1348/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων.
Legislator headnote
AI generated1348/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως. Εξ άλλου η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 27/1998, 32/1996).
Full text
Απόφαση 1348 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1348/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων-καλούντων : 1).................. και 2).........................., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Χλιβερό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης-καθ'ής η κλήση : ......................, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων.
Εκδόθηκε η 8/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 20/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων και 476/1999 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2000 αίτησή τους και εκδόθηκε η 1424/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 23-11-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 20 Αυγούστου 2001 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη Δημητρίου Σουλτανιά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως. Εξ άλλου η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 27/1998, 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσα προβάλλεται ότι κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 602 ΑΚ το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αξίωση δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό εξάμηνη παραγραφή και δέχθηκε, περαιτέρω, ως κατ΄ ουσίαν εν μέρει βάσιμη την αγωγή. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος διότι δεν παρατίθενται οι παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με την παραγραφή, με τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες παραβίαση της ως άνω διατάξεως.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του ότι δεν αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ενεργείας και αποτελέσματος ούτε αποδείχθηκε η υπαιτιότητα του δευτέρου από αυτούς στην προκληθείσα πυρκαϊά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).
Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.10 περιπτ.
δεύτερη Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του ότι δεν αποδείχθηκαν όσα το Εφετείο δέχεται σχετικά με την υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατά το προαναφερόμενο άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο πραγματικών γεγονότων.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε η δεν συνέτρεχαν οι οροί εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και ειδικότερα την ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι η καταστροφή του μίσθιου καταστήματος οφείλεται σε πυρκαϊά προκληθείσα από την προσδιοριζόμενη υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος, προστηθέντος από τη μισθώτρια σύζυγο του.
Το πόρισμα αυτό είναι σαφές και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχεται ότι "από την αυτοψία και την πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε μετά την κατάσβεση της πυρκαϊάς λόγω της καταστροφής του μισθίου και των εντός αυτού πραγμάτων δεν κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός της αιτίας της πυρκαϊάς" ακολούθως δέχτηκε ότι από την εκτίμηση όλων των αποδείξεων προέκυψε ότι η πυρκαϊά προκλήθηκε από αναμμένο τσιγάρο του καπνιστή συζύγου της μισθώτριας.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν αποδείχτηκε ότι η πυρκαϊά προήλθε από το αναμμένο τσιγάρο του δευτέρου αναιρεσιβλήτου πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως απαράδεκτος (αρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εκθέσεως της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, ανέγνωσε το έγγραφο ως έχει. παραθέτοντας μάλιστα στην απόφαση και το περιεχόμενό του, όπως αυτό αναφέρεται στο αναιρετήριο. Ομοίως ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την έκθεση αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.11.2000 αίτηση των ................ για αναίρεση της 476/1999 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ