Legislator Case Law & Legislation
1348/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's award of damages for moral injury in a custody dispute.

Case Number 1348/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the specific amount of damages awarded for moral injury and additional compensation in a custody dispute. The parents argued the lower court undervalued the non-material harm suffered by their minor child, citing violations of substantive law principles. The court agreed that the appellate court erred in its assessment of the compensation amounts but remitted the case for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 931 and 932 of the Civil Code; The Supreme Court held that an appellate court must carefully assess the extent of moral injury and additional compensation in custody disputes, and an error in quantifying these damages constitutes grounds for allowing an appeal.

Keywords

AI generated
custody dispute moral injury damages additional compensation appellate review Civil Code provisions remittal to lower court non-material harm

Cited Legislation

AI generated
Article 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 § 1b of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 63 of the Code of Civil Procedure
Article 64 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 127 of the Civil Code
Article 931 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1348 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1348/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Σ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα και επιμέλεια γονείς του α) Σ. Α. του Ρ. και β) Ν. Χ. Ο. του Ν., κατοίκων ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Χελιδώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Α. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2017 αγωγή των Σ. Α. του Ρ. και Ν. Χ. Ο. του Ν., για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους - αναιρεσείοντος Ν. Α. του Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στο σημείο αυτό λεκτέο ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 ΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα και του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο Δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο Δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ` αυτό από τους γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική του μέριμνα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 315/2005 ΕλλΔικ 47.1351).

Σε κάθε περίπτωση διάδικος είναι το ίδιο το ανήλικο τέκνο, εφόσον η καταγόμενη σε δίκη διαφορά αφορά αυτό, και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου τους να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπειαν, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται επί δικαστηρίου τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ.

ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η δίκη με την συμμετοχή του ενηλικιωθέντος τέκνου (ΑΠ 1157/2014, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 181/ 2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο του ανωτέρω αναιρεσείοντος (άρθρ. 63 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Ν. Α. του Σ., τον οποίο εκπροσωπούσαν οι γονείς του Σ. Α. και Ν. Χ. Ο., γεννήθηκε στις 22-7-2002 (βλ. το με αριθμό …/…-2-2020 πληρεξούσιο της συμ/φου Ξάνθης Ευαγγελίας Παντερμαλή) και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκε στις 22-7-2020, δηλαδή εξακολουθούσε να είναι ανήλικος τόσο μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμόν 190/2019 απόφασης (20-6-2019) και όσο και και κατά το χρόνο που, οι νομίμως εκπροσωπούντες αυτό γονείς του, άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (12-2-2020), αφού μέχρι τότε δεν είχε συμπληρώσει ακόμη το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Κατά συνέπειαν τον αντιπροσώπευαν νομίμως οι γονείς του, οι οποίοι ασκούσαν από κοινού την γονική του μέριμνα. Ο ίδιος, όταν συζητήθηκε η υπόθεση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (14-5-2021), ήταν ήδη ενήλικος και επομένως, μετά την κατά τα ως άνω ενηλικίωσή του, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων του και νομίμως η δίκη συνεχίζεται πλέον στο όνομά του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1546/2014, Α.Π. 1513/2014).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα, και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 96/2015).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1150/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένταση, ανακοπή, ένδικο μέσο) όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007), ενώ δεν αποτελούν πράγματα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, οι ισχυρισμοί, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1202/2000).

Ακόμη, δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 719/2017, ΑΠ 244/2001). Έτσι, η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) με την παραδοχή εν μέρει διαφορετικών περιστατικών από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει τον αναιρετικό από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 846/2017, ΑΠ 524/2012).

Συνακόλουθα τούτων, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ` άρθρο 562 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 865/2017).

Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητος, αποδίδοντας σ' αυτήν (απόφαση) τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 8, 10 και 19 ΚΠολΔ, ενώ στη συνέχεια, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττει τα κεφάλαια της επιδικάσεως: α) πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και β) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 ΑΚ, αποδίδοντας τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 4, 9 και 19 του ΚΠολΔ, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά στη συνέχεια της παρούσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την πληττόμενη 190/2019 απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα, ως προς το ενδιαφέρον κεφάλαιο της υπαιτιότητας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 24-10-2016 και περί ώρα 17.30 μ.μ., ο γεννηθείς στις 22-7-2002 Α. Ν.,..ανήλικος ενάγων.., οδηγούσε εντός του οικισμού ...

και δη στο 23ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. Ξάνθης -Μαγγάνων τη με αριθμό κυκλ. … δίκυκλη μοτοσικλέτα με κατεύθυνση από Μάγγανα προς Ξάνθη, χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης και χωρίς να φέρει κράνος. Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, έχει πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρα και πλάτος ερείσματος 1,7 μέτρα, τα αντίθετα ρεύματα πορείας χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στη συμβολή με την ανώνυμη δημοτική οδό, ενώ το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής..

Την ίδια στιγμή ο 1ος εναγόμενος εκκαλών-εφεσίβλητος Χ. Α., οδηγώντας το με αρ. κυκλ. … ΙΧΦ... ιδιοκτησίας του, .... που ήταν τότε ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του στη 2η εναγομένη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, κινούνταν επί ανώνυμης δημοτικής οδού, η οποία τέμνει την Ε.Ο Ξάνθης-Μαγγάνων, όπου κινούνταν ο ως άνω ανήλικος, με σκοπό να τη διασχίσει κάθετα και να συνεχίσει ευθεία επί της ιδίας οδού.

Ο ανήλικος ενάγων κινείτο σε οδό προτεραιότητας, ενώ ο πρώτος εναγόμενος σε οδό πλάτους 6 μέτρων και πριν τη συμβολή με την οδό πορείας της μηχανής είχε ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), ενώπιον της οποίας ακινητοποιήθηκε, ως όφειλε προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία επί της Ε.Ο Ξάνθης-Μαγγάνων, πριν εισέλθει σ'αυτήν για να την διασχίσει.

Ο οδηγός του φορτηγού (1ος εναγόμενος), αν και η ορατότητά του δεν περιοριζόταν, αφού η οδός ήταν ευθεία και επικρατούσαν συνθήκες νύχτας με επαρκή φωτισμό και καλοκαιρία, έλεγξε πλημμελώς την κυκλοφορία επί της Ε.Ο. Ξάνθης -Μαγγάνων και ξεκίνησε, με βραδεία κίνηση, λόγω της φύσης του οχήματός του, να εισέρχεται εκ δεξιών στο ρεύμα πορείας που κινείτο ο ανήλικος ενάγων, χωρίς να τον αντιληφθεί, αποκλείοντάς το, και κινούμενος σταδιακά προς το αντίθετο ρεύμα πορείας καταλαμβάνοντας και αυτό.

Ο τελευταίος, ο οποίος στερούνταν άδειας οδήγησης, εκινείτο με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, ενόψει της υφιστάμενης διασταύρωσης εντός κατοικημένης περιοχής, τις συνθήκες νύχτας που επικρατούσαν, των πενήντα (50) χιλιομέτρων την ώρα, ήταν δε άπειρος και ανεπιτήδειος περί την οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καθυστερημένα την αρχόμενη κίνηση του φορτηγού και αντί να προβεί άμεσα σε επιτυχημένο της σύγκρουσης αποφευκτικό ελιγμό, τροχοπεδώντας το όχημά του και κινούμενος προς τη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, δεδομένου ότι το φορτηγό κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση, προκειμένου είτε να διέλθει όπισθεν τούτου είτε να πορευτεί προς την ανώνυμη οδό, την οποία στο μεταξύ το φορτηγό είχε εξ ολοκλήρου εγκαταλείψει και ήτα ελεύθερη και διπλής κατεύθυνσης, τροχοπέδησε καθυστερημένα, ενεργώντας αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά, ήτοι προς το αντίθετο ρεύμα πορείας, που στο μεταξύ είχε καταλάβει κινούμενος αργά ο οδηγός του φορτηγού, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, ήτοι της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε, η οποία πλαγιολίσθησε για πέντε (5) μέτρα και εν συνεχεία, επέπεσε και συρόμενη πέρασε διαγώνια κάτω από το αμάξωμα του φορτηγού, μεταξύ εμπρόσθιων και οπίσθιων τροχών του, χωρίς να συγκρουστεί με αυτό και προσέκρουσε στο κράσπεδο του πεζοδρομίου στο αριστερό έρεισμα της ΕΟ μαζί με τον επιβαίνοντά της, όπου ακινητοποιήθηκε.

Η εν λόγω σύγκρουση οφείλεται κατ'αρχήν σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. Χ Α. (1ου εναγομένου), ο οποίος οδηγώντας το με αριθμό κυκλ. … φορτηγό, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε σύμφωνα με τις περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του και, αν και ακινητοποίησε το όχημά του στη συμβολή των ανωτέρω οδών, όπου υποχρεούνταν δεδομένου ότι είχε στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), έλεγξε πλημμελώς την οδό με προτεραιότητα που κινούνταν ο ενάγων και είτε τον είδε, είτε πίστεψε ότι λόγω της απόστασης που τους χώριζε θα προλάβαινε να διέλθει την οδό και εισήλθε στη διασταύρωση με αποτέλεσμα να διακόψει την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων, ο οποίος έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και τραυματίστηκε σοβαρά από την πτώση του στο οδόστρωμα.

Όμως, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε και αμέλεια του παθόντος ενάγοντος. Ειδικότερα, αυτός, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, έβαινε ανεπιτρέπτως με ταχύτητα 50 χιλιόμετρα την ώρα, αν και έπρεπε να τη μειώσει αφού πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και επικρατούσαν συνθήκες νύχτας και έτσι, δεν μπόρεσε να τροχοπεδήσει όταν εμφανίσθηκε, στη συμβολή των ως άνω οδών, το ΙΧΦ αυτοκίνητο ή να επιχειρήσει ορθό αποφευκτικό ελιγμό ..Επίσης, ο ενάγων στερείτο άδειας οδήγησης και η παράβαση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επίδικη σύγκρουση, αφού εάν ήταν εφοδιασμένος με άδεια, θα μπορούσε έχοντας την ικανότητα ως μέσος οδηγός μοτοσικλέτας, να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων με τροχοπέδηση ή αποφευκτικό (προς τα δεξιά) ελιγμό, ενέργειες όμως, που αυτός επιχείρησε καθυστερημένα και εσφαλμένα...Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων σ'αυτό οδηγών, του ποσοστού αμέλειας εκάστου προσδιοριζόμενου σε 70% για τον πρώτο εναγόμενο οδηγό και σε 30% για τον ενάγοντα, οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας.

Πρέπει συνεπώς, να γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και κατ'ουσία, η παραδεκτώς προβληθείσα από τους εναγομένους σχετική ένσταση συνυπαιτιότητος του παθόντος ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του ενάγοντος και του οδηγού του παραπάνω ΙΧΦ, αλλά με διαφορετικό ποσοστό, ήτοι κατά 50% έκαστος εξ αυτών, αντί για ποσοστό 70% (1ος εναγόμενος) και 30% (ενάγων) αντίστοιχα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό (πρώτο) λόγο της υπ' αριθμ.

καταθ. 80/2018 έφεσης του ενάγοντος, ενώ ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται ο συναφής (πρώτος) λόγος της υπ' αριθμ. καταθ. 74/2018 έφεσης των εναγομένων με τον οποίο υποστηρίζουν τα αντίθετα (περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, άλλως αναγνωρίσεως μεγαλύτερου ποσοστού συνυπαιτιότητάς του)." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης 21/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, εξαφανίζοντάς την και, αφού δίκασε κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ειδικότερα με το πρώτο και τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αντίστοιχα, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως ευθέως και εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος αφορά εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς, η απόφαση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη στο θέμα αυτό.

Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη 190/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον παρατιθέμενο στις σελίδες 5, 8 και 13 του αναιρετηρίου νόμιμο, κατ' αυτήν, ισχυρισμό της που προέβαλε παραδεκτά στη δίκη και που αφορούσε: "το προταθέν με την έφεση και αποδεδειγμένο περιστατικό ότι ο εναγόμενος ομολόγησε ο ίδιος ότι δεν τον είδε (αναιρεσείοντα) , ενώ δεν αξιολογήθηκε η παραδοχή του Δικαστηρίου, ότι ο εναγόμενος είχε ακινητοποιηθεί και έγινε αντιληπτός από τον αναιρεσείοντα, που συνεπάγεται ότι έπρεπε ακολούθως να γίνει δεκτό και ότι το γεγονός αυτό ευλόγως τον έπεισε (ενάγοντα-αναιρεσείοντα) ότι ο εναγόμενος θα ανέμενε και θα του παραχωρούσε την οφειλόμενη προτεραιότητα".

Κατ' αρχάς, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής και, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά συνιστά επιχείρημα του αναιρεσείοντος για την υποστήριξη των απόψεών του περί μη συνυπαιτιότητός του στην πρόκληση του ατυχήματος, ο οποίος και μόνο αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής και, ως εκ τούτου, ο παρών λόγος, κατά το σκέλος αυτό, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, ο παραπάνω, θεμελιωτικός του λόγου τούτου, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την απόφασή του αυτή (σελ. 12) στην ουσία ρητώς, αλλά και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή αντιθέτων εκείνων που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό και επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο δεύτερο σκέλος του, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.

Τέλος, απαραδέκτως προβάλλεται και η τελευταία, κατά το άρθρο 559 υπ' αριθμ. 10 ΚΠολΔ παραβίαση, με την οποία ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή χωρίς αναφορά σε επιστημονικά πορίσματα ή σε κάποια επίσημη ή και απλή στατιστική έρευνα και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι αυτός:

α) ήταν άπειρος και ανεπιτήδειος περί την οδήγηση, αφού θα μπορούσε ν' αποφύγει την σύγκρουση, αν κατείχε την σχετική άδεια και β) ότι κινείτο νύκτα με ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χιλ. την ώρα, με αποτέλεσμα να μην δυνηθεί να τροχοπεδήσει ή να επιχειρήσει ορθό αποφευκτικό ελιγμό, αξιολογήσεις οι οποίες οδήγησαν στην κρίση ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε και αμέλεια του ιδίου (ενάγοντος-παθόντος), αφού ενόψει των εκτεθέντων και των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα παραπάνω δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την διαλαμβανόμενη στην μείζονα σκέψη της παρούσας έννοια, αλλά επιχειρήματα, τα οποία αντλεί ο αναιρεσείων, από την κατ' αυτόν εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αρ. 10 λόγος αναίρεσης, υπό την επίκληση του οποίου ο αναιρεσείων πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι προεχόντως απαράδεκτος. Ο λόγος δε αυτός σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανόμενη σε αυτήν ρητή βεβαίωση "από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού και από όλα τα έγγραφα, επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου..που λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια... ", μη δυνάμενη να θεμελιώσει τους προβαλλόμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ούτε η, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων (έστω και εσφαλμένη), δικαστική κρίση, γιατί η τελευταία, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος στο σύνολό του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του Α.Κ.

προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Επίσης, η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό-οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτιμάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή να το καθορίσει, κατά δίκαιη κρίση, σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειές της αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 441/2017, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 560/2013).

Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης και αυτής της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό των επιδικαζόμενων ποσών, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης και αποζημίωσης για την αναπηρία ή παραμόρφωση, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω θέματα της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης αποζημιώσεως κατά το άρθρο 931 ΑΚ, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ανατροπή της μηχανής και την πτώση του ανήλικου ενάγοντος στο οδόστρωμα αυτός υπέστη εκδορές τριχωτού κεφαλής, περιτραυματική αμνησία, κεφαλαιμάτωμα βρεγματικά οπίσθια, κάταγμα στο έξω τοίχωμα του δεξιού ιγμορείου άντρου και πιθανόν στην κορυφή αυτού με μερική κατάληψη του αυλού του, παρουσία αιμορραγικών θλάσεων στο οπίσθιο τμήμα του ΔΚΛ με ρήξη κυψελίδων, τραυματικό πνευμονοθώρακα (μικρής έκτασης δεξιά), τραυματισμό άλλων ενδοθωρακικών οργάνων (πνευμονικές θλάσεις), πολλαπλά κατάγματα πλευρών (8ης και 10ης πλευράς δεξιά) και τραυματισμό νεφρού (θλάση στο οπίσθιο βασικό τμήμα του δεξιού λοβού ήπατος με παρουσία ενδοπαρεγχυματικής βλάβης, εκτεταμένη βλάβη δεξιού νεφρού - βλ.

σχετική γνωμάτευση ..) Εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού του ο ενάγων διεκομίσθη για την αντιμετώπιση της κατάστασής του στο Π.Γ.Ν Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 20-11-2016 οπότε και εξήλθε, αφού υποβλήθηκε σε αφαίρεση δεξιού νεφρού. Από τα τραύματα που εντοπίζονται στο κεφάλι του ενάγοντος (κεφαλαιμάτωμα-βρεγματικά οπίσθιο κάταγμα στο έξω τρίχωμα του δεξιού ιγμόρειου άντρου) προκύπτει με βεβαιότητα ότι τούτος δεν έφερε κράνος και είναι υπαίτιος στην πρόκληση των εν λόγω (στο κεφάλι) τραυματισμών του κατά ποσοστό 60%, κατά παραδοχή της σχετικής νόμιμης ένστασης των εναγομένων...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την έξοδο του ανήλικου ενάγοντα από το νοσοκομείο και για διάστημα τριών μηνών, αυτός, που εκτός από νεφρεκτομή υπέστη και πολλαπλά κατάγματα στον θώρακα, χρειαζόταν επιπλέον βοήθεια και φροντίδα κατά τη μετακίνηση και την υγιεινή, τις οποίες κάλυψε ..η μητέρα του...Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι ο ανήλικος ενάγων πριν το ατύχημα ήταν υγιής και δραστήριος.

Σύμφωνα με τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού ποσοστών αναπηρίας η νεφρεκτομή για οποιοδήποτε λόγο πλην της κακοήθειας, όπως το ένδικο ατύχημα, ανέρχεται το πρώτο έτος σε 30% και μετά τη συμπλήρωση του πρώτου έτους σε 10%. Ο ίδιος δεν λαμβάνει κάποια φαρμακευτική αγωγή, είναι όμως υποχρεωμένος να υποβάλλεται κάθε έτος σε εξετάσεις (ετήσια μέτρηση της κρεατινίνης πλάσματος, ετήσιος έλεγχος των ούρων για λεύκωμα και συχνή παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης), στα πλαίσια δε πρόληψης της νεφρικής νόσου, και ενόψει του ότι στους ασθενείς με μονήρη νεφρό η συχνότητα νεφρικής βλάβης είναι μεγαλύτερη σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, πρέπει ν' ακολουθεί ισορροπημένη αναλό μη υπερλευκωματούχο διατροφή, να διατηρεί την αρτηριακή πίεση και το σωματικό βάρος χαμηλά να αποφεύγει εξωγενείς νεφροτομικούς να αποφεύγει σπόρ επαφής με βία..

Συνεπώς, παρότι οι περιορισμοί που αντιμετωπίζει σήμερα ο ενάγων στη χρήση του σώματός του δεν είναι εξαιρετικοί, αφού μπορεί να εργαστεί, υφίσταται όμως περιορισμός των δραστηριοτήτων του είναι σημαντικός, τόσο στην επαγγελματική του όσο και στην κοινωνική του ζωή, αφού αναγκαία η νεφρεκτομή τον αποκλείει από εμπειρικά πεδία έντονης ή δυνητικά επικίνδυνης δραστηριότητας συνεκτιμωμένου και του νεαρού της ηλικίας του (14 ετών) και της μορφολογικής έκπτωσης δια των ουλών στον κορμό του.

Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να καταβληθεί σ' αυτόν, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην νομική σκέψη της παρούσης πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000) ευρώ. Τέλος, ενόψει των προεκτεθεισών συνθηκών τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας, της συνυπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού, της ψυχικής ταλαιπωρίας του ανήλικου ενάγοντος και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών (η ευθύνη της δεύτερης ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική), το Δικαστήριο αυτό κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ανήλικος ενάγων ανέρχεται στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ.

Με την επιδίκαση του ποσού αυτού στον ανήλικο ενάγοντα, δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας καθόσον τούτο είναι ανάλογο προς τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 του ΑΚ αποζημίωση ποσού 50.000 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 40.000 ευρώ έσφαλε, γενομένου εν μέρει δεκτού ως ουσία βασίμου του σχετικού λόγου της υπ' αριθμ. 74/2018 έφεσης των εναγομένων και απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του αντιστοίχου λόγου της υπ' αριθμ. 80/2018 έφεσης του ενάγοντος...".

Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος στο ποσό των 25.000 ευρώ και την πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ σε 35.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικός δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του (με στοιχ. Β-1, σελ.16), που πλήττει τα κεφάλαια των άρθρων 931 και 932 ΑΚ, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ' αυτόν τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ και πρόσθετης αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 ΑΚ, αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Περαιτέρω, κατόπιν της παραδοχής του προαναφερόμενου σκέλους του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών σκελών του ίδιου ως άνω (δεύτερου) λόγου αυτής, από τους αριθμούς 19, 4 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττουν τα ίδια ως άνω κεφάλαια της εφετειακής απόφασης (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ), καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου σκέλους αυτού, που έγινε δεκτό, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των ως άνω λοιπών σκελών του, που διατυπώνονται με την ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης και αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαια αυτής που αφορούν το ύψος της επιδικασθείσης στον αναιρεσείοντα: α) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 25.000 ευρώ και β) πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, ποσού 35.000 ευρώ. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 190/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Οκτωβρίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ