Legislator Case Law & Legislation
1348/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible contradictory arguments regarding evidence admissibility and distortion.

Case Number 1348/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, which had upheld the lower court's ruling on property co-ownership. The appellant argued that the Court of Appeal failed to consider specific evidence and distorted document contents, citing Articles 11γ and 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected these claims as contradictory and inadmissible because the appellant did not explicitly reference the specific evidence in his written submissions to the Court of Appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 11γ and 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; Contradictory grounds for appeal regarding evidence admissibility and distortion are inadmissible if not specifically articulated in written submissions to the court of first instance.

Keywords

AI generated
contradictory grounds inadmissible appeal evidence admissibility document distortion written submissions Code of Civil Procedure property co-ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 11γ of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 12, paragraph 2 of Law 4055/2012
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1348 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1348/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπατσίκη.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τουρκαντώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2014 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-1-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 46/2014 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, επιλαμβανόμενο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, αγωγή του αναιρεσιβλήτου, διεκδικητική συγκυριότητας ακινήτου, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αλλά και στον πρωτότυπο, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, την οποία έφεση απέρριψε κατ’ ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι σ’ αυτήν γίνεται σύντομη περιληπτική αναφορά του αντικειμένου της δίκης και της διαδικαστικής πορείας της από την άσκηση της αγωγής μέχρι τη συζήτηση της έφεσης. Ειδικότερα αναφέρεται σ’ αυτήν "Με την από 5-10-2007 (αρ. εκθ.κατ.1320/3-12-2007) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι τυγχάνει συγκύριος κατά ποσοστό 510/1120 εξ αδιαιρέτου του λεπτομερώς περιγραφομένου ακινήτου..........

ότι απέκτησε τη συγκυριότητα με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), προσμετρώντας στο χρόνο νομής του και τη νομή των δικαιοπαρόχων του. Ότι το έτος 2004 ο εναγόμενος αυθαίρετα και παράνομα κατασκεύασε, εντός του ακινήτου διάφορα κτίσματα.......... ενώ έχει καταλάβει το ακίνητο και δεν το αποδίδει.

Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζήτησε ο ενάγων την αναγνώριση της συγκυριότητάς του και την απόδοση.......... και ότι το πρωτοβάθμια δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα συγκύριο εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 510/1120 και υποχρέωσε τον εναγόμενο να του το αποδώσει.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων και ζητάει την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής". Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης μεταξύ των οποίων τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, οι προτάσεις των διαδίκων και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και το δικόγραφο της έφεσης προκύπτει ότι το Εφετείο και το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασαν την από 20-3-2009 και με αριθμό κατάθεσης 23/2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και η παραπάνω αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δίκασε επί της από 5-10-2007 με αριθμό κατάθεσης 1320/3-12-2007 πανομοιότυπης αγωγής αυτού (αναιρεσιβλήτου) κατά του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της οποίας νομοτύπως παραιτήθηκε με την προαναφερόμενη μεταγενέστερη αγωγή, οφείλεται σε προφανή παραδρομή.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1, 4 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο δίκασε "ανύπαρκτη, άνευ αντικειμένου, ανυπόστατη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης αγωγή" δηλαδή την από 5-10-2007 με αριθμό κατάθεσης 1320/2007, από το δικόγραφο της οποίας οι ενάγοντες είχαν παραιτηθεί, είναι απαράδεκτος καθ’ όσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δίκασε αυτή την αγωγή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Περαιτέρω για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ.), που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ’ όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου.

Τέλος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, να εκτίθενται με πληρότητα οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση σε σχέση με την παραδοχή της για την απόρριψη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης της ένστασης του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ. 1, 13 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Επίσης με μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 για έλλειψη νόμιμης βάσης σε ουσιώδη ζητήματα.

Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι ως προς όλες τις προσβαλλόμενες αιτιάσεις, καθ’ όσον εκτός από την αριθμητική επίκληση των παραπάνω διατάξεων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα στοιχείο από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωσή τους. Ειδικότερα: 1) σε σχέση με την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

δεν αναφέρεται ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε σε σχέση με την εφαρμογή ή μη της οποίας αποδίδονται σφάλματα σ’ αυτή, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου 2) σε σχέση με την προβαλλόμενη αιτίαση από τον αρ. 13 δεν προσδιορίζεται ποιο είναι το σφάλμα του Εφετείου υπό την εκδοχή ότι οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της ένστασης της παραγραφής και 3) ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση από τον αρ. 19 δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η πλημμέλεια, της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, καθ’ όσον δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, αν πρόκειται για ελλιπή αιτιολογία και ποια είναι τα επιπλέον περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην περίπτωση αυτή ή αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες και ποιες είναι αυτές σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή της οποίας υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ως προς δε την προβαλλόμενη ίδια πλημμέλεια κατά οικείο μέρος του τέταρτου λόγου δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα ουσιώδη ζητήματα τα οποία αφορά.

Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (Ολ ΑΠ 25, 26, 27/1994 Ολ ΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένα αγροτεμάχιο, το οποίο βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα ...

Δήμου Θήρας, έχει έκταση κατά νεότερη καταμέτρηση 16.931 τμ και συνορεύει ....... Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον κοινό δικαιοπάροχο όλων των συγκυρίων αυτού (μεταξύ των οποίων είναι και ο εφεσίβλητος), Σ. Σ. του Ι., δυνάμει του υπ’ αριθμ..../6-10-1887 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας, Ι. Παπαδοπούλου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας στον τόμο 5 και με αύξοντα αριθμό ....

Στις 8-1-1952 απεβίωσε ο ως άνω δικαιοπάροχος, καταλείποντας με δημόσια διαθήκη, συνταχθείσα ενώπιον του Πρώτου Γραμματέα του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, την περιουσία του στους νόμιμους κληρονόμους του, οι οποίοι ήταν: α) η σύζυγος του Μ. Σ. κατά τα 7/56 εξ αδιαιρέτου, β) ο υιός του Α.

Σ. κατά τα 28/56 εξ αδιαιρέτου, γ) η κόρη του Π. Σ. κατά τα 1/4 των 21/56 εξ αδιαιρέτου, δ) η κόρη του Τ. σύζυγος Β. Α. κατά το 1/4 των 21/56 εξ αδιαιρέτου, ε) τα παιδιά του αποβιώσαντος υιού του, Ι. Σ., δηλαδή οι Σ. και Κ. Σ. κατά το 1/8 των 21/56 εξ αδιαιρέτου έκαστος, στ) τα παιδιά της προαποβιώσασας θυγατέρας του, Α. συζύγου Γ. Δ., δηλαδή οι Μ.

και Α. Δ. κατά το 1/8 των 21/56 εξ αδιαιρέτου. Η Μ. Δ. απεβίωσε στις 11-7-1999 και το κληρονομικό της μερίδιο περιήλθε στην αδελφή της, Τ., η οποία έχει τα 2/8 των 21/56 εξ αδιαιρέτου. Λόγω του ότι, η σύζυγος του ως άνω διαθέτη, Μ.-Μ. Σ. απεβίωσε πριν από το σύζυγο της, η κληρονομική της μερίδα προσαύξησε τις μερίδες των ως άνω κληρονόμων, οι οποίες ανέρχονται:

η κληρονομική μερίδα του Α. Σ. σε 32/56 εξ αδιαιρέτου (28/56+4/56), οι κληρονομικές μερίδες όλων των λοιπών κληρονόμων ανήλθαν στα 24/56 εξ αδιαιρέτου (21/56+3/56) της όλης κληρονομικής περιουσίας και κατά συνέπεια η κληρονομική μερίδα της Π. Σ. ανήλθε στα 6/56 εξ αδιαιρέτου, του Σ. Σ. και Κ. Σ. στα 3/56 εξ αδιαιρέτου έκαστος, της Α.

Δ. και Τ. Σ. στα 6/56 εξ αδιαιρέτου έκαστη, Εξ αυτών, ο Α. Σ. αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατρός του με την υπ’ αριθμ..../1972 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ι. Κουτσογιαννοπούλου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, όπως και οι λοιποί κληρονόμοι, πλην της Τ.ς Σ.. Η τελευταία απεβίωσε στις 20-1-1959 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα πέντε τέκνα της, εκ των οποίων οι Μ.

Κ., Γ. Α. και Ρ. Α. αποδέχθηκαν με συμβολαιογραφική πράξη την επαχθείσα κληρονομιά, δηλαδή τα 3/5 των 6/56 του ως άνω ακινήτου. Περαιτέρω, τη Μ. Κ. κληρονόμησε η κόρη της, Μ. Α. του Β., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας της και έγινε συγκυρία του ακινήτου κατά 27/120 εξ αδιαιρέτου, τον Ι. Α. κληρονόμησαν σύζυγος του, Ε.

Π. και έγινε συγκληρονόμος κατά ποσοστό 6/1120 εξ αδιαιρέτου, και οι θυγατέρες του, Σ. και Τ. Α., κατά ποσοστό 6/1120 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, ενώ τον Σ. Α. κληρονόμησαν με ιδιόγραφη διαθήκη η σύζυγος του, Ά. Α. και ο υιός του, Ζ. Α. και έτσι με την αποδοχή της κληρονομιάς κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό 12/1120 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Εν συνεχεία, στις 11-1-1970 απεβίωσε ο Α. Σ. και κατέλειπε κληρονόμους του τη σύζυγο του, Μ. Σ., και τα τέκνα του, Ι. (ενάγοντα), Σ. και Μ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά με τις υπ’ αριθμ..../1972 και .../26-10-1974 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κωνσταντίνου Βέργου η πρώτη, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών και Θήρας και του Προξένου Ελλάδας στην Αίγυπτο η δεύτερη, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό ...

Ο καθένας από αυτούς έγινε κύριος του 1/4 εξ αδιαιρέτου των 32/56 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου και έτσι ο καθένας έγινε συγκύριος κατά 8/56 εξ αδιαιρέτου. Επίσης, με την υπ’ αριθμ. .../3-12-2001 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαγδαληνής Ζαφειρίου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας στον τόμο 138 και αύξοντα αριθμό…, οι Ι., Σ.

και Μ. Σ. αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους, κατά ποσοστό 1/4 των 16/28 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου. Όταν απεβίωσε η Π. Σ. δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα τέκνα των προαποβιώσαντων αδελφών της, τα οποία αποδέχθηκαν την επαχθείσα από τη θεία τους κληρονομιά, μεταξύ δε αυτών ο ενάγων με την υπ’ αριθμ..../1979 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κωνσταντίνου Βέργου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.

Έτσι, η κληρονομική μερίδα των Μ., Σ. και Ι. Σ. από το ποσοστό της Π. Σ. ανέρχεται στα 10/80 των 6/56, δηλαδή στα 15/1120, των Σ. Σ. του Ι. και Κ. συζύγου Α. Ζ. στα 5/80 των 6/56 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή στα 22,5/1120, της Α. συζύγου Β. Κ. και Μ. Δ., στα 15/80 των 6/56 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή στα 22,5/1120, των Γ. και Ρ. Α., Μ. Κ. και Ζ. Α. του Σ. στα 2/80 των 6/56 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή στα 3/1120 και των Σ.

Α. του Ι. και Τ. Π. στο 1/80 των 6/56 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή στο 1,5/1120. Όταν απεβίωσε ο Γ. Α. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον υιό του, Β., στον οποίο άφησε το ποσοστό του 3/1120 που είχε κληρονομήσει από την Π. Σ. και το ποσοστό των 6/280 ή 24/1120 εξ αδιαιρέτου που είχε κληρονομήσει από την μητέρα του, την κληρονομιά δε του πατρός του αποδέχθηκε ο ως άνω κληρονόμος.

Το συνολικό ποσοστό των 27/1120 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, μεταβίβασε ο Β. Α. του Γ. στον ενάγοντα με το υπ’ αριθμ..../3-4-2007 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελευθερίας Μάνικα, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας. Το ποσοστό της Μ. συζύγου Ζ. Κ., το οποίο είχε κληρονομήσει από την Π.

Σ., δηλαδή τα 3/1120 εξ αδιαιρέτου, περιήλθε στην κληρονόμο της, Μ. Α. του Β., η οποία μεταβίβασε το συνολικό ποσοστό της επί του ακινήτου, δηλαδή τα 27/1120 (3/1120+24/1120), στον ενάγοντα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../3-4-2007 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελευθερίας Μάνικα, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας.

Επίσης, η αδελφή του ενάγοντα, Μ. σύζυγος Μ. Χ., μεταβίβασε τα 228/1120 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου σε αυτόν, με το υπ’ αριθμ. .../9-5-2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελευθερίας Μάνικα, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ....

Με τον ως άνω περιγραφόμενο παράγωγο τρόπο, ο εφεσίβλητος (ενάγων) απέκτησε την κυριότητα κατά ποσοστό 510/1120 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου. Αποδείχτηκε, ότι τόσο ο τελευταίος, όσο και οι δικαιοπάροχοι του τουλάχιστον από το 1930 ασκούσαν στο εν λόγω ακίνητο φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου διενεργώντας επ’ αυτού εμφανείς υλικές πράξεις νομής.

Όμως, εξαιτίας του ότι κανείς απ’ αυτούς δεν ήταν κάτοικος Θήρας, ούτε ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη, είχαν αναθέσει την επιστασία, συντήρηση, εποπτεία και εκμετάλλευση του ως άνω ακινήτου, αλλά και της λοιπής μεγάλης ακίνητης περιουσίας τους στη Θήρα σε διάφορους εντολείς τους, οι οποίοι ενεργούσαν αυτοπροσώπως είτε δ’ άλλων σε πράξεις νομής και διακατοχής για λογαριασμό τους και συγκεκριμένα προέβησαν στην κατασκευή της περίφραξης του, στην εκχέρσωση του, και γενικότερα στην διενέργεια όλων των απαραιτήτων εργασιών, προκειμένου το επίδικο να είναι λειτουργικό, σε άριστη κατάσταση προς εκμετάλλευση καθιστώντας σαφές ότι το ακίνητο αυτό ήταν μέρος της περιουσίας της οικογένειας του εφεσίβλητου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 μεταξύ αυτών που το επιστατούσαν ήταν και ο Β. Ρ., οποίος το επισκεπτόταν τακτικά και το επέβλεπε, παραχωρούσε την άδεια σε αγρότες και κατοίκους της Θήρας να το καλλιεργήσουν και να το χρησιμοποιήσουν ως βοσκότοπο, ενώ μεταξύ αυτών που κατόπιν αδείας του επιστάτη αυτού καλλιέργησαν το επίδικο ακίνητο ή το χρησιμοποίησαν ως βοσκότοπο ήταν ο Σ.

Κ., ο Α. Κ., Α. Π. αλλά και ο και άλλοι ντόπιοι, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ίδιος ο μάρτυρας της απόδειξης, που είχε λάβει τέτοια άδεια, με αποτέλεσμα να είναι γνωστό σε όλους τους κατοίκους της περιοχής ότι το ακίνητο αυτό ήταν μέρος της περιουσίας της οικογένειας του εφεσίβλητου. Όλες οι άνω πράξεις νομής εκ μέρους του εφεσίβλητου (ενάγοντος) και των δικαιοπαρόχων του είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ άλλων γίνονταν με διάνοια κυρίου και ήταν δηλωτικές της θέλησης εξουσιάσεως του επιδίκου ακινήτου, την νομή του οποίου αυτοί δεν απώλεσαν, αφού δεν είναι απαραίτητη για την άσκηση αυτής η συνεχής φυσική εξουσίαση του πράγματος.

Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από το έτος 1978 μέχρι και το έτος 1993 καμία απολύτως πράξη νομής και κατοχής δεν είχε εκτελέσει ο εκκαλών (εναγόμενος) εντός του επιδίκου, ενώ οι πρώτες δειλές πράξεις του τελευταίου έλαβαν χώρα από το έτος 1993 (όταν ο επιστάτης των δικαιοπαρόχων του εφεσίβλητου είχε αποβιώσει και δεν υπήρξε μέριμνα για διορισμό άλλου) με την καλλιέργεια μικρών τμημάτων αυτού με κηπευτικά και συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια με την καλλιέργεια μεγαλυτέρων τμημάτων αυτού με κηπευτικά και χρησιμοποίηση του υπολοίπου τμήματος του επιδίκου ως βοσκοτόπου και εντατικοποιήθηκαν από το έτος 2006 και έπειτα με την κατασκευή και διαφόρων κτισμάτων (σταύλου και αποθήκης) όταν του κοινοποιήθηκε η από 23.10.2006 και με αριθ.

καταθ. 44/2006 αγωγή του εφεσίβλητου και των λοιπών συγκυρίων για την αναγνώριση της κυριότητας τους επί του επιδίκου. Ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι απέκτησε με άτυπη αγορά το επίδικο το έτος 1978 από το Δ. Σ., ο οποίος το κατείχε από το 1974 και ότι έκτοτε το καλλιεργούσε, σταύλιζε εντός αυτού τα ζώα του και κατασκεύασε εντός αυτού διάφορα οικήματα (ένα κοτέτσι το έτος 1986, ένα σταύλο το 1999 και μία αποθήκη το έτος 2000).

Ωστόσο, ο εκκαλών δεν μπόρεσε να αποδείξει πώς περιήλθε η νομή του επιδίκου στον ως άνω δικαιοπάροχο του και αν πράγματι αυτός το νεμόταν μέχρι το έτος 1978, που κατά τον ισχυρισμό του, έγινε η μεταβίβαση σ’ αυτόν με άτυπη δωρεά, πολύ περισσότερο δεν απέδειξε ότι διενεργούσε πράξεις νομής σ’ αυτό πριν το έτος 1993. (Ακολουθούν εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ ιδίαν αποδεικτικών μέσων και επιχειρήματα του δικαστηρίου υπέρ των παραπάνω παραδοχών του).

Ο εκκαλών (εναγόμενος) που είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του, δεν προσήγαγε κανένα αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει με βεβαιότητα ότι έχει καταστεί κύριος του ακινήτου, εφόσον κατ’ αυτόν, έχει συμπληρωθεί ο χρόνος έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του, όπως σε φορολογικές δηλώσεις ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του εντύπου Ε9 ή Ε1, που δηλώνονταν το ακίνητο ως κυριότητας αυτού ή του δικαιοπαρόχου του ή κάποιο συμβόλαιο κυριότητας από το οποίο να προκύπτει ότι, επειδή θεωρούσε ότι έχει καταστεί κύριος με πρωτότυπο τρόπο, έχει επιμεληθεί την απόκτηση τίτλου που να το βεβαιώνει.

Αντίθετα, ούτε η προσκόμιση των φωτογραφιών, που απεικονίζουν τα κτίσματα και τις καλλιέργειες, αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου, ότι δεν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας στο πρόσωπο του, εφόσον αυτά, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι μεταγενέστερα και απεικονίζουν την τωρινή κατάσταση του επιδίκου, ο δε εφεσίβλητος δεν αρνείται την κατασκευή τους, ούτε η προσαγωγή των λογαριασμών ύδρευσης, καθόσον αφορούν στο περιορισμένο χρονικό διάστημα από το έτος 2002-2004.

Απ’ όλα τα παραπάνω, σαφώς δεν προκύπτουν πράξεις νομής επί του επιδίκου από τον εκκαλούντα (εναγόμενο) από το έτος 1978 και πριν από αυτόν από τον φερόμενο ως δικαιοπάροχο του από το έτος 1974, αλλά αυτές αρχίζουν από το 1993, όταν πλέον δεν υπήρχε και η παρουσία του επιστάτη στο επίδικο, εντατικοποιούνται δε από τότε που οχλήθηκε από τον εφεσίβλητο (ενάγοντα) για την αυθαίρετη κατασκευή και καταπάτηση του ακινήτου του, δηλαδή περί το έτος 2004, επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου περί κτήσεως ιδίας κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Ομοίως, η ένσταση του εκκαλούντος (εναγομένου) περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, που στηρίζεται στα ίδια περιστατικά για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περί ιδίας κυριότητας, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή ότι έχει παρέλθει εικοσαετία από τότε που κατέστη νομέας του επιδίκου μέχρι την έγερση της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί, διότι αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών δεν ασκούσε πράξεις νομής επί του ακινήτου από το έτος 1978 και πριν από αυτό ο δικαιοπάροχος του από το έτος 1974, όπως ισχυρίζεται, αλλά ότι το πρώτο διενήργησε πράξεις νομής εντός του επιδίκου το έτος 1993 έκτοτε δεν παρήλθε ο προβλεπόμενος για την παραγραφή της ένδικης αξίωσης του εκκαλούντος χρόνος των είκοσι ετών" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή με τις εξής δύο επάλληλες αιτιολογίες ότι ο ενάγων κατέστη συγκύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή και αγορά) αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1, 11, 12 και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στις οποίες υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης περί της απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία.

Οι αιτιάσεις αυτές, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, αφού εκτός από την αριθμητική επίκληση των παραπάνω διατάξεων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα στοιχείο από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση των αντιστοίχων αναιρετικών πλημμελειών, με τις οποίες πλήττεται η δεύτερη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, που αφορά την κτήση της κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία είναι αλυσιτελείς, αφού η πρώτη κύρια αιτιολογία της ίδιας απόφασης, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος κατέστη συγκύριος του επιδίκου παραγώγως, που θεμελιώνει την κύρια βάση της αγωγής, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 12/2000).

Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αρ. 8 και 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "τις ενστάσεις που ο αναιρεσείων πρόβαλε προς απόκρουση της αγωγής στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη, όπως επίσης τους ισχυρισμούς του και τους λόγους της έφεσής του, οι οποίοι ισχυρισμοί έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους δεν απάντησε ούτε καν εμνημόνευσε, καθώς δεν απάντησε και στους αντίστοιχους λόγους της έφεσής του, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρά του, που διαλαμβάνεται στα 4/2011 πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των διαλαμβανομένων στις νόμιμα ληφθείσες και προσκομισθείσες στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του αντιδίκου υπ’ αρ. ...

ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Συμβολαιογράφου Θήρας Ι. Αντωνιάδου-Τσαγκριού, τις αποδείξεις λογαριασμού ύδρευσης επ’ ονόματί του και τις προσαχθείσες φωτογραφίες του επιδίκου με τα κτίσματα και την περίφραξη". Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν η πλημμέλεια από τον αρ. 8, είναι απαράδεκτος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιοι είναι οι ισχυρισμοί που δε λήφθηκαν υπόψη δηλαδή τα συγκροτούνται αυτούς πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και δεν καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής τους στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ώστε να κριθεί αν πρόκειται περί πραγμάτων υπό την προεκτεθείσα έννοια.

Παρεκτός του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, όλοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, τους οποίους πρόβαλε με σχετικούς λόγους έφεσης, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που αφορά την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 11γ, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, των αναφερομένων παραπάνω αποδεικτικών μέσων είναι προεχόντως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Πλέον του ότι είναι και αβάσιμος, καθ’ όσον από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και τα ρητώς μνημονευόμενα και αξιολογούμενα 1) η ...2009 ένορκη βεβαίωση, 2) τις φωτογραφίες και 3) τους λογαριασμούς ύδρευσης καθώς και τα λοιπά αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο παρά τη μη ειδική αναφορά τους σ’ αυτά.

Επειδή αντιφατικοί μεταξύ τους λόγοι είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλομένη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και αφετέρου ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 20 του ίδιου άρθρου.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με την παραδοχή της για τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων στο επίδικο από τον ενάγοντα και τους δικαιοπαρόχους του που θεμελιώνουν τον πρωτότυπο τρόπο απόκτησης της συγκυριότητας αυτού, οι πλημμέλειες, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, αφενός από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ’ αυτήν εγγράφων προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και αφετέρου από τον αρ. 20 του ίδιου άρθρου της παραμόρφωσης δηλαδή των ίδιων εγγράφων, είναι απαράδεκτος ως αντιφατικός, παρεκτός του ότι και είναι αλυσιτελής καθ’ όσον με αυτόν πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της απόφασης περί απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου πρωτοτύπως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στα πλαίσια έρευνας του τρίτου αναιρετικού λόγου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-1-2015 αίτηση του Γ. Λ. του Ε. περί αναιρέσεως της 46/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ