Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim, ruling it is barred by 20-year statute of limitations instead of 5-year.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek electricity distribution company against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the 20-year statute of limitations to an unjust enrichment claim, whereas the 5-year limitation period should have applied due to a breach of contract. The court rejected this, holding that the claim was fundamentally based on unjust enrichment rather than contract breach, making the 20-year limitation period the correct legal bar.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249 and 250 of the Civil Code; The claim for unjust enrichment is subject to the 20-year statute of limitations when the enrichment arises from a non-owed performance, distinguishing it from contractual claims subject to the 5-year period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1348 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1348/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.. Κ. Ε. - Β. - Τ. - Τ. Α. «Ε., που εδρεύει στον Κορυδαλλό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπεληγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3728/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 914/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ιδίας διάταξης περ. α` η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 493/2010).
Ενόψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των αρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (ΑΠ 1014/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Κ.. Κ. Α.Ε." άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.", την από 17.6.2016 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθετε ότι τυγχάνει εργοληπτική εταιρία δημοσίων και ιδιωτικών έργων, κατέχουσα πτυχίο έκτης (ΣΤ') τάξεως.
Ότι δυνάμει του από 14.1.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.", καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα βάσει του άρθρου 123 Ν. 4011/2011, την υπ' αριθ. ... σύμβαση με τίτλο "ΔΙΚΤΥΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΕΙΡΑΙΑ", προκειμένου να εκτελέσει τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στο άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως εργασίες δικτύου παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιώς, αντί αμοιβής 12.629.000 ευρώ.
Ότι η διάρκεια της συμβάσεως αυτής ορίσθηκε, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 αυτής, σε 36 μήνες, με ρητή ημερομηνία πέρατος την 31.1.2011. Ότι, πέραν της συνολικής προθεσμίας εκτελέσεως του ως άνω έργου, συμφωνήθηκαν και τμηματικές προθεσμίες εκτελέσεως των εντολών εργασιών, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο άρθρο 5 παρ. 3 της συμβάσεως.
Ότι, κατά παράβαση του άρθρου 6 της συμβάσεως, στο οποίο προβλέπονται αναλυτικώς ποινικές ρήτρες για την υπέρβαση των οριζομένων από αυτήν προθεσμιών εντολών εργασιών δικτύου, η εναγομένη επέβαλε σε αυτήν ποινικές ρήτρες, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στη συμβατική πρόβλεψη, αλλά έχουν υπολογισθεί αυθαιρέτως.
Ότι, ειδικότερα, η εναγομένη προέβαινε για κάθε μήνα προόδου του έργου σε επιβολή αδικαιολογήτως υψηλών ποινικών ρητρών, το ποσόν των οποίων εισέπραττε δια της παρακρατήσεως του ποσού αυτών από έκαστο λογαριασμό πληρωμής με έκδοση ισόποσων τιμολογίων, δηλαδή εξοφλούσε μεν λογιστικώς και ουσιαστικώς το εργολαβικό αντάλλαγμα, όπως αυτό προέκυπτε από κάθε πιστοποίηση, αποδεχομένη πλήρως τις συντασσόμενες από την ίδια (ενάγουσα) πιστοποιήσεις και τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, πλην όμως ταυτοχρόνως προέβαινε σε συμψηφισμό των δήθεν απαιτήσεών της από κατάπτωση ποινικών ρητρών με το οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα, με συνέπεια να της επιβληθούν εν τέλει καθ' όλη τη διάρκεια εκπληρώσεως της συμβάσεως για την αιτία αυτή ποινικές ρήτρες ποσού 1.893.009,24 ευρώ.
Ότι επιχείρησε, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 42 των Γενικών Όρων της μεταξύ τους συμβάσεως, να επιλύσει την προκύψασα διαφορά με προσφυγή στην προβλεπομένη από τη διάταξη αυτή Επιτροπή Φιλικού Διακανονισμού χωρίς να διακόψει την εκτέλεση του έργου, για το λόγο δε αυτό κατέθεσε την 19.2.2010 αίτηση φιλικού διακανονισμού, προς την οποία όμως δεν υπήρξε ανταπόκριση, με συνέπεια να καταθέσει την 15.10.2013 δεύτερη αίτηση, προς την οποία ομοίως δεν υπήρξε απάντηση, ενώ το αυτό συνέβη και με τις επακολουθήσασες προς τούτο οχλήσεις της.
Ότι, καίτοι το άρθρο 6 της μεταξύ τους συμβάσεως ορίζει λεπτομερώς τον μαθηματικό τύπο υπολογισμού της ποινικής ρήτρας για την υπέρβαση προθεσμιών εκτελέσεως εργασιών και θέτει τους ορισμούς κάθε παραμέτρου του εν λόγω μαθηματικού τύπου, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, η εναγομένη επέβαλλε ποινικές ρήτρες αυθαιρέτως και κατά παράβαση του ως άνω μαθηματικού τύπου και με υπολογισμό των προθεσμιών εκτελέσεως των εργασιών όχι επί τη βάσει εργασίμων ημερών, όπως ρητώς προβλέπεται από τη σύμβαση, αλλά επί τη βάσει ημερολογιακών ημερών.
Ότι, ειδικότερα, προέβη στις λεπτομερώς παρατιθέμενες στο αγωγικό δικόγραφο ανά λογαριασμό και εντολή αχρεώστητες καταβολές λόγω καταπτώσεως ποινικών ρητρών, συνολικού ποσού 586.506,20 ευρώ, ενώ υπήρξαν και περιπτώσεις επιβολής ποινικών ρητρών, συνολικού ποσού 240.982,69 ευρώ, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε υπαίτια εκ μέρους της υπέρβαση συγκεκριμένων προθεσμιών, κατά τα ομοίως αναλυτικώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής ανά λογαριασμό και εντολή.
Ότι συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης υποχρεώθηκε να καταβάλει σε αυτήν αχρεωστήτως το συνολικό ποσόν των 827.488,89 ευρώ, το δε ποσόν αυτό της οφείλεται ευθέως και αποκλειστικώς κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ). Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε, κατόπιν παραδεκτής με τις προτάσεις τροπής του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει για την αναφερομένη στο ιστορικό αυτής αιτία το συνολικό ποσόν των 827.488,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής καθενός των επιμέρους αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών (λόγω γνώσεως της ανυπαρξίας του χρέους άρθρο 911 ΑΚ), άλλως από την 19.2.2010 (ημερομηνία οχλήσεως δια της καταθέσεως της υπ' αριθ.
πρωτ. 2037/2010 αιτήσεως φιλικού διακανονισμού, με την οποία έλαβε χώρα γνωστοποίηση της ανυπαρξίας του χρέους), άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3728/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, στηριζομένη αποκλειστικώς και ευθέως στις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και ακολούθως έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 827.488,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής καθενός επιμέρους ποσού. Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε η εναγομένη την από 20.7.2016 έφεση, με τον δεύτερο λόγο της οποίας παραπονέθηκε για την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, ισχυριζόμενη ότι η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσης ως αβάσιμο, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία παραπονείται με τον δεύτερο λόγο εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει νόμιμη, στηριζομένη αποκλειστικώς και ευθέως στις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθ' όσον αφορά σε απαίτηση αχρεωστήτου και όχι σε απαίτηση από τη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα έγκυρη και ισχυρή σύμβαση έργου, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, διότι: α) η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι από ουσιαστικής απόψεως επιβοηθητικής (επικουρικής) φύσεως και ασκείται νομίμως, μόνον εάν ελλείπουν οι προϋποθέσεις από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιούται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα, επί των οποίων ερείδεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, στην προκειμένη δε περίπτωση η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία, η οποία επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή των ρυθμίσεων της μεταξύ τους καταρτισθείσας συμβάσεως έργου περί ποινικών ρητρών, όφειλε να στηρίξει την αγωγή της ευθέως στην εν λόγω καθ' όλα ισχυρή και έγκυρη σύμβαση έργου, η οποία αποτελεί νόμιμη αιτία της ένδικης περιουσιακής μετακινήσεως, εντεύθεν δε δεν στοιχειοθετείται πλουτισμός της και δη αδικαιολόγητος, β) η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία δεν επικαλείται - ούτε επικουρικώς - ακυρότητα ή ελαττωματικότητα της μεταξύ τους σύμβασης έργου, γ) δεν υφίσταται απαίτηση αχρεωστήτου, καθ' όσον συντρέχουν όλοι οι όροι θεμελιώσεως της συμβατικής ευθύνης, ήτοι το ζητούμενο με την αγωγή ποσόν των 827.488,89 ευρώ δεν συνιστά παράνομο πλουτισμό της, αλλά η εκ μέρους της είσπραξη αυτού στηρίζεται σε πλήρη και απόλυτη εφαρμογή των όρων της μεταξύ τους συμβάσεως έργου και δ) στην πραγματικότητα η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία ζητεί την επιστροφή σε αυτήν όχι αχρεωστήτως καταβληθείσας παροχής, αλλά μέρους του εργολαβικού ανταλλάγματος, προς την απαίτηση καταβολής του οποίου συμψηφίσθηκε η δική ανταπαίτηση από την κατάπτωση των συμφωνηθεισών ποινικών ρητρών, δηλαδή και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος βάσει της μεταξύ τους καταρτισθείσας έγκυρης και καθ' όλα ισχυρής συμβάσεως έργου.
Ωστόσο, κατά τη γενομένη δεκτή από το παρόν Δικαστήριο ως ορθότερη δογματικώς άποψη, η ασκουμένη με την υπό κρίση αγωγή αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα, εντεύθεν δε νομίμως ασκείται ευθέως (υπό την έννοια της θεμελιώσεως αυτοτελούς κυρίας βάσεως) προς αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθείσας παροχής λόγω α) εσφαλμένου υπολογισμού της (πράγματι συμβατικώς προβλεπομένης και ορθώς κατ' αρχήν καταπεσούσας αναφορικώς με μεγάλο αριθμό επιμέρους ειδικώς προσδιοριζομένων εντολών του έργου, όπως ευθέως συνομολογείται από την εφεσίβλητο ανώνυμο εταιρία) ποινικής ρήτρας και β) εσφαλμένης διαγνώσεως των προϋποθέσεων καταπτώσεως αυτής, διότι ο πλουτισμός της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, συνιστάμενος α) είτε στην είσπραξη της διαφοράς μεταξύ του προβλεπομένου από την έγκυρη και καθ' όλα ισχυρή σύμβαση έργου ποσού της ποινικής ρήτρας και του πράγματι (καθ' υπέρβαση της συμβατικής προβλέψεως) καταβληθέντος εν τέλει μείζονος ποσού και β) είτε στην είσπραξη του συνόλου του ποσού της ποινικής ρήτρας, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της καταπτώσεως αυτής, επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν δύναται να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή της.
Σημειωτέον ότι η πρόβλεψη από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μηχανισμού συμψηφισμού της απαιτήσεως της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας περί καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος προς την ανταπαίτηση της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας από την κατάπτωση ποινικής ρήτρας δεν δύναται να αγάγει σε κρίση ότι με την ένδικη αγωγή ζητείται στην πραγματικότητα η "εκ πλαγίου" (δια της επιστροφής των φερομένων ως εσφαλμένως συμψηφισθέντων ποσών) πλήρης καταβολή του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, ήτοι η εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, επαγομένη τον αποκλεισμό της αξιώσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία αφ' ενός μεν συνομολογεί την υπερημερία της περί την παράδοση συγκεκριμένων τμημάτων του έργου και αμφισβητεί απλώς τον ορθό υπολογισμό της πράγματι οφειλομένης και καταβλητέας εκ μέρους της ποινικής ρήτρας (κεφάλαιο αγωγής αχρεωστήτων καταβολών ανά λογαριασμό και ανά εντολή εκτελέσεως συγκεκριμένων τμημάτων του έργου), αφ' ετέρου δε ισχυρίζεται ότι σε σειρά περιπτώσεων, αναλυτικώς παρατιθεμένων στο αγωγικό δικόγραφο (κεφάλαιο αγωγής "ΛΟΙΠΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ"), δεν υφίστατο εκπρόθεσμη παράδοση των συγκεκριμένων τμημάτων του έργου και ως εκ τούτου, ελλείψει υπερημερίας της περί την εκτέλεση και εμπρόθεσμη παράδοση αυτών, ουδέποτε γεννήθηκε υποχρέωση παροχής αυτής από την κατάπτωση ποινικής ρήτρας, ήτοι δεν ασκεί αγωγή καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος, την είσπραξη του οποίου συνομολογεί και ουδόλως αμφισβητεί.
Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ, o υποστηρίζων δε τα αντίθετα δεύτερος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, ως προς την βάση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, υπό την έννοια της θεμελιώσεως αυτοτελούς κυρίας βάσεως προς αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθείσας παροχής, η οποία πράγματι ήταν νόμιμη, ενόψει και του ότι η εκτίμηση από αυτό του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της. Ειδικότερα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης αποκλειστικά στις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, και ως εκ τούτου ήταν δυνατή η νομική της θεμελίωση ευθέως στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού ρητά επικαλούνταν η αναιρεσίβλητη ότι προέβη στην επίδικη παροχή προς την αναιρεσείουσα αχρεωστήτως, λόγω α) εσφαλμένου υπολογισμού της συμβατικώς προβλεπόμενης ποινικής ρήτρας και β) εσφαλμένης διαγνώσεως των προϋποθέσεων καταπτώσεως αυτής, έτσι δε ο πλουτισμός της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, συνιστάμενος είτε στην είσπραξη της διαφοράς μεταξύ του προβλεπομένου από την έγκυρη και καθ' όλα ισχυρή σύμβαση έργου ποσού της ποινικής ρήτρας και του πράγματι καταβληθέντος εν τέλει μείζονος ποσού, είτε στην είσπραξη του συνόλου του ποσού της ποινικής ρήτρας, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της καταπτώσεως αυτής, επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση της αναιρεσίβλητης, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή της.
Πρόκειται, λοιπόν, για αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και όχι για αξίωση από τη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, με τη μορφή αξίωσης για καταβολή μέρους του εργολαβικού ανταλλάγματος από την αναιρεσίβλητη, την είσπραξη του οποίου άλλωστε συνομολογεί και δεν αμφισβητεί η τελευταία, με συνέπεια να μη είναι δυνατή η στήριξη της αγωγής σε ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσείουσας, ούτε και σε αδικοπρακτική ευθύνη της, αλλά αποκλειστικά και ευθέως στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αρ. 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αφενός μεν υποστηρίζει ότι η αξίωση που άσκησε η αναιρεσίβλητη δεν είναι αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλλά αξίωση από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, αφετέρου δε ότι, σε κάθε περίπτωση και δη αν ήθελε θεωρηθεί ότι συντρέχουν οι όροι του άρθρου 904 ΑΚ, η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η από τη σύμβαση έργου αγωγή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του.
Κατά το άρθρο 249 του ΑΚ "ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά είναι εικοσαετής", κατά το άρθρο 251 ΑΚ "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της" και κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εικοσαετής και αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή που ο εναγόμενος αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος, ακριβέστερα δε από τη στιγμή που θα πληρωθούν όλοι οι όροι της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης (ΑΠ 1518/2021, ΑΠ 1230/2017).
Έτσι, στην περίπτωση που ο πλουτισμός προέκυψε από παροχή αχρεώστητη, χρονικό σημείο γέννησης της υποχρέωσης του λήπτη να αποδώσει την ωφέλεια και αντίστοιχα της αξίωσης του δότη προς απόδοσή της και άρα αφετηρία της εικοσαετούς παραγραφής, είναι εκείνο κατά το οποίο ο δότης κατέβαλε την αχρεώστητη παροχή στο λήπτη (ΑΠ 1518/2021).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 αριθμός 1 του ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν, και κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα.
Επομένως, στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 250 αριθμός 1 του ΑΚ υπόκεινται οι αξιώσεις των εργολάβων κατά των εργοδοτών για την καταβολή της αμοιβής τους από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση έργου (ΑΠ 233/2016) και όχι οι αξιώσεις τους που στηρίζονται αποκλειστικά στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως, ότι οι επίδικες αξιώσεις της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο 2008 έως και τον Οκτώβριο 2010, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3728/2017 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας, λόγω μη εφαρμογής του άρθρου 250 ΑΚ, αλλά του άρθρου 249 ΑΚ. Με τον τρίτο λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η προβληθείσα από αυτήν ένσταση παραγραφής ήταν νόμιμη.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "H εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία παραπονείται με τον τρίτο λόγο εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη (ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως) την παραδεκτώς προταθείσα εκ μέρους της ένσταση πενταετούς παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 247, 250 αριθ. 1, 251, 253 και 694 παρ. 1 ΑΚ, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να δεχθεί ότι με την υπό κρίση αγωγή ασκείται πράγματι αξίωση καταβολής τμήματος του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο παρακρατήθηκε και συμψηφίσθηκε με τις καταπεσούσες ποινικές ρήτρες, η οποία υπόκειται κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις σε πενταετή παραγραφή, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής, κατά τα αναλυτικώς εκτεθέντα με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις της και ήδη με το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως, ακολούθως δε ώφειλε να απορρίψει για το λόγο αυτό την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. ....
Ωστόσο, με την υπό κρίση αγωγή δεν ασκήθηκε η αξίωση της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας για την καταβολή της οφειλομένης σε αυτήν εργολαβικής αμοιβής, αλλά ευθέως η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό υπό την ειδική νομοτυπική μορφή της καταβολής μη οφειλομένης παροχής (απαίτηση αχρεωστήτου), η οποία υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή και όχι στην βραχεία ειδική παραγραφή των διατάξεων των άρθρων 694 παρ. 1 και 250 αριθ. 1 ΑΚ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την προταθείσα ένσταση πενταετούς παραγραφής ως μη νόμιμη (ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως), δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 247, 250 αριθ. 1, 251, 253 και 694 παρ. 1 ΑΚ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα τρίτος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. .... ".
Ήδη, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και περί εικοσαετούς παραγραφής (άρθρο 249 ΑΚ) τις οποίες εσφαλμένα εφήρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς και αυτές της πενταετούς παραγραφής (άρθρο 250 ΑΚ) τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, με συνέπεια να δεχθεί ότι η ένδικη αξίωση έχει έρεισμα στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και δεν έχει παραγραφεί, ενώ στην πραγματικότητα οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης ερείδονται κατ' ουσίαν στη μεταξύ τους σύμβαση έργου και δη σε αθέτηση της συμβατικής της υποχρέωσης για καταβολή του συνόλου του εργολαβικού ανταλλάγματος, λόγω αντισυμβατικής εφαρμογής των συμφωνηθέντων, αναφορικά με τον συμφωνηθέντα τρόπο υπολογισμού των ποινικών ρητρών και την αιτία κατάπτωσης αυτών, τις οποίες εσφαλμένα και παρά τη σύμβαση της καταλογίζει η αντίδικος ότι συμψήφιζε με μέρος της εργολαβικής αμοιβής της, με συνέπεια η αντίδικος να εγείρει κατ' ουσίαν την αξίωσή της για απόδοση του αντισυμβατικά παρακρατούμενου και συμψηφιζόμενου μέρους της εργολαβικής της αμοιβής, η οποία αξίωση έχει υποπέσει στην 5ετή παραγραφή.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η ένδικη αξίωση, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που διαλαμβάνονται στην αγωγή, θεμελιώνεται αποκλειστικά και ευθέως στις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπό την ειδική νομοτυπική μορφή της καταβολής μη οφειλομένης παροχής (απαίτηση αχρεωστήτου) προς την αναιρεσείουσα, λόγω εσφαλμένου υπολογισμού της συμβατικώς προβλεπόμενης ποινικής ρήτρας και εσφαλμένης διαγνώσεως των προϋποθέσεων καταπτώσεως αυτής, και όχι σ' αυτές της σύμβασης έργου.
Επομένως, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Απριλίου 2021 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ A.E.", για αναίρεση της με αριθ. 914/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ