Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of evidence for document distortion claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Crete's decision regarding inheritance and property ownership. The appellants argued that the lower court distorted the content of specific documents and witness testimonies, but the court found these claims inadmissible as they did not involve the specific type of 'documents' defined in the Civil Procedure Code. Consequently, the court ruled that the lower court's evaluation of evidence was within its discretion and not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495(1), 564(1) of the Civil Procedure Code; Articles 1710(1), 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code: An appeal based on the alleged distortion of evidence is inadmissible if the contested items do not fall within the statutory definition of 'documents' or if the distortion claim is unsupported by the specific document presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1348 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1348/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. συζ. Π. Κ., το γένος ..., κατοίκου ..., 2)... του Τ., κατοίκου ... και 3) Ά. Π. του Τ., συζ. Μ. Σ., κατοίκου ... . Οι 2ος και 3η ατομικά και ως καθολικοί διάδοχοι της Α. χήρας Τ. Π., το γένος Α. Θ.. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ματαράγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. Π. Κ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/10/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 26/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της από 24-10-2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 96/2012 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη από 24-10-2012 αίτηση των Γ. Κ., ... του Τ. και Α. Π. του Τ. ( των δύο τελευταίων για τον εαυτό τους και ως καθολικών διαδόχων της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου Α. χήρας Τ. Π.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 96/2012 απόφασης του Εφετείου Κρήτης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες επικυρωμένο αντίγραφο της παραπάνω απόφασης που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αμανάκη με την επ' αυτού σχετική από 25-9-2012 σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων ...
και το επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την υπ' αρ. πρωτ. 55/2012 κατάθεσή της στις 25-10-2012 στη γραμματεία του Εφετείου Κρήτης. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά (εμπρόθεσμα) και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο, είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κινητών και των ακινήτων πραγμάτων της κληρονομίας, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από του χρόνου του θανάτου του κληρονομηθέντος, εάν ο κληρονόμος με δημόσιο έγγραφο αποδεχθεί την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή αν επιδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.
Επομένως αν η περί κυριότητας ακινήτου αγωγή στηρίζεται σε κληρονομική διαδοχή, αρκεί για την πληρότητα του δικογράφου της η αναφορά των περιστατικών που συγκροτούν την κληρονομική διαδοχή, του ότι ο ενάγων έχει αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο νομίμως μεταγραφέν. Ο προσδιορισμός του τρόπου κτήσης της κυριότητας εκ μέρους του κληρονομηθέντος καθίσταται αναγκαίος μόνον εάν κατά τη συζήτηση αμφισβητηθεί παραδεκτώς από τον εναγόμενο η κυριότητά του, οπότε καθίσταται επιβεβλημένη και επιτρεπτή η συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού, με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες, επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ακόμα, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994 και 1113 ΑΚ συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικώς στο όνομα του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν παρέλθει η απαιτούμενη για την χρησικτησία εικοσαετία. 'Όμως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι-συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά της περί δικαίου ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 7/2002 και Ολ.ΑΠ 17/1995).
Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 εδ α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφάρμοσε αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΑΠ 156/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός του οικισμού ... του δήμου Βάμου Αποκορώνου, συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Δ. Α., Γ. Π. και με κοινοτικό δρόμο έχει εμβαδόν 1.359.37 τ.μ. και εντός αυτού υπάρχει ένα διώροφο παλαιό κτίσμα, αυλή και ελαιόδενδρα.
Το ακίνητο αυτό αποτελούσε την πατρική οικία του Ι. Π., πατέρα της ενάγουσας-εκκαλούσας και του Σ. Π., πατέρα της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης, οι οποίοι διέμεναν σε αυτό με τους γονείς τους, τον Π. Π., στον οποίο ανήκε το επίδικο, την μητέρα τους Δ. και τα αδέλφια τους Γ. Μ. και Ε.. Το 1941 απεβίωσε ο Π. Π. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους παραπάνω κληρονόμους του (σύζυγο και τέκνα).
Μετά τον θάνατο του οι κληρονόμοι του προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι το επίδικο με την πατρική οικία περιήλθε εξ ολοκλήρου στον Σ. Π., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι, διότι στην οικία αυτή διέμεναν μετά τον γάμο τους τα δύο αδέλφια ο Ι.
και Σ. Π. με τις οικογένειές τους. Ειδικότερα στην οικία αυτή συνέχισε να κατοικεί μετά τον γάμο του, ο Ι. Π. με την σύζυγο του Ε., έως τον θάνατο του το έτος 1947, οπότε η σύζυγος του, που κυοφορούσε την ενάγουσα-εκκαλούσα, έφυγε από την οικία αυτή και πήγε στα Χανιά και στην συνέχεια ξαναπαντρεύτηκε και μετοίκησε στην Αθήνα.
Στην εν λόγω οικία διέμενε μετά τον γάμο του ο Σ. Π. με την πρώτη του σύζυγο την Α. Λ., με την οποία απέκτησε δύο τέκνα τον Σ. και τον Τ., και στην συνέχεια με την δεύτερη σύζυγο του την Σ. Φ. και το τέκνο τους, την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη. Η οικία, για να εξυπηρετεί τις δύο οικογένειες που διέμεναν σε αυτή, είχε χωριστεί κάθετα σε δύο τμήματα, έτσι η κάθε οικογένεια χρησιμοποιούσε από ένα δωμάτιο στον πάνω όροφο, και από ένα δωμάτιο στον κάτω όροφο, και ειδικότερα ο Ι.
χρησιμοποιούσε το κεραμοσκεπές τμήμα, ενώ ο Σ. το τμήμα που έχει σκεπή από μπετόν. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός των εναγομένων-εφεσιβλήτων ότι το επίδικο με την πατρική οικία περιήλθε εξ ολοκλήρου στον Σ. Π., δεν αποδείχθηκε, διότι διαφορετικά δεν θα διέμενε σε αυτό ο Ι. Π. μετά τον γάμο του αλλά ούτε θα είχε χωριστεί η χρήση της οικίας για την εξυπηρέτηση των δύο οικογενειών.
Η ύπαρξη της διαχωριστικής μεσοτοιχίας κα η ύπαρξη δεύτερης πόρτας εισόδου και η παράλληλη συγκατοίκηση στο επίδικο των δύο αδελφών μετά τον γάμο τους αποδείχθηκε από τις καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων, (απόδειξης και ανταπόδειξης), που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Περαιτέρω κανένας από τους μάρτυρες των εναγομένων-εφεσιβλήτων, (ήτοι ο εξεταστείς στο ακροατήριο και οι καταθέσαντες στον συμβολαιογράφο), δεν επιβεβαίωσαν τον ισχυρισμό των εναγομένων-εφεσιβλήτων ότι, κατά την παραπάνω άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του Π.
Π., ο Σ. Π. έλαβε εξ ολοκλήρου το επίδικο. Μετά τον θάνατο του Σ. Π. το 1950, εξακολούθησε να κατοικεί στην εν λόγω οικία η σύζυγος του Σ. με την θυγατέρα της, την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη και η μεν Σ. παρέμεινε σε αυτή μέχρι τον θάνατο της το 1999. ενώ η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη μετοίκησε στην Αθήνα το 1970. Η Σ.
Π., που, όπως προαναφέρθηκε, παρέμεινε στην εν λόγω οικία μετά τον θάνατο του συζύγου της, συνέχισε να κάνει χρήση του τμήματος της οικίας που ανήκε κατά χρήση στον σύζυγο της και όχι ολόκληρου του ακινήτου. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι το 1972 ηλεκτροδότησε και υδροδότησε το τμήμα του ακινήτου που έκανε χρήση, ενώ δεν τοποθετήθηκαν οι σχετικές εγκαταστάσεις ηλεκτροδότησης και υδροδότησης στο έτερο τμήμα του ακινήτου, και επομένως το τμήμα αυτό ουδέποτε ηλεκτροδοτήθηκε ούτε υδροδοτήθηκε, Από το γεγονός της χρήσης εκ μέρους της Σ.
Π. του ενός τμήματος του ακινήτου, της μη ηλεκτροδότησης και υδροδότησης του έτερου τμήματος του επιδίκου με την κεραμοσκεπή, προκύπτει ότι η Σ. Π. και η πρώτη εναγομένη θυγατέρα της ασκούσαν πράξεις συνομής σε αυτό με διάνοια συγκυρίας, αναγνωρίζοντας τα κληρονομικά δικαιώματα της ενάγουσας-εκκαλούσας και της μητέρας της, οι οποίες διέμεναν μόνιμα στην Αθήνα, επισκέπτονταν όμως και επέβλεπαν το ακίνητο τους κατά τακτά χρονικά διαστήματα.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Σ. Π. το 1976 φύτεψε στο επίδικο δεκαεπτά ελαιόδενδρα, δεδομένου ότι ως συγκυρία της αυλής και του όλου οικοπέδου, του οποίου η χρήση δεν προέκυψε ότι είχε μοιραστεί, (όπως έγινε με το κτίσμα), είχε τέτοιο δικαίωμα. Εν τούτοις η Σ. Π. το 1994 κατέλειπε μία δημόσια διαθήκη που δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθ. 447/1999 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο της την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, ενώ στην πραγματικότητα το ποσοστό της από την κληρονομιά του συζύγου της Σ.
Π. ήταν 1/8 και περαιτέρω δεν είχε καταστεί αυτή συγκυρία κατά το παραπάνω ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι ασκούσε πράξεις συνομής σε ολόκληρο το επίδικο με διάνοια συγκυρίας μεγαλύτερου από το αναλογούν σε αυτή ποσοστό. Εξάλλου ο κοινωνός όταν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα θεωρείται ότι το κατέχει και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών κατά τον λόγο της μερίδας καθενός και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκοινωνούς ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του αποκλειστικά στο όνομα του ως κύριος για δικό του λογαριασμό.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η Σ. Π. και οι λοιποί κληρονόμοι του Σ. Π., γνωστοποίησαν στην εκκαλούσα-ενάγουσα ή την μητέρα της ότι νέμονται ολόκληρο το επίδικο για λογαριασμό τους, ούτε από τις προαναφερθείσες πράξεις τους μπορούσε να υποδηλωθεί τέτοια απόφαση, αντίθετα η μη υδροδότηση και ηλεκτροδότηση του τμήματος του ακινήτου, που την χρήση είχε ο Ι.
Π., η μη χρήση του τμήματος αυτού, η μη διενέργεια επισκευών στο εν λόγω τμήμα, όπως η αντικατάσταση της κεραμοσκεπούς στέγης από μπετόν που έγινε στο έτερο τμήμα, κάθε άλλο παρά υποδήλωνε τέτοια βούληση και τέλος, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι με την άτυπη διανομή περιήλθε όλο το επίδικο στον Σ.
Π., αντίθετα η νομή αυτού περιήλθε και στα δύο αδέλφια τον Ι. και τον Σ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Κατ' ακολουθία ο ισχυρισμός των εναγομένων-εφεσιβλήτων ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ελλείψει έννομου συμφέροντος, διότι το δικαίωμα της ενάγουσας-εκκαλούσας διεκδίκησης του επιδίκου ακινήτου έχει παραγραφεί, αφού ο δικαιοπάροχος τους Σ.
Π. κατέλαβε ολόκληρο το επίδικο από το έτος 1947 είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε, όπως προεκτέθηκε η επικαλούμενη από αυτούς το έτος 1947 κατάληψη ολοκλήρου του επιδίκου, αλλά ούτε και μεταγενέστερα αποδείχθηκε τοιαύτη κατάληψη, παρά μόνο ότι η Σ. Π. συνέχισε να κατοικεί στο επίδικο ασκώντας πράξεις νομής με διάνοιας συγκυρίας στο τμήμα που ανήκε στον σύζυγο της κατά χρήση.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα επέδειξε συμπεριφορά η οποία δημιούργησε στους εναγόμενους-εφεσίβλητους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμά της στο επίδικο, ούτε υπήρξε μακροχρόνια αδράνεια αυτής, αφού μέχρι πρότινος δεν είχαν αμφισβητήσει εμφανώς το δικαίωμα της στο επίδικο.
Ενόψει των προεκτεθέντων η αξίωση της ενάγουσας-εκκαλούσας δεν υπερβαίνει τα διαγραφόμενα από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια, γι' αυτό η σχετική ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα έγινε συγκυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, κληρονομική διαδοχή, κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, ήτοι 3/8 κληρονόμησε από τον πατέρα της Ι.
Π. και 1/8 από την μεταποβιώσασα το έτος 2002, μητέρα της Ε. Ξ., κληρονομιές τις οποίες αποδέχθηκε για λογαριασμό της και για λογαριασμό της μητέρας της, με την υπ' αριθ. .../10.7.2006 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Αγγελικής Γάντζια που μεταγράφηκε νόμιμα στο υποθηκοφυλακείου Βάμου με αριθ. 89596 και 89597 στον τόμο 840, αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νεμόταν το επίδικο με διάνοια συγκυρίας κατά το προαναφερθέν ποσοστό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της.
Η κυριότητά της δε αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν καταλύθηκε από τους εναγόμενους-εφεσίβλητους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι αμφισβητούν το δικαίωμα αυτό της ενάγουσας-εκκαλούσας, διότι προέβησαν σε συμβολαιογραφικές πράξεις, (αποδοχής κληρονομιάς και μεταβιβάσεις), και αγωγή διανομής, στις οποίες εμφανίζονται ως συγκύριοι και του ιδανικού μεριδίου της ενάγουσας-εκκαλούσας στο επίδικο, που όμως, (συμβολαιογραφικές πράξεις), δεν προσέδωσαν κυριότητα σε αυτούς, ως προς το επίδικο μερίδιο, διότι οι δικαιοπάροχοι τους Σ.
και Σ. Π., όπως προαναφέρθηκε, δεν είχαν αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω μεριδίου της ενάγουσας-εκκαλούσας. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί η κατά άνω συγκυριότητα της ενάγουσας-εκκαλούσας επί του επιδίκου".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε ότι η ένδικη αναγνωριστική αγωγή είναι κατ' ουσίαν βάσιμη, υπαγάγοντας τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνουν το δικαίωμα συγκυριότητας επί ακινήτου τόσο σε παράγωγο τρόπο κτήσης του (άρθρο 1710 παρ 1, 1846, 1113, 1193, 1195, 1198 και 1199ΑΚ) αλλά σε πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία )-άρθρα 974, 1045, 1051 και 1113 ΑΚ) σε συνδυασμό προς το άρθρο 70 ΚΠολΔ.
Στη συνέχεια δε το Εφετείο ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε καταλήξει στην κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αρ 117/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δικάζοντας επί της 17-9-2007 ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης δέχθηκε αυτό ως κατ' ουσίαν βάσιμη αναγνωρίζοντας αυτήν συγκυρία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, απορρίπτοντας τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς (ενστάσεις) των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος (λόγω παραγραφής) για την έγερση της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής της αναιρεσίβλητης, ως και καταχρηστικής ασκήσεως του δια της αγωγής αξιωμένου δικαιώματος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε υπαγάγοντας σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και ήταν αναγκαία για τη στήριξη της ελάσσονος πρότασης του σχετικού δικονομικού συλλογισμού. Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθμ. 1 εδ α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (εσφαλμένη εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση έστω και αν ελήφθη εκτός δίκης (ΑΠ 701/1991), ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του Κ.Πολ.Δ, έστω και να συνεκτιμώνται ως τεκμήρια όπως και οι προανακριτικές καταθέσεις (ΑΠ 227/1971).
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (ΟλΑΠ 1/1999).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Τέλος, για να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης θα πρέπει να προσκομίζεται το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο διαφορετικά ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΟλΑΠ 156/2013). Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε υπέπεσε στην από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το δικαστήριο αυτό κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων παραμόρφωσε το περιεχόμενο των σ' αυτήν (αίτηση αναίρεσης) αναφερομένων μαρτυρικών καταθέσεων και ενόρκων βεβαιώσεων.
Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα προαναφερόμενα δύο αποδεικτικά μέσα δεν εμπίπτουν στην έννοια των "εγγράφων", όπως αυτό προεκτίθεται. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για το ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε υπέπεσε ωσαύτως στην ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια παραμορφώνοντας το περιεχόμενο: 1) του υπ' αρ 51687/14-8-2008 εγγράφου της ΔΕΗ και 2) της υπ' αρ. 4029/11-9-2008 βεβαίωσης του Δήμου Βάμου.
Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το δικαστήριο δεν εξαίρει ιδιαίτερα το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων ως προς την ηλεκτροδότηση και υδροδότηση ή μη ολοκλήρου του επιδίκου, αλλά αυτά τα συνεκτιμά μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει ότι υπήρχε ηλεκτροδότηση και υδροδότηση σε ένα τμήμα μόνο του επιδίκου ακινήτου και όχι σε ολόκληρο, μη αποδεχόμενο, ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για ηλεκτροδότηση και υδροδότηση ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου ως ενιαίας κατοικίας.
Επομένως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσειόντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2012 αίτηση των Γ. συζύγου Π. Κ. και λοιπών ομοδίκων της για αναίρεση της υπ' αριθμ. 96/2012 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ