1348/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/ΤΠ/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1186/2012 μη οριστική και 1232/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1348/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 8/9/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 1232/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1348 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1348/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η αρχικά ενάγουσα Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σ. Κ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Η., 2) Ι. συζύγου Γ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζηργάνο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/ΤΠ/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1186/2012 μη οριστική και 1232/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/5/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 8/9/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 1232/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ.1232/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δεχόμενο την από 6-4-2009 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αυτή πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμη την απευθυνόμενη εναντίον τους από 28-2-2005 αγωγή περί καταδίκης των τελευταίων στην καταβολή των αναφερομένων σε αυτή χρηματικών ποσών, λόγω της επικαλούμενης από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία αδικοπρακτικής ευθύνης τους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 22/2005). Νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072/2005), ενώ δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/7008., ΑΠ 625/2008, ΑΠ 739/2011).Έτσι, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο αυτός είχε μεν προβάλλει πρωτοδίκως, αλλά δεν τον είχε επαναφέρει ενώπιον του Εφετείου κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Συνεπώς για να είναι ορισμένος ο από την παράβαση αυτή γεννώμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, καίτοι δεν είχε επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του (ΑΠ 1647/2005, ΑΠ 739/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα,(αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά διά των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 740 ΚΠολΔ, Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.
Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, (πολύ δε περισσότερο, όταν δεν γίνεται ούτε τούτο), που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 9/2000, 14/2005, 23/2008, ΑΠ 353/2011).
Ειδικότερα, για την επίκληση του αποδεικτικού μέσου δεν είναι απαραίτητη η χρησιμοποίηση πανηγυρικών όρων, αλλά αρκεί να προκύπτει σαφώς η βούληση του διαδίκου για την εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου από το δικαστήριο (ΑΠ 168/2006), ενώ για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο:
α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νομίμως προσκομιστεί με επίκληση, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011, 1185/2010), δεδομένου ότι η λήψη υπόψη των ως άνω αποδείξεων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011) και δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικώς σε κάποια αποδεικτικά μέσα, που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμισή τους (ΑΠ 257/2008, ΑΠ 595/2007).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων και τα αποδεικτικά τους μέσα, διότι αυτοί δεν είχαν επαναφέρει νομίμως, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ, τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιείχαν τους ισχυρισμούς αυτούς και έτσι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση.
Όμως, δεν αναφέρεται στον αναιρετικό αυτό λόγο: α) ποιους ισχυρισμούς, από τις πρωτόδικες προτάσεις, που δεν επαναφέρθηκαν νομίμως και β) ποια αποδεικτικά μέσα, που δεν επαναπροσκομίστηκαν νόμιμα, έλαβε υπόψη το Εφετείο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 περ. β ΚΠολΔ πιο πάνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των προαναφερομένων αόριστων αιτιάσεων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 130/1997). Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει, ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία) από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Συνακόλουθα τούτων, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 168/2006). Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος ελέγχει στην περίπτωση αυτή, αν, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η εκδοχή που το δικαστήριο της ουσίας υιοθέτησε, ενέχει παραβίαση των κανόνων που περιέχονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1204/2010), χωρίς όμως να απαιτείται η εξειδίκευση στην απόφαση των αρχών της καλής πίστης ή των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1537/2009).
Επίσης, παραβίαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, δηλαδή κατά τρόπο που να μην καθιστά εφικτό τον ακυρωτικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ερμηνευτικών τούτων κανόνων, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας της σύμβασης και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νομίμου βάσεως και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 416/1993).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΕλλΔνη 2006.1324).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις ίου δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β)ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ)η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ)οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2003, ΑΠ 1438/2009) Εξάλλου, διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα.
Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ.
β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ, αντίθετα, ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 1463/2006, ΑΠ 1232/2009, ΑΠ 574/2010 ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 1552/2013).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις , απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης ,που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 416/1993).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας της ένδικης αγωγής, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον του, προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την υπ’ αριθμ. .../22-12-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Α.
Α. της μάρτυρα Α. Κ., που λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την από 7.6.2001 πράξη παράδοσης - αποδοχής χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων η ανώνυμη αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "... SA" μεταβίβασε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", νυν ενάγουσα - εκκαλούσα και εφεσίβλητη, το ελληνικό χαρτοφυλάκιο ασφαλίσεων ζημιών.
Με την από 12.6.2002 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων, η οποία τροποποιήθηκε με την από 5.7.2002 σύμβαση εκχώρησης, η ως άνω ανώνυμη εταιρία ... εκχώρησε στην ανώνυμη εταιρία ... (στα πλαίσια του όρου 4.2 της σύμβασης μεταβίβασης για εκχώρηση κάθε απαίτησης και εισπρακτέου ποσού από οποιονδήποτε τρίτο που γεννήθηκε από τη λειτουργία της στην Ελλάδα), διάφορες απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων και τις απαιτήσεις της κατά των εναγομένων εφεσίβλητων και εκκαλούντων.
Συγκεκριμένα εκχώρησε απαιτήσεις κατά του μεν πρώτου εναγόμενου συνολικού ύψους 17.301.586 δραχμών κατά δε της δεύτερης εναγομένης συνολικού ύψους 84.969.712 δραχμών. Η ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων αναγγέλθηκε στους εναγόμενους με τα από 26.8.2002 έγγραφα του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας στον πρώτο εναγόμενο για το συνολικό ποσό 19.479.086 δραχμών (η διαφορά από το ποσό της εκχωρηθείσας απαίτησης ανέρχεται σε 2.177.500 δραχμές επί πλέον) και στη δεύτερη εναγόμενη για το συνολικό ποσό των 82.017.956 δραχμών (η διαφορά από το ποσό της εκχωρηθείσας απαίτησης ανέρχεται σε 2.951.756 δραχμές λιγότερο)...
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι είναι σύζυγοι. Ο πρώτος εναγόμενος συνεργαζόταν με τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας από το έτος 1981 ως ασφαλιστικός πράκτορας αυτής στην περιφέρεια της Βέροιας (δυνάμει της από 1.10.1981 σύμβασης πρακτόρευσης, κατά την οποία αυτός ήταν άμισθος πράκτορας ασφαλιστικών συμβάσεων), αμειβόμενος με προμήθεια 3% επί του συνόλου της παραγωγής, πλέον άλλων δώρων, αλλά λόγω αύξησης της ετήσιας παραγωγής και κάλυψης των τιθεμένων κατ’ έτος οικονομικών στόχων, η αμοιβή του ανερχόταν στο 5% περίπου, επί του συνόλου της ετήσιας εκάστοτε παραγωγής.
Το 1986 όταν η ανώνυμη εταιρία ... ίδρυσε υποκατάστημα στη Βέροια και διόρισε τον πρώτο εναγόμενο ως άμισθο διευθυντή του υποκαταστήματος. Με το από 1.9.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό ο τελευταίος εκμίσθωσε στην ασφαλιστική εταιρία το επί της οδού ... ακίνητό του, στο οποίο εγκαταστάθηκε αυτή, με τη συμφωνία ότι η διάρκεια της μίσθωσης θα ήταν μεν εξαετής, αλλά θα λυνόταν αυτοδίκαια εάν διακόπτονταν η μεταξύ τους σύμβαση πρακτόρευσης.
Μετά την παρέλευση αρκετών χρόνων, την 21η.5.1999 επήλθε αλλαγή στη συνεργασία των ανωτέρω και ο πρώτος εναγόμενος άρχισε πλέον να εργάζεται στην ασφαλιστική εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με βασικό μηνιαίο μισθό 400.000 δρχ.. Πέραν του βασικού μηνιαίου μισθού συμφωνήθηκε και επίδομα "καλής απόδοσης", που θα υπολογιζόταν, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό (με το οποίο συμφωνήθηκε η νέα μορφή συνεργασίας), αυτολεξεί στην παράγραφο 4β "...για το έτος 1999 θα καταβληθεί 3% επί της συνολικής παραγωγής όλων των διαμεσολαβούντων στην ασφάλιση προσώπων, τα οποία θα έχει προσελκύσει ο εργαζόμενος (νέοι συνεργάτες].
Το αντίστοιχο ποσό θα καταβληθεί άνευ άλλων προϋποθέσεων...", ενώ στην παράγραφο 10, επίσης, αυτολεξεί "Διευκρινίζεται ότι μέχρι το τέλος του 1999 ο εργαζόμενος υπάγεται στο ισχύον καθεστώς προμηθειών" (βλ. την από 21.5.1999 έγγραφη Σύμβαση Εργασίας). Από τις αποκλίνουσες κατά περιεχόμενο προεκτεθείσες ρήτρες του συμφωνητικού δημιουργήθηκε ασάφεια και έριδα σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του επιδόματος για το έτος 1999.
Μέχρι τις αρχές Μαρτίου του 2000 δεν υπήρξαν προβλήματα στη συνεργασία των μερών. Τότε πρώτη φορά η εργοδότρια εταιρία (...) δικαιοπάροχος της νυν ενάγουσας, προσήψε στον εναγόμενο τη μομφή ότι διαπραγματεύθηκε με άλλη ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου να .συνεργασθεί μαζί της και οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν.
Ξεκίνησε δε σχοινοτενής δικαστικός αγώνας μεταξύ τους με ανταλλαγές εξώδικων και την έγερση πολιτικών και ποινικών αγωγών. Η ασφαλιστική εταιρία με το από 17.3.2000 έγγραφο της, θεωρώντας ότι ο πρώτος εναγόμενος παραιτήθηκε σιωπηρώς από τη συνεργασία τους, του υπέδειξε να παραδώσει τα κλειδιά του μισθίου καταστήματός της στον υπάλληλο της κ.
Θ. και να παύσει να προσέρχεται στα γραφεία με την ιδιότητα του συνεργάτη. Ο εναγόμενος απάντησε με το από 18.3.2000 έγγραφο του, καθιστώντας γνωστό στην εταιρία ότι δεν έχει πλέον δικαίωμα χρήσης του μισθίου κατά τα διαλαμβανόμενα στο μισθωτήριο συμβόλαιο. Την 21η.3.2000, η εταιρία κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, αίτηση ασφαλιστικών εκνικώντας την χρήση του μισθίου.
Επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 388/ΑΦ/2000 απόφαση του άνω δικαστηρίου (του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας), που την απέρριψε (την αίτηση). Μετά ταύτα η εταιρία εγκαταστάθηκε αλλού ενώ ο εναγόμενος συνέχισε στην ίδια στέγη την ίδια δραστηριότητα, συνεργαζόμενος με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες. Ακόμη, η εργοδότρια ασφαλιστική εταιρία προσάπτοντας στους εναγομένους υπεξαιρέσεις και πλαστογραφία κατέθεσε εναντίον τους έγκληση, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας (στις 28.5.2001).
Ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον τους, διενεργήθηκε κύρια ανάκριση και οι εναγόμενοι παραπέμφθηκαν για να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α’ Βαθμού. Με την υπ’ αριθ. 284/2009 απόφαση του ως άνω Εφετείου οι εκεί κατηγορούμενοι νυν εναγόμενοι απηλλάγησαν από τις αποδοθείσες σ’ αυτούς κατηγορίες για υπεξαιρέσεις και πλαστογραφίες.
Σημειώνεται ότι, οι ισχυρισμοί της τότε εγκαλούσης (οι διαλαμβανόμενοι στην έγκληση) συμπίπτουν κατά συντριπτικό ποσοστό με αυτούς της νυν ενάγουσας (που διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή). Ειδικότερα, ως προς τους καθέκαστα αγωγικούς ισχυρισμούς και τα εκνικούμενα κονδύλια, από τα ίδια ως άνω πάντοτε αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα εξής:
Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος με το υπ’ αρ. ....3.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών έλαβε ως αμοιβή το ποσό των 12.420.000 δραχμών για το έτος 1999, ενώ θα έπρεπε να λάβει το ποσό των 2.177.500 δραχμών, ιδιοποιούμενος παράνομα τη διαφορά των 10.242.450 δρχ.. Πράγματι αυτός (ο πρώτος εναγόμενος), ενόψει της ανακύψασας διαφοράς θέλησε να προβεί σε τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων του με την ασφαλιστική εταιρία (πρώην συνεργάτιδα του).
Οι δύο προμνησθείσες αποκλίνουσες κατά περιεχόμενο ρήτρες του από 21.5.1999 συμφωνητικού συνεργασίας του με την ασφαλιστική εταιρία, αναφορικά με τον τρόπο αμοιβής του με ποσοστά επί της παραγωγής, έγειραν διαφωνία και ως προς τον τρόπο υπολογισμού τους. Έτσι, ο εναγόμενος, θεωρώντας ότι μέχρι το τέλος του 1999 δικαιούνταν να εισπράξει το 3% επί του συνόλου της ετήσιας παραγωγής, εξέδωσε το υπ’ αριθ. ....3.2000 τιμολόγιό του παροχής υπηρεσιών, αναγράφοντας, ως "Bonus 1999 3%" επί της ασφαλιστικής παραγωγής 414.000.000 δραχμών, το ποσό των 12.420.000 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια καταχώρισε στο "ημερήσιο φύλλο συναλλαγών" του Ταμείου του Υποκαταστήματος της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, χρεώνοντας ισόποσα αυτό.
Κατόπιν εξέδωσε το υπ’ αριθ. .../15.3.2000 ένταλμα πληρωμής της εταιρίας προς τον ίδιο με το αυτό χρηματικό ποσό (που το εισέπραξε). Κατά την τότε εγκαλούσα και την νυν ενάγουσα το Bonus (επίδομα καλής επίδοσης) που δικαιούνταν να εισπράξει για το έτος 1999 ο νυν εναγόμενος τότε εγκαλούμενος ανερχόταν στο ποσό των 2.177.500 δραχμών, άλλως 6.390,32 ευρώ, υπολογιζόμενο επί της παραγωγής μόνο "νέων συνεργατών" του υποκαταστήματος και όχι επί όλης της ασφαλιστικής παραγωγής του έτους (1999).
Έχοντας υπόψη, τους προβλεπόμενους στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες, αναφορικά με την ενσκήψασα διαφορά του τρόπου υπολογισμού του "Bonus 1999 3%", το δικαστήριο, με έρεισμα: α) το νοηματικό περιεχόμενο σύνολης της παραγράφου 10 "Διευκρινίζεται ότι μέχρι τέλους 1999 ο εργαζόμενος υπάγεται στο προϊσχύσαν καθεστώς προμηθειών", και ιδίως του ρήματος "Διευκρινίζεται" και β) το γεγονός ότι η ως άνω παράγραφος 10 είναι καταχωρημένη στην ακροτελεύτια και καταληκτική θέση του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού, φρονεί αυτή (η εν λόγω παράγραφος 10) υπερισχύει της παραγράφου 4β.
Ήτοι, ότι το αληθές περιεχόμενο της συμφωνίας των μερών, ήταν μέχρι το τέλος του 1999 ο εργαζόμενος - εναγόμενος θα εισπράξει το 3% επί του συνόλου της ετήσιας παραγωγής ασφαλειών. Άλλωστε, και η εταιρία καταρχάς, θεώρησε ότι ορθώς εξεδόθη το υπ’ αρ. .../15. 3.2000 ένταλμα, και ενέκρινε την ουσιαστική βασιμότητα αυτού.
Μόνον μετά την παρέλευση 14 μηνών, ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Σ. Κ. έκρινε ότι ήταν αβάσιμο το ένταλμα κατά το επιπλέον.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το εν λόγω ποσό, που επιστηρίζει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, είναι αβάσιμος. Προσέτι, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διά του υπ’ αρ. .../15.3.2000 εντάλματος πληρωμής, ιδιοποιήθηκε παράνομα και το ποσό των 4.809.086 δραχμών. Ο ισχυρισμός δεν επιβεβαιώθηκε.
Το επί του προμνησθέντος εντάλματος διαλαμβανόμενο χρηματικό ποσό των 4.809.086 δραχμών καταχωρήθηκε με την ένδειξη "δικαστικά" στο "ημερήσιο φύλλο συναλλαγών" της εταιρίας. Ειδικότερα αφορά σε μη εισπραχθείσες (επισφαλείς αξιώσεις), σε αμοιβές και έξοδα δικηγόρων, προς εξώδικη ή δικαστική διεκδίκηση απαιτήσεων και ληξιπρόθεσμων υπολοίπων των πελατών της εγκαλούσας.
Μέχρι το 1998 τα δικαστικά εν γένει έξοδα και οι αμοιβές των δικηγόρων που απασχολούνταν (στην περιφέρεια της Βέροιας) με τη δικαστική διεκπεραίωση υποθέσεων της εταιρίας, βάρυναν την ίδια. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η υποχρέωση αμοιβής των δικηγόρων για διεκδίκηση δικών της απαιτήσεων, βάρυνε τον εναγόμενο, με έρεισμα το από 30.6.1998 τηλεαντιγραφόμενο μήνυμα (ΦΑΞ), δεν αποδείχθηκε.
Τούτο επειδή, μόνη η μονομερής (με το ΦΑΞ) γνωστοποίηση των συνεργατών της (ότι δηλαδή τα δικαστικά έξοδα καL η αμοιβή των δικηγόρων που θα απασχολούνταν με την δικαστική είσπραξη των ασφαλίστρων θα βάρυνε εφεξής τους ίδιους και όχι την εταιρία), χωρίς αποδοχή των τελευταίων, δεν επάγεται έννομες συνέπειες γι’ αυτούς (άλλωστε δεν αποδείχθηκε αποδοχή της πρότασης από τον εναγόμενο).
Επομένως, ορθά ο εναγόμενος καταλόγισε τις αμοιβές των δικηγόρων για υποθέσεις που τους είχαν ανατεθεί προ του έτους 1999, στην ίδια την ενάγουσα. Άλλωστε, οι σχετικές αποδείξεις των δικηγόρων συνοδεύουν τα εντάλματα πληρωμής και βρίσκονται "εις χείρας της ενάγουσας", η οποία ενημερωνόταν άμεσα για την πορεία των δικαστικών της υποθέσεων, απ’ ευθείας από τους ίδιους....
Συνεπώς, και ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το εν λόγω ποσό, που επιστηρίζει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο είναι, επίσης, αβάσιμος. Ακόμη, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος παρακράτησε - ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 2.250.000 δραχμών ή 6.603,08 Ευρώ, νοθεύοντας το με αριθμό .../18.11.1999 γραμμάτιο είσπραξης του ασφαλιστικού πράκτορα Γ.
Α. (στο αντίγραφο, διόρθωσε το ποσό στο ύψος των 250.000 δρχ.). Πράγματι, μεταξύ των πρακτόρων της ενάγουσας στην περιοχή της Βέροιας, τους οποίους διηύθυνε ο πρώτος εναγόμενος, ήταν και ο Γ. Α.. Αυτός στις 18.11.1999 θέλησε να τακτοποιήσει οφειλές του προς την ενάγουσα από τη συνεργασία τους ύψους 2.500.000 δρχ. Έτσι, κατέβαλε στο διευθυντή - πρώτο εναγόμενο 210.000 δρχ.
σε μετρητά και το υπόλοιπο σε επιταγές μεταχρονολογημένες με ημερομηνία λήξης πέραν του τριμήνου. Επειδή η ενάγουσα δεν δεχόταν επιταγές πέραν του τριμήνου, ο πρώτος εναγόμενος προς λογιστική τακτοποίηση του ζητήματος εξέδωσε μεν προς τον Α. απόδειξη καταβολής 2.500.000 δρχ. προς την εγκαλούσα όμως απέστειλε επιταγή δική του 250.000 δρχ., διάρκειας μικρότερης του τριμήνου, απόδειξη ποσού 210.000 δρχ.
σε μετρητά και το .../1999 γραμμάτιο παραλαβής επιταγών ύψους 2.040.000 δρχ. Ειδικότερα, κατακράτησε τις επιταγές των 250.000 δρχ. και απέστειλε στην ενάγουσα, την υπ’ αρ. .../18.11.1999 απόδειξη, διορθωμένη κατά το ποσό, στο ύψος των 250.000 δρχ., αφού προηγουμένως είχε ενημερώσει τον Α. ότι τροποποίησε το επί της υπ’ αρ. .../18.11.1999 απόδειξης ποσό από 2.500.000 δρχ.
σε 250.000 δραχμές (αριθμητικώς και ολογράφως). Στη συνέχεια, για το ποσό των 2.040.000 δραχμών, εξέδωσε την υπ’ αρ. .../1999 απόδειξη, την οποία καταχώρησε στον λογαριασμό του Α. και την 21η.11.1999, εξέδωσε απόδειξη για το υπόλοιπο ποσό των 210.000 δρχ., με την ένδειξη ότι έλαβε ο (τρίτος) Ι. Κ., από τη δεύτερη εναγόμενη, για λογαριασμό του Α.
το ποσό των 210.000 δρχ., για εξόφληση συμβολαίων ... (οδική βοήθεια). Όλες τις παραπάνω αποδείξεις, ήτοι την υπ’ αρ. .../18.11.1999, με διορθωμένο το ποσό των 250.000 δρχ., την υπ’ αρ. .../1999 του ποσού των 2.040.000 δρχ., καθώς και την από 21.11.1999 απόδειξη των 210.000 δρχ., τις έλαβε η ενάγουσα και καταχωρήθηκαν στον λογαριασμό του Α., ως συνολική καταβολή εκ μέρους του, ύψους 2.500.000 δραχμών.
Έτσι ουδέποτε εγέρθηκε απαίτηση της εταιρίας ("...") κατά του Α.. Η κατά τον προρρηθέντα τρόπο ρύθμιση του ζητήματος επιβεβαιώθηκε από την προσκομισθείσα κοινή δήλωση των αδελφών Γ. και Ν. Α..
Συνεπώς, και ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δηλαδή ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό 2.250.000 δραχμών, που επιστηρίζει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο είναι, επίσης, αβάσιμος.
Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη, εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε, από πελάτες της το ποσό των 84.969.712 δρχ..Αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι μετά τη ρήξη της σχέσης ενάγουσας και πρώτου εναγομένου, καταγγέλθηκε και η σύμβαση πρακτόρευσης μεταξύ αυτής (της ενάγουσας) και της συζύγου του, δεύτερης εναγομένης.
Oι δοσοληψίες της εναγομένης με την ενάγουσα καταχωρούνταν από την τελευταία στο δοσοληπτικό λογαριασμό με αριθμό ... Το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού μέχρι τέλους 1998, χρεωστικό για την εναγομένη κατά 45.172.769 δρχ., εξοφλήθηκε με την έκδοση και πληρωμή από μέρους της αντίστοιχης αξίας επιταγών. Για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 μέχρι τέλους του 2000, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός εμφάνισε χρεωστικό για την εναγομένη υπόλοιπο 84.969.712 δρχ.
Στα χρεωστικά επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού η ενάγουσα καταλόγισε όλα τα οφειλόμενα από τους πελάτες της εναγομένης ασφάλιστρα. Πάντως, μόνη η καταγραφή τους δεν επάγεται ούτε αποδεικνύει ότι η εναγομένη εισέπραξε η Ίδια και ιδιοποιήθηκε τα ποσά αυτά. Ο διορισθείς (κατά την ποινική προδικασία) πραγματογνώμονας στην έκθεσή του, που την εκπόνησε - συνέταξε με βάση το αντίγραφο του λογαριασμού που κατέθεσε η τότε εγκαλούσα-δικαιοπάροχος της ενάγουσας, δεν διαλαμβάνει αναλύσεις των επί μέρους ποσών (αναλυτικές επί μέρους εγγραφές στα σκέλη χρέωσης και πίστωσης του λογαριασμού), ούτε αποφαίνεται περί του αν εισπράχθηκαν ή όχι τα διαλαμβανόμενα ποσά.
Η εναγομένη με έρεισμα την από 1η Σεπτεμβρίου 2008 ιδιωτική γνωμάτευση του μάρτυρα ανταπόδειξης Χ. Α., αναγνώρισε ότι ο λογαριασμός είχε χρεωστικό γι’ αυτήν υπόλοιπο 17.687.019 δρχ., το οποίο, επειδή η τότε εγκαλούσα ούτε το αναγνώριζε ούτε το παρελάμβανε το κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Μόνες οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, ερειδόμενες σε επαγωγικούς συλλογισμούς και χωρίς αναφορά και εξειδίκευση των "υπεξαιρεθέντων" επί μέρους ποσών δεν επαρκούν για την κατάφαση του αγωγικού ισχυρισμού, πως δηλαδή η δεύτερη εναγομένη εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε ασφάλιστρα, από πελάτες της δικαιοπαρόχου της (της ενάγουσας) ύψους 84.969.712 δρχ.
Επισημαίνεται ότι τόσο η τότε εγκαλούσα στην από 25.5.2001 έγκληση της, όσο και η νυν ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της προσδιόρισαν το χρεωστικό για τη δεύτερη εναγομένη κατάλοιπο του λογαριασμού σε 84.969.712 δρχ., ενώ η πρώτη (η δικαιοπάροχος της ενάγουσας) στην από 14.9.2000 εξώδικη δήλωσή της το προσδιόρισε σε 82.017.956 δρχ., στην απρ 23.2.2001 επιστολή της σε 84.968.846 δρχ., και στην από 26.8.2002 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σ.
Κ. σε 82.017.956, δρχ.. Προσέτι, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας την 17η.3.2000 (ημέρα αποστολής στους εναγομένους του με την ιδία ημερομηνία, εγγράφου της, υπογεγραμμένο από το μάρτυρα απόδειξης, Διευθύνοντα Σύμβουλο, Σ. Κ.), γνωστοποίησε, ότι δεν θα ανανεωθεί για τον Απρίλιο του έτους 2000, η σύμβαση με την εναγομένη, ότι αυτή πρέπει να πάψει να αναμειγνύεται με το ταμείο, το οποίο θα πρέπει να παραδώσει στον νέο Διευθυντή, κ.
Θ., χωρίς, όμως, να γίνεται λόγος για ιδιοποίηση ή υπεξαίρεση οποιουδήποτε ποσού εκ μέρους της. Με την από 30.3.2000 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση και όχληση (της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας), η εναγομένη κλήθηκε να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της (υπό τις οδηγίες του υπευθύνου Ι. Σ.), και να παραδώσει το ταμείο στην υπάλληλο (άλλη μάρτυρα απόδειξης), Κ., χωρίς και πάλι να της αποδίδεται οποιαδήποτε ιδιοποίηση ή υπεξαίρεση.
Η πρώτη φορά, που αποδόθηκε στην εναγομένη οφειλή προς την δικαιοπάροχο της ενάγουσας, ύψους 82.017.956 δραχμών (όχι 84.969.712 δραχμών), ήταν με την από 14.9.2000 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση. Σ’ αυτήν διαλαμβάνεται μνεία ότι στο ως άνω ύψος ανέρχονταν τα οφειλόμενα σ’ αυτήν ασφάλιστρα, από τους ασφαλισμένους πελάτες της, τα οποία έπρεπε να εισπράξει και να της τα αποδώσει, χωρίς και πάλι χωρίς να της αποδίδεται μομφή ή ευθύνη ιδιοποίησης.
Κλήθηκε δε, να υποδείξει τα στοιχεία των ασφαλισμένων, που εξακολουθούσαν να οφείλουν ασφάλιστρα, προκειμένου, να προβεί η ίδια σε δικαστική διεκδίκηση. Έτσι, μετά παρέλευση επταμήνου από την διακοπή της συνεργασίας τους, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, προσήψε μομφή στην εναγομένη παράνομης ιδιοποίησης, ποσού 82.017.956 δραχμών.
Υπό τα προεκτεθέντα, κατέστη ανέφικτη η διακρίβωση της ακριβούς εικόνας του δοσοληπτικού λογαριασμού, ενώ ουδόλως επιβεβαιώθηκε ότι η εναγομένη εισέπραξε και δεν απέδωσε τα αντίστοιχα ποσά. Αφού,, λοιπόν, η ενάγουσα που είχε το βάρος απόδειξης δεν απέδειξε ότι δοσοληπτικός λογαριασμός εμφάνισε χρεωστικό για την εναγομένη υπόλοιπο υπέρτερο των 17.687.019 δρχ., που αυτή (η εναγομένη, όπως προεκτίθεται) παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η αγωγή έπρεπε ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Τούτο επειδή, από τις προεκτεθείσες περιστάσεις δεν συντρέχουν στα πρόσωπα των εναγομένων, τα απαιτούμενα περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βάρος της ενάγουσας, ώστε να θεμελιωθεί ευθύνη (αδικοπρακτική) αυτών (των εναγομένων) κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Η εκκαλούμενη που έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, επιδικάζοντας στην ενάγουσα τα προαναφερόμενα ποσά, δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις, κατά τα βάσιμα παράπονα των εκκαλούντων, ενιαία εκτιμώμενα." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της ενάγουσας ως αβάσιμη κατ’ ουσία και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγομένων αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε την έφεση τους ως βάσιμη και κατ’ ουσία, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης με αυτή απόφασης, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 AK, εφόσον διαπίστωσε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη αμφιβολίας σχετικά με την έννοια των προαναφερομένων δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων διαδίκων, που αφορούν ειδικώς τον τρόπο υπολογισμού της συμφωνημένης προμήθειας 3%, την οποία θα ελάμβανε ο πρώτος αναιρεσίβλητος το έτος 1999 και συγκεκριμένα εάν αυτή έπρεπε να υπολογιστεί επί της συνολικής παραγωγής όλων των διαμεσολαβούντων στην ασφάλιση προσώπων, τα οποία θα έχει προσελκύσει ο εργαζόμενος (νέοι συνεργάτες), όπως ορίζεται στην παράγραφο 4β του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού ή επί του συνόλου της ετήσιας παραγωγής ασφαλειών, σύμφωνα με το ισχύον μέχρι τότε καθεστώς, που διευκρινίζεται στην παράγραφο 10 του ίδιου συμφωνητικού. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, κατά τα ανωτέρω, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δικαιολογούν το προαναφερόμενο ερμηνευτικό πόρισμα, σχετικά με την αληθινή έννοια των επίμαχων δηλώσεων βουλήσεως με βάση τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά τα σχετικά πρώτο και τέταρτο σκέλη του, λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον εσφαλμένως "προσέφυγε σε αυτές, αλλά προσέτι εσφαλμένως ερμήνευσε με βάση αυτές τις παραγράφους 4β και 10 του επίμαχου συμφωνητικού", διαλαμβάνοντας επίσης στην απόφαση του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του ύψους της προμήθειας που εδικαιούτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος για το 1999, αφού δεχόμενο "ότι η προμήθεια 3% αποτελούσε συμπεφωνημένο επίδομα καλής απόδοσης", έκρινε στη συνέχεια "ότι το ποσοστό αυτό ορθώς εφαρμόστηκε επί του συνόλου της παραγωγής ασφαλίστρων του υποκαταστήματος, ήτοι παλαιάς και νέας" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Παράλληλα, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμα του ότι δεν αποδείχτηκαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί ιδιοποίησης των χρηματικών ποσών α) 10.242.450 δρχ., β) 4.809.086 δρχ., γ) 2.250.000 δρχ.
από τον πρώτο αναιρεσίβλητο εναγόμενο και του ποσού των δρχ. 84.969.712 από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εναγόμενη, την καταβολή των οποίων επιδίωκε με την ένδικη αγωγή της, απορρίπτοντας αυτή στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή, κατά τις παραδοχές της, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις που αποδείχτηκαν, δεν συνέτρεχαν στα πρόσωπα των εναγομένων τα απαιτούμενα περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βάρος της ενάγουσας, ώστε να θεμελιωθεί ευθύνη (αδικοπρακτική) αυτών (των εναγομένων) κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες τις οποίες άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται. Επομένως οι δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έβδομος, κατά τα οικεία σκέλη τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, αλλά και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται οπό τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ, 1 ΚΠολΔ).
Επιπλέον δε, όσον αφορά τους δεύτερο και έβδομο λόγους αναίρεσης, κατά το μέρος που επιχειρείται να αποδοθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1β ΚΠολΔ, περι παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον για τη θεμελίωσή τους δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, οι κανόνες δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, αν και έπρεπε, και σε τι συνίσταται η παραβίαση.
Από τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ. που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990, ΕΕργΔ 1992.365).
Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 451/2014, 1457/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιόν του, προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τη νόμιμα ληφθείσα ένορκη βεβαίωση σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα του, αξιολογώντας αναλυτικά τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα αντιπαρέβαλε και ειδικά τα συνέκρινε ως προς την αποδεικτική τους δύναμη, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, τo Εφετείο δεν δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και οι από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αντίθετοι δεύτερος κατά το οικείο σκέλος του και τρίτος κατά το οικείο σκέλος, όπως εκτιμάται (αντί από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠΔ που επικαλείται η αναιρεσείουσα), λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει πράγματι την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την ουσία της υπόθεσης, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι όμως ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 315/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από τους αναιρεσίβλητους χωρίς αποδέκτη από 7-4-2009 δήλωση των αδελφών Α., της οποίας το περιεχόμενο αποτελεί μαρτυρία τρίτων προσώπων, δηλαδή των συντακτών της δήλωσης και συνεπώς μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι η εν λόγω δήλωση συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 370/2004), καθώς επίσης ότι το ανεπίτρεπτο του αποδεικτικού αυτού μέσου είχε προβληθεί στην έκκλητη δίκη (ΑΠ 277/2008).
Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και. 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται, ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 194/2005).
Μάλιστα ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο αυτό στον Αρειο Πάγο προκειμένου να διαπιστωθεί, κατά το αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενό του, διαφορετικά ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (αναπόδεικτος) (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009).
Με τους τέταρτο και πέμπτο, κατά τα σχετικά σκέλη τους και τον έκτο λόγους αναίρεσης, αιτιάται η αναίρεσείουσα το Εφετείο για πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ειδικότερα, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων: 1) της από 21-11-1999 αθεώρητης απόδειξης, που εξέδωσε κάποιος Ι.
Κ. για την είσπραξη από την αναιρεσίβλητη 210.000 δραχμές σε εξόφληση 14 συμβολαίων της ... (οδική βοήθεια), στην οποία έχει προστεθεί η ένδειξη "για λογαριασμό του κ. Α.", δεχόμενο ότι ο Γρ. Α.ς κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο δρχ 210.000 σε μετρητά, ενώ ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων ήταν ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον Κ. 210.000 δραχμές για λογαριασμό του Γρ.
Α., 2) το .../1999 γραμμάτιο παραλαβής επιταγών ύψους 2.040.000 δραχμές, δεχόμενο ότι φέρει χρόνο έκδοσης το έτος 1999, ενώ αυτό δεν φέρει ούτε ημέρα, ούτε μήνα, ούτε έτος έκδοσης, αλλά έχει εκδοθεί αδιαμφισβήτητως, όπως ισχυρίστηκε και απέδειξε, τέλος Ιανουαρίου του έτους 2000, 3) το συνημμένο στην από11-6-1999 επιστολή της δικαιοπαρόχου της έγγραφο, στο οποίο γίνεται ανάλυση της παραγωγής μέχρι και την 30-9-1998 με υπόλοιπο οφειλόμενο 45.172.769 δραχμές, χωρίς να περιλαμβάνεται στην ανάλυση παραγωγή περιόδου 1-10-1998 έως 31-12-1998, που δέχτηκε το Εφετείο, ότι είχε επίσης εξοφληθεί από την αναιρεσίβλητη, 4) την από 14-9-2000 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση της δικαιοπαρόχου της προς την αναιρεσίβλητη, στην οποία αναγράφεται ότι "οφείλετε στην εταιρεία μας το ποσό των 82.017.956 δραχμών, το οποίο έχετε εισπράξει....και δεν έχετε αποδώσει.......καλείσθε να το τακτοποιήσετε το χρέος σας εντός πέντε ημερών......
άλλως να μας υποδείξετε........τους ασφαλισμένους που δεν σας κατέβαλαν το ασφάλιστρο.........σε αντίθετη περίπτωση θα αναγκαστούμε να σας καταμηνύσουμε για υπεξαίρεση", ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι με την εν λόγω εξώδικο είχε καλέσει η δικαιοπάροχος της την αναιρεσίβλητη να εισπράξει, και 5) το από 25-4-2000 γραμμάτιο παρακατάθεσης ποσού 17.687.019 δραχμών της αναιρεσίβλητης, υπέρ της ...
ΑΕ, το οποίο αναγράφει "απόδοση φύλλων διαθεσίμων συναλλαγών υποκαταστήματος Βέροιας" και όχι απόδοση ασφαλίστρων που εισέπραξε η αναιρεσίβλητη από την παραγωγή της, ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε, ότι με την παρακατάθεση αυτή, καταβλήθηκε ποσό οφειλόμενο από την παραγωγή της ως εισπραχθέν και αποδοθέν στη δικαιοπάροχό της και όχι ποσό υπολοίπου του Ταμείου Βέροιας, που έπρεπε να αποδώσει ο υποκαταστηματάρχης αναιρεσίβλητος.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των φερόμενων ως παραμορφωθέντων εγγράφων και τα λοιπά στοιχεία που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει, ότι για να καταλήξει το Εφετείο στην προαναφερόμενη αποδεικτική κρίση του, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στα έγγραφα αυτά.
Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω (πρώτο έως έβδομο) λόγους αναίρεσης, αναφέρομαι αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους είναι απαράδεκτοι.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, που δεν έχει άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ .../2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 180, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-5-2015 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ’ αριθμ.1232/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου