Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that co-owners cannot claim adverse possession without clear exclusive intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding the division of inherited property. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence proving her claim to exclusive possession of the real estate. The court ruled that the First Instance Court had properly evaluated all submitted documents, including declarations and correspondence, to determine that the co-owners had not demonstrated the necessary exclusive intent required to establish adverse possession.
Legislator headnote
AI generatedArticles 734 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A co-owner of indivisible property is deemed to hold it for the benefit of all co-owners and cannot assert adverse possession unless they clearly and openly declare their intent to hold it exclusively, a declaration that must be known to the other co-owners.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1348 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1348/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Ζ, το γένος Β2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1, 2. Τ θυγ. Β1, συζ. Κ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Ζάχου, και 3. Π θυγ. Β3, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διαμαντή Σταματίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2000 αγωγή του Ψ1, β) με την από 16-6-2001 αγωγή της Τ θυγ. Β1 και γ) με την από 6-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3172/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 738/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-2-2007 αίτησή της και με τους από 14-11-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 28-1-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπρόεδρο Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, η πληρεξούσια των 1ου και 2ης αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του v.3 κωδ. 734, v. 42 πανδ. 41,2, v.7 παρ.5 πανδ.10.3 ν.28 πανδ.10,3 ν.8 παρ.1 πανδ 7.39, ν.9 παρ.1 3α (50,14) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, καθώς και εκείνες των άρθρων 787, 980, 981, 982 και 994 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου πράγματος θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, εκτός αν εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται εφεξής το πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό είτε ρητώς, είτε με πράξεις που φανερώνουν τέτοια απόφασή του, λάβουν δε γνώση αυτής και οι άλλοι συγκύριοι.
Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κάτοχος του κοινού σαφώς εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αυτό αποκλειστικοί για δικό του λογαριασμό, οι δε λοιποί που μετείχαν στη σχετική συμφωνία αποδέχθηκαν τη βούλησή του αυτή.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από τη νόμιμη βάση της την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικά με τις αντίθετες ένδικες, αναγνωριστικές κυριότητας ακινήτου, αγωγές των διαδίκων: Το επίδικο, δηλαδή ένα οικόπεδο, πρώην αγροτεμάχιο, εμβαδού 1146,08 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό πλατείας ...
του Δήμου ..., περιήλθε κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του χωρίς διαθήκη αποβιώσαντος, στις 14-12-1998 (κατάδηλα 1938) Β3, στα τέκνα του,Β2, Β5, Β6 και Β4, αντίστοιχα. Ο τελευταίος πώλησε το μερίδιό του, με το ... συμβόλαιο του σ' αυτό αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον αδελφό του Β6, ο δε Β5 πώλησε το δικό του ποσοστό συγκυριότητας επί του ακινήτου με το ...
συμβόλαιό του σ' αυτό αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον πεθερό του ... και αυτός, στη συνέχεια, με το ... προικοσύμφωνο του επίσης αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το τελευταίο συστήνοντας προίκα υπέρ της θυγατέρας του ... στο γαμπρό του Β5 (πωλητή).
Στον πρώτο από τους ήδη αναιρεσιβλήτους, περιήλθε το πιο πάνω 1/4 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του επιδίκου από κληρονομιά των χωρίς διαθήκη αποβιωσάντων γονέων του Β5 και ..., τις οποίες αποδέχθηκε νόμιμα, στις δε δύο τελευταίες των αναιρεσιβλήτων περιήλθε αυτό, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στην καθεμιά, αντίστοιχα, από κληρονομιά του παππού τους Β6, δυνάμει της ...
δημόσιας διαθήκης του, την οποία αποδέχθηκαν νόμιμα. Δέχθηκε, επίσης το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε 15 ισχυρισμός της ήδη αναιρεσείουσας, ότι το έτος 1939 έλαβε χώρα άτυπη διανομή από τους προαναφερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, δυνάμει της οποίας η νομή του επιδίκου παραδόθηκε στον πατέρα της Β2, ο οποίος είχε καταστήσει γνωστή τη βούλησή του να το νέμεται αποκλειστικά στο όνομα του με διάνοια κυρίου.
Ειδικότερα, επί του ουσιώδους αυτού ζητήματος δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων πριν αναχωρήσουν για την ..., κατά τη δεκαετία 1940-1950, αλλά και αργότερα, ανέθεσαν σε αντιπροσώπους τους να επιβλέπουν και να φροντίζουν για λογαριασμό τους την ευρισκόμενη στα ... ακίνητη περιουσία τους, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο.
Ο δικαιοπάροχος του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους Β5 είχε, από το έτος 1950, αναθέσει την επίβλεψη του επιδίκου στην οικογένεια της ..., ενώ ο ... μαζί με το Β1, που επισκεπτόταν από το έτος 1964 τα ..., τα τελευταία δέκα πέντε έτη ανέθεσαν από κοινού τη φροντίδα του επιδίκου στην ίδια ..., κάτοικο της περιοχής, που το έτος 1985, ενεργούσα για λογαριασμό τους, το όργωσε.
Εκτός του Β5 και οι άλλοι δικαιοπάροχοι των λοιπών διαδίκων Β2 και Β6 ανέθεσαν και σε άλλους πληρεξούσιούς τους, όπως το Β7, την επίβλεψη και φροντίδα του επιδίκου, στα πλαίσια δε των αναθέσεων αυτών, ο Ξ, κάτοικος της περιοχής, εγκατέστησε μέσα στο επίδικο ένα λυόμενο οικίσκο, στον οποίο αρχικά διέμενε ο ίδιος με την άδεια όλων των συγκληρονόμων, στη συνέχεια δε, περί τα έτη 1978-1979, επειδή έδειξε πρόθεση καταπάτησής του, εκδιώχθηκε από τον Β2.
Σ' αυτόν τον οικίσκο διέμενε τα καλοκαίρια, όταν ερχόταν από την ... και η Μαρία σύζ. Β6, γιαγιά των ήδη δύο τελευταίων από τους αναιρεσιβλήτους, η οποία από το έτος 1964 με το σύζυγό της Β6 είχε περιφράξει το επίδικο ακίνητο για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων, ενώ με πρωτοβουλία των εγγονών του τελευταίου, το έτος 1994, συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου, που στάλθηκε στον Ψ1 στην ...
για να ενημερωθεί και να το εγκρίνει. Παράλληλα με τους πιο κάτω συγκυρίους του επιδίκου, πράξεις νομής σ' αυτό, για λογαριασμό όμως πάντοτε και των λοιπών, ενεργούσε και η ήδη αναιρεσείουσα, η οποία είχε προβεί σε σχετικές εξουσιοδοτήσεις προς τους Σ2 και τη σύζυγό του ..., από την ..., στην οποία διέμενε μόνιμα, δεδομένου ότι τόσο η ίδια όσο και ο δικαιοπάροχός της Β2 επισκέφθηκαν από μία μόνο φορά την Ελλάδα και τα ..., και, συγκεκριμένα, εκείνη μεν το έτος 1995, ο δε πατέρας της το έτος 1973, οπότε και προέβη στην κατάρτιση του επίμαχου συμβολαίου δωρεάς.
Ειδικότερα, εκείνος ανέθεσε στους παραπάνω να επιβλέπουν και να φροντίζουν, μεταξύ άλλων, την ευρισκόμενη στα ... ακίνητη περιουσία, να εκμισθώνουν κατά καιρούς σε τρίτους τα ακίνητα που την αποτελούσαν, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, να τα εκμεταλλεύονται αναλόγως του προορισμού τους, να τα καλλιεργούν, να τα οργώνουν κ.λ.π., ενέργειες που μετά το θάνατό του, το έτος 1980, συνέχισε η σύζυγός του, η οποία μάλιστα διέμενε στον εν λόγω οικίσκο.
Τη για λογαριασμό όλων των συγκυρίων του επιδίκου διενέργεια διαδοχικών από αυτούς πράξεων νομής σ' αυτό επιβεβαιώνει και η μάρτυρας της αναιρεσείουσας, η οποία προσθέτει, ότι πράξεις νομής στο επίδικο ενεργούσε η τελευταία αποκλειστικά με αντιπροσώπους της και όχι αυτοπροσώπως, αφού διέμενε μόνιμα στην ....
Συνεπώς, οι διάδικοι και νωρίτερα οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν, είτε οι ίδιοι προσωπικά, είτε με διάφορους αντιπροσώπους τους, διάφορες πράξεις νομής επί του επιδίκου και με τον τρόπο αυτό εκδήλωναν τη βούλησή τους για εξουσίασή του έναντι τρίτων. Οι πράξεις νομής, που πολλές φορές ασκούσε μόνος του κάποιος από τους συγκυρίους στο επίδικο, με αφορμή επίσκεψη του στα ...
από την ..., όπου διέμεναν μόνιμα οι διάδικοι, αλλά και οι δικαιοπάροχοί τους, εναλλάσσονταν με πράξεις νομής των λοιπών συγκυρίων, που επισκέπτονταν και αυτοί με τη σειρά τους το επίδικο, γίνονταν δε για λογαριασμό όλων των συγκυρίων, γι' αυτό και ήταν ανεκτές από όλους στα πλαίσια προστασίας του ακινήτου από επίδοξους καταπατητές, αφού όλοι τους, έχοντας μόνιμη εγκατάσταση στην ..., δεν είχαν την ευχέρεια να επισκέπτονται και να επιβλέπουν τακτικά την πατρική ακίνητη περιουσία, κάποια καλοκαίρια.
Δεν αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι έλαβε χώρα το έτος 1939 άτυπη διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων, περιλαμβάνουσα το επίδικο. Ως προς αυτό η πιο πάνω μάρτυρας είναι κατηγορηματική. Ενισχυτικό στοιχείο της κατάθεσής της είναι και η παντελής έλλειψη ενός έστω και πρόχειρου εγγράφου σχετικού με την υποτιθέμενη διανομή, ενώ και τα κατατεθέντα από μάρτυρα της αναιρεσείουσας, ότι στη διανομή αυτή δεν παρευρέθηκαν οι Β2 και Β6, οι οποίοι όρισαν άτυπα (χωρίς να συνταχθούν σχετικά πληρεξούσια) αντιπροσώπους, ο πρώτος το Β7 και ο δεύτερος τρίτα πρόσωπα, για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, δεν είναι ενισχυτικά των ισχυρισμών της.
Επίσης, δεν ενισχύονται οι ισχυρισμοί της εν λόγω διαδίκου ούτε από το γεγονός ότι αυτή δεν επικαλείται ποιο ήταν το περιεχόμενο της υποτιθέμενης άτυπης διανομής, στην οποία συμπεριλαμβανόταν το επίδικο (ποια ακίνητα έλαβε ο καθένας απ' αυτούς κ.λ.π.), ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η βασιμότητα αυτών. Περαιτέρω, ισχυρότατο επιχείρημα υπέρ της άποψης, ότι δεν έλαβε χώρα το 1939 η επίμαχη άτυπη διανομή, αποτελεί το γεγονός ότι ο φερόμενος, κατά την αναιρεσείουσα, ως συμμετασχών σ' αυτήν Β5, δικαιοπάροχος του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους, κατά τον παραπάνω χρόνο, δεν ήταν κύριος αυτού, γιατί στις 25-2-1938 (και μέχρι 8-7-1940) είχε μεταβιβάσει την κυριότητα τον ιδανικού μεριδίου του στον πεθερό του ....
Επίσης, δεν αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα, από τη σύνταξη και μεταγραφή του ... συμβολαίου, αποδοχής της δωρεάς, που της έκανε ο πατέρας της Β2 νωρίτερα, νέμονταν το επίδικο μόνοι αυτοί και μάλιστα ότι κατέστησαν γνωστό στους λοιπούς συγκυρίους, ότι νέμονται αυτό στο όνομά τους με διάνοια αποκλειστικού κυρίου.
Συνεπώς, ούτε ο Β2 κατέστη κύριος όλου του επιδίκου με χρησικτησία, ώστε να αποκτήσει η ενάγουσα με παράγωγο τρόπο την κυριότητα αυτού με μεταβίβαση από αληθινό κύριο, ούτε η τελευταία κατέστη κυρία με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με χρησικτησία τακτική ή έκτακτη. Τον μήνα Απρίλιο του έτους 2000, οι ... και .., κάτοικοι της περιοχής, στους οποίους, κατ' εντολή της αναιρεσείουσας, είχε εκμισθωθεί το επίδικο, αφαίρεσαν αυθαίρετα την περίφραξή του, χωρίς να ερωτηθούν οι λοιποί συγκύριοι αυτού, αφού ήταν βέβαιη η διαφωνία τους.
Οι ενέργειες αυτές συνιστούν σαφώς αμφισβήτηση της συγκυριότητάς τους κατά την ιδανική τους μερίδα (1/4) στο επίδικο ακίνητο. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως και κατ' ουσίαν βάσιμες, μεν τις από 22-10-2000 και 16-6-2001, αντίστοιχα, ένδικες αγωγές των δύο πρώτων από τους αναιρεσιβλήτους, με τις οποίες ζήτησαν αυτοί να αναγνωριστεί το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, στο επίδικο ακίνητο, ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη δε την από 6-10-2000 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε αυτή να αναγνωριστεί το δικαίωμα της κυριότητάς της στο εν λόγω ακίνητο και, τέλος, απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από τους Β2, Β5, Β6, Β4, αντίστοιχα, από κληρονομική διαδοχή του εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος, το έτος 1938, πατέρα τους, Β3, της πώλησης του ποσοστού της συγκυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους Β5, με το αναφερόμενο συμβόλαιο, στον πεθερό του ...
και της σύστασής του - ποσοστού της συγκυριότητάς του - ως προίκας, από τον τελευταίο υπέρ της θυγατέρας του ... συζ. Β5, της μη εξώδικης διανομής του επιδίκου από τους κληρονόμους του Β3, καθώς και της μη απόκτησης της κυριότητας αυτού τόσο από το δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, Β2, με έκτακτη χρησικτησία, όσο και από την ίδια, με δωρεά από τον τελευταίο ή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής, να αναφέρεται και ο τρόπος κτήσης της κυριότητας στο επίδικο από τον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Β3, καθόσον δεν υπήρχε αμφισβήτηση ως προς την κυριότητα αυτού στο ίδιο ακίνητο, αλλά, αντίθετα, συνομολογείτο η κυριότητά του από όλα τα διάδικα μέρη.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, πρώτο μέρος, του δικογράφου της αίτησης, δεύτερος, πρώτο, δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρη του δικογράφου των προσθέτων, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, εφόσον υπάρχει αντίφαση μεταξύ της αιτιολογίας, ότι το επίδικο ακίνητο δώρισε στην αναιρεσείουσα ο δικαιοπάροχός της, με την περαιτέρω αιτιολογία, ότι αυτή ασκούσε πράξεις νομής για λογαριασμό και των λοιπών συγκυρίων, καθώς και έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα ζητήματα του τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων, αν αυτός ήταν ο Β3 ή η σύζυγός του, της αιτίας μεταβίβασης από τον Β5 στο ...
του ανήκοντος σ' εκείνον ποσοστού συγκυριότητας επί του επιδίκου, καθώς και του προσώπου υπέρ του οποίου ο τελευταίος συνέστησε ως προίκα το ακίνητο αυτό, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος, πρώτο, δεύτερο, τρίτο μέρος, του δικογράφου των προσθέτων, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 α' ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 1033, 1036, 1710, 1813, 1815 ΑΚ και 6, αντίστοιχα της ΕΣΔΑ, είναι αόριστοι, προεχόντως, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας με το οποίο παραβιάστηκαν οι ουσιαστικοί αυτοί κανόνες δικαίου, η ισχύς των οποίων - εκτός του τελευταίου, - άρχισε από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δηλαδή από τις 23-2-1946.
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου της αίτησης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε χωρίς αιτιολογία, ότι α) οι αναιρεσίβλητοι διέμεναν στον οικίσκο, που εγκαταλείφθηκε στο επίδικο από τον Ξ και αγοράστηκε από τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας Σ2, όπως πιστοποιείται από το από 13-8-1978 έγγραφο αγοράς, που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, χωρίς να προσκομιστεί κανένα έγγραφο περί τούτου από τους αναιρεσιβλήτους, β) οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στο από 1-1-1994 μισθωτήριο έγγραφο, από το οποίο προέκυπτε, ότι, σε συνέχεια προηγούμενων μισθώσεων, η αναιρεσείουσα μίσθωσε το επίδικο από την 1-1-1984 για αόριστη διάρκεια στην πληρεξούσιά της Σ2,· γ) δεν έγινε άτυπη διανομή των ακινήτων μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, ενώ με το από 13-8-1973 έγγραφο του τότε γραμματέα της Κοινότητας ...
Β7, βεβαιώνεται η διανομή, δ) πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, χωρίς να προσκομιστεί πληρεξούσιο ή εξουσιοδότηση γι' αυτές, που έπρεπε να υπάρχει λόγω της απουσίας τους στην ..., ε) οι τοπογραφήσεις tου επιδίκου, το έτος 1989 έγιναν από τον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους, ενώ από τις αποδείξεις του τοπογράφου ..., το τοπογραφικό και τις βεβαιώσεις του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, προέκυπτε, ότι η τοπογράφηση του επιδίκου έγινε από την ίδια, είναι απαράδεκτος, γιατί οι αποδιδόμενες με αυτόν πλημμέλειες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, οι οποίες δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, αφού το πόρισμα από αυτές είναι πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις.
Ο πρώτος λόγος, τρίτο μέρος, αναίρεσης του δικογράφου της αίτησης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση του περιεχομένου των εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη των ισχυρισμών της, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περίπτ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση, και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.
Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να εκτιμήσει αποδεικτικά μέσα των οποίων έγινε επίκληση και προσκομιδή από τους διαδίκους, η οποία ελέγχεται αναιρετικά με το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' ΚΠολΔ. Με τον πρώτο λόγο, δεύτερο μέρος, αναίρεσης του δικογράφου της αίτησης, προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη των ισχυρισμών της, ότι την περίφραξη του επιδίκου, το έτος 1964, πλήρωσε ο πατέρας της, τον οποίο ο Ξ αναγνώρισε ως κύριο του επιδίκου και τον οικίσκο, εντός του επιδίκου, που κατασκεύασε ο πρώτος, αγόρασε ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας Σ1, δηλαδή το από 1-1-984 μισθωτήριο έγγραφο μίσθωσης του επιδίκου από την αναιρεσείουσα στην Σ2, την από 13-8-193 βεβαίωση του γραμματέα της Κοινότητας ...., καθώς και τα πληρεξούσια της αναιρεσείουσας προς αντιπροσώπους της για την άσκηση της νομής του επιδίκου.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα", με την έννοια που ήδη εκτέθηκε, αλλά αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά, ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και "από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, ορισμένα των οποίων μνημονεύονται κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται η συνεκτίμηση και των λοιπών", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα της μη εξώδικης διανομής του επίδικου ακινήτου μεταξύ των κληρονόμων του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Β3, της άσκησης σ' αυτό πράξεων νομής από όλους τους προαναφερόμενους συγκυρίους, της μη κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από το δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, καθώς και της μη κτήσης της κυριότητας αυτού από τη τελευταία αυτή διάδικο, είτε με δωρεά από το δικαιοπάροχό της Β2, είτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα, δηλαδή την από 4-3-1999 υπεύθυνη δήλωση της Σ2, τα..., αντίστοιχα, πληρεξούσια της αναιρεσείουσας προς εκείνη, το από 1-1-1984 μισθωτήριο έγγραφο, την από 13-8-1973 βεβαίωση του Β7 και Ξ, επιστολές του έτους 1936 της ...
συζ. Β6 προς τον Β2, την από 23-7-1996 κάρτα του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα, φωτογραφία του επιδίκου, την από Μαρτίου 1936 επιστολή της Γ προς τον Β2, την από 15-2-1976 επιστολή του Σ3 προς τη Γ, καθώς και το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο ...
αριθμό 11 περίπτ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αμέσως πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-2-2007 αίτηση της Χ συζ. Ζ για αναίρεση της 738/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, καθώς και τους από 12-11-2008 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ