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2017,έχοντας πλήρη ψυχική και φυσική αποξένωση και τουλάχιστον ο ενάγων έχει τη θέληση να μην έχει πλέον κοινωνία βίου με την εναγομένη, β) το γεγονός ότι διέμεναν στην ίδια οικία δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην οριστική διάσταση που έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους, αφού τελούσαν υπό καθεστώς "χωρισμού από τραπέζης και κοίτης", ούτε δε η εναγομένη επικαλείται ότι επανασυνδέθηκαν, γ) ότι από το έτος 2018 και εφεξής δεν έπαυσε η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων με αποστολή εξωδίκου και άσκηση αγωγών διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού και μετοίκησης του ενάγοντος κατά της εναγομένης, επί της δεύτερης δε αγωγής εκκρεμεί η δίκη σε δεύτερο βαθμό και δ)ότι από το γεγονός ότι από τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2017 έως και τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (16-5-2022), ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο έτη, βρίσκονται σε διάσταση έχοντας πλήρη ψυχική και φυσική αποξένωση, τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 και κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού και από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερόμενη (άρθρο 1439 παρ.3 Α.Κ.) διάταξη ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Οι αιτιάσεις δε της αναιρεσείουσας για ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ήτοι ότι δεν αιτιολογεί πώς προσδιορίζεται η ημερομηνία έναρξης της διετούς διάστασης δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό του πόρισμα διατυπώνεται σαφώς.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π.798/2010).
Έτσι, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους (Α.Π.1763/2007, Α.Π.1595/2006). Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.1405/2019, Α.Π.466/2019, Α.Π.17617, Α.Π.516/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού η από τη διάταξη του αριθμ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμ. 8 του ιδίου άρθρου) πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, στο δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα:
α) αντίγραφο από την ιστοσελίδα του taxis για την κατοικία αυτής και β) βεβαίωση από τη Δ' Δ.Ο.Υ. Χολαργού για την κατοικία του αντιδίκου, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι έχουν κοινή κατοικία. Ο ως άνω λόγος είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω έγγραφα δεν αφορούν στην απόδειξη ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το γεγονός ότι διέμεναν στην ίδια οικία δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην οριστική διάσταση που έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους, αφού τελούσαν υπό καθεστώς "χωρισμού από τραπέζης και κοίτης", σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού αναφορικά με το υπό στοιχεία β') έγγραφο γίνεται ρητή αναφορά σε αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, αφού δέχθηκε πράγματι ότι οι διάδικοι συνεχίζουν να διαμένουν στην ίδια οικία, αποκλειστικής κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος μάλιστα έχει ασκήσει αγωγή κατά της αναιρείουσας, με την οποία ζητεί την μετοίκηση της από αυτήν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Oλ.Α.Π.2/2008, Α.Π.1645/2023, Α.Π.1088/2019). Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν το επιτρέπει και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο (Α.Π.1645/2023, Α.Π.1047/1992).
Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν, αρχικώς με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το ν. 4842/2021, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (Α.Π.1645/2023, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).
Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (Α.Π.1645/2023, Α.Π.1055/2019, Α.Π.1461/2013).
Με τις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ, τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παράγραφο 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από την 01.01.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση" (άρθρο 422) και "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων"(άρθρο 424).Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 και 424 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με τον ν. 4335/2015 (από την 01.01.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος, που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαιώσεως, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.
Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (Α.Π.1645/2023, Α.Π.1980/2022, Α.Π.977/ 2020, Α.Π.1208/2019).
Επακολούθησε ο ν. 4842/2021, ο οποίος, κατά την διάταξή του άρθρου 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 1/1/2022 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ο οποίος τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα, ειδικότερα δε με το άρθρο 22 τροποποίησε το άρθρο 422 ΚΠολΔ και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, και με το άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ ως ακολούθως: " Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν:
α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421.
Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου", ενώ με την διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β'Ν. 4842/2021, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10-12-2021, ορίστηκε ότι οι διατάξεις(μεταξύ άλλων και) των άρθρων 422 παρ. 3 και 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις.
Η ανωτέρω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 424 έγινε γιατί, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4842/2021 "η ισχύουσα ρύθμιση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ασφάλειας... με αποτέλεσμα οι διάδικοι να στερούνται ενός σημαντικού αποδεικτικού μέσου για κάποιο επουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα, όταν το δικαστήριο θεωρεί (ενν.
λόγω αυτού) ότι η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη. Με την τροποποίηση δηλαδή του άρθρου 424 ΚΠολΔ περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερομένων στην διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις, που κρίνονται ως επουσιώδεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η παράλειψη αναφοράς, στην επιδιδόμενη στον αντίδικό του προσκομίσαντος την ένορκη βεβαίωση κλήση, του επαγγέλματος του μέλλοντος να εξετασθεί μάρτυρα, ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτήν επικαλεσθεί και αποδείξει δικονομική βλάβη του από την παράβαση αυτή (Α.Π.1645/2023, Α.Π.1905/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού, η από τον αριθ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι και από τους αριθ.12 και 17 του ίδιου άρθρου), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, και ειδικότερα την προσκομισθείσα από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθμόν ...-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του μάρτυρος Γ.
Π., η οποία ελήφθη σε διαφορετική ώρα από εκείνη για την οποία η ίδια κλητεύθηκε και δεν παραστάθηκε και συνεπώς δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, διότι ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, επειδή στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, διότι το Εφετείο με ρητή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης στις ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τη συγκεκριμένη (αριθμόν ...-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών) την εξαιρεί αναφέροντας ρητά ότι δεν την λαμβάνει (καθόλου) υπόψη, διότι αυτή δεν λήφθηκε κατά την ορισθείσα ώρα (10.00), διότι δεν προσήλθε ο μάρτυρας και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, αλλά μεταγενέστερα, όταν είχε αποχωρήσει ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας - εναγομένης και δεν ήταν παρών κατά την εξέταση του μάρτυρα.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, το δε παράβολο που κατατέθηκε για το παραδεκτό της αναίρεσης πρέπει να αποδοθεί ως μη οφειλόμενο στην αναιρεσείουσα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων διότι πρόκειται για διαφορά μεταξύ συζύγων(άρθρα 179, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17/1/2024 αίτηση της Χ. Π. του Γ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 4333/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου αυτής στην αναιρεσείουσα και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ