Supreme Court partially allowed appeal against final judgment regarding unpaid domestic helper wages and medical expenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued for partial reinstatement of claims regarding domestic helper wages and medical expenses, while the court found the first appeal grounds inadmissible due to the absence of one defendant and the second appeal grounds unfounded based on partial acceptance of the lower court's claim. Consequently, the court set aside the appealed decision only to the extent it rejected the specific wage and expense claims, remitting the case for further trial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 9 and 176 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially set aside a final judgment and remit the case for retrial when the appeal is admissible in part but the lower court's decision on specific claims is found to be erroneous or incomplete.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1348 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1348/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Βόβολη.
Των καθών η κλήση - αναιρεσειόντων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2. ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ VERSICHERUNGS AKTIENGESELLSCHAFT", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από το κατά νόμο αντίκλητό του στην Ελλάδα "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ", που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και ως κατά νόμο αντίκλητο στην Ελλάδα, της άνω αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μάλλιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-4-2000 και 10-9-2000 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5956/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6093/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του και τους από 17 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1721/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 28 Δεκεμβρίου 2005 κλήση του αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανάγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου υπό στοιχείο α' και πέμπτου λόγων του κυρίου αναιρετηρίου και του μοναδικού λόγου του πρόσθετου αναιρετηρίου και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την έκδοση της 1721/2005 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, επανεισάγεται, με την από 28-12-2005 κλήση του αναιρεσείοντος, προς εκδίκαση η από 4-1-2005 αίτηση αναιρέσεως και το από 17-7-2005 πρόσθετο αναιρετήριο κατά της 6093/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Ψ1, ο οποίος όμως κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, αφού, όπως προκύπτει από τις..., ... και... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., επικυρωμένα αντίγραφα των μεν δικογράφων της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως με τη σχετική πράξη ορισμού ως δικασίμου της 5-5-2006 και με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν στις 27-1-2006 στον απολειπόμενο, του δε πρόσθετου αναιρετηρίου επιδόθηκε σ' αυτόν στις 3-4-2006. Πρέπει συνεπώς να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται εν προκειμένω κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, άρα και κάθε μια από τις περισσότερες αιτήσεις που σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 218 ΚΠολΔ. Μένει δε "αδίκαστη" μια αίτηση, όταν το δικαστήριο, καίτοι υπεχρεούτο, παρέλειψε να αποφανθεί επί αυτής, ήτοι να την δεχθεί ή να την απορρίψει. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Η βεβαίωση όμως του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομιδής ή μη αποδεικτικού μέσου αποτελεί οντολογική κρίση, δηλαδή πραγματική διαπίστωση, η αλήθεια της οποίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Έτσι, κάθε ισχυρισμός προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα κατά της βεβαιώσεως του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο, είναι απαράδεκτος (Ολ ΑΠ 30/2002).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 9 και 11 ΚΠολΔ, διατυπώνονται, κατ' εκτίμηση οι αιτιάσεις ότι το εφετείο, δικάζοντας επί αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της 5956/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές δυο αγωγές του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων περί επιδικάσεως στον πρώτο αποζημιώσεως για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα προκληθέν από αμελή συμπεριφορά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά την εκ μέρους του οδήγηση του ασφαλισμένου στη δεύτερη από αυτούς και έχοντος ως τόπο συνήθους σταθμεύσεως τη ...
αυτοκινήτου του, εξέδωσε αρχικώς μεν την 6980/2003 απόφαση, με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου με επιμέλεια του αναιρεσείοντος να προσκομισθεί απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ αναφορικώς με την επιδότηση και τη σύνταξη αναπηρίας του πρώτου για την περίοδο 1-11-2002 έως 31-10-2004, ακολούθως δε την προσβαλλόμενη 6093/2004 απόφαση, με την οποία όμως το εφετείο, παρόλο που είχε προσκομισθεί από τον αναιρεσείοντα η σχετική ...
απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ, άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως της αποθετικής του ζημίας για την περίοδο 1-11-2002 έως 31-10-2004, ενώ ακόμη παρέλειψε να λάβει υπόψη την άνω απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ. Ωστόσο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, το εφετείο, βεβαιώνοντας ότι δεν προσκομίζεται η απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ για την οποία είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως, έκρινε απορριπτέο το αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως σ' αυτόν αποζημιώσεως για την αποθετική ζημία που υπέστη κατά το από 1-11-2002 έως 31-10-2004 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ήταν ανίκανος προς παροχή εργασίας εξαιτίας του τραυματισμού του.
Απαραδέκτως ισχυρίζεται δε ο αναιρεσείων στην παρούσα αναιρετική δίκη ότι είχε προσκομίσει στο εφετείο την ως άνω απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ και ότι η προσκομιδή αυτής προκύπτει από τη (μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως) συνταχθείσα με χρονολογία 13-9-2004 βεβαίωση του γραμματέα του τμήματος καθαρογραφής του Εφετείου Αθηνών, με την οποία βεβαιώνεται, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι εντός του φακέλου της προσβαλλόμενης αποφάσεως βρέθηκε η εν λόγω απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ, "όταν ακόμη τα σχετικά δεν είχαν παραληφθεί από τους διαδίκους".
Και τούτο, γιατί ο ισχυρισμός αυτός στρέφεται κατά της μη δεκτικής αναιρετικού ελέγχου αντίθετης διαπιστώσεως του εφετείου. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις ως άνω αιτιάσεις. Με τον ίδιο λόγο προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι ανεπιτρέπτως απέρριψε το προαναφερόμενο αγωγικό αίτημα, χωρίς προηγουμένως να κληθεί από τον πρόεδρο ή τον εισηγητή αυτού ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος για την προσκόμιση του σχετικού εγγράφου του ΙΚΑ ή να διαταχθεί εκ νέου η επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να προσκομισθεί το έγγραφο τούτο.
Η αιτίαση όμως αυτή δεν θεμελιώνει κανέναν από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου μάλιστα ότι το κρίσιμο έγγραφο του ΙΚΑ έχει αποδεικτικό χαρακτήρα και η παράλειψη προσκομιδής του δεν μπορεί να συμπληρωθεί στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 227 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου η παράλειψη του εφετείου να διατάξει και πάλι την επανάληψη της συζητήσεως για την προσκομιδή του εγγράφου τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, καθόσον από το άρθρο 254 ΚΠολΔ παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική προς τούτο ευχέρεια.
Κατά την ως άνω συνεπώς αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1α ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αίρονται δε αναδρομικώς οι συνέπειες της ασκήσεώς της. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 223 παρ. ιβ' και 295 παρ. ιβ' ΚΠολΔ, και στην περίπτωση του περιορισμού του αγωγικού αιτήματος με τις προτάσεις, αφού ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ομοίως υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και η από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έρευνα κεφαλαίου που δεν έχει προσβληθεί με έφεση ή αντέφεση.
Εν προκειμένω, από τα αναφερόμενα πιο κάτω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Με τις από 14-4-2000 και 10-9-2000 δυο αγωγές του κατά των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων ζητούσε μεταξύ άλλων να του επιδικασθεί αποζημίωση 300.000 δραχμών μηνιαίως από 25-5-2000 έως 25-5-2050 για δαπάνη οικιακής βοηθού, των υπηρεσιών της οποίας είχε ανάγκη λόγω του προαναφερθέντος τραυματισμού του, καθώς και 1.000.000 και 1.200.000 δραχμών για έξοδα φυσικοθεραπείας και λουτροθεραπείας αντιστοίχως.
Με τις κατατεθείσες στον πρώτο βαθμό προτάσεις του, αφενός μεν περιόρισε για το διάστημα 25-5-2000 έως 31-10-2004 το αίτημα περί επιδικάσεως της δαπάνης οικιακής βοηθού, αφετέρου δε παραιτήθηκε από το αίτημα περί επιδικάσεως των εξόδων φυσικοθεραπείας και λουτροθεραπείας. Με την πρωτόδικη απόφαση επιδικάσθηκε σ' αυτόν ως αποζημίωση για δαπάνη οικιακής βοηθού το ποσό των 220.000 δραχμών μηνιαίως για το διάστημα από 25-5-2000 έως 31-10-2004, το δε αίτημα για έξοδα φυσικοθεραπείας και λουτροθεραπείας αγνοήθηκε.
Επί ασκηθεισών από αμφότερα τα διάδικα μέρη εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, παρά τον περιορισμό των άνω αιτημάτων και παρά τη μη προβολή σχετικού με αυτά λόγου εφέσεως, το εφετείο έκρινε, ως προς μεν το πρώτο αίτημα, ότι ο αναιρεσείων θα δαπανήσει για αμοιβή οικιακής βοηθού το ποσό των 60.000 δραχμών μηνιαίως από 26-5-2000 έως 26-5-2002 και ότι για το περαιτέρω χρονικό διάστημα μέχρι το έτος 2050 δεν είναι δυνατός από τώρα ο προσδιορισμός της σχετικής ζημίας του αναιρεσείοντος και κυρίως δεν μπορεί να προβλεφθεί από τώρα η εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του, ως προς δε το δεύτερο αίτημα, ότι δεν αποδείχθηκε η δαπάνη του αναιρεσείοντος για φυσικοθεραπεία και λουτροθεραπεία, ακολούθως δε, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και δεχόμενο την έφεση της δεύτερης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού δέχθηκε εν μέρει τις δυο αγωγές του αναιρεσείοντος, επεδίκασε σ' αυτόν τα αναφερόμενα στην απόφασή του χρηματικά ποσά για έξοδα αποκλειστικών νοσοκόμων και βελτιωμένης τροφής, για απολεσθείσες αποδοχές εξαιτίας της ανικανότητάς προς εργασία και για δαπάνη οικιακής βοηθού από 26-5-2000 έως 26-5-2002.
Κρίνοντας έτσι το εφετείο, ως προς τη δαπάνη οικιακής βοηθού για το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 έως το έτος 2050 και ως προς τα έξοδα φυσικοθεραπείας και λουτροθεραπείας, αποφάνθηκε χωρίς αίτημα και έτσι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. α' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Επομένως, οι δεύτερος κατά το πρώτο (υπό στοιχείο α') μέρος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους καταλογίζεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Με τον δεύτερο, κατά το σχετικό (υπό στοιχείο β') μέρος, λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι κατά παράβαση του άρθρου 929 ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, επεδίκασε σ' αυτόν για τη δαπάνη οικιακής βοηθού το ποσό των 60.000 δραχμών μηνιαίως, ενώ έπρεπε να του επιδικάσει το αιτηθέν ποσό των 300.000 δραχμών μηνιαίως, καθόσον από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδείχθηκε ότι, λόγω της προκληθείσας από το ατύχημα αναπηρίας του σε ποσοστό 98% (ακρωτηριασμός αριστερού ποδιού ψηλά στο μηρό, και ημιπαράλυση δεξιού ποδιού και αριστερού χεριού), δεν είναι σε θέση να αυτοεξυπηρετηθεί και ως εκ τούτου έχει ανάγκη των υπηρεσιών οικιακής βοηθού επί 13 ώρες ημερησίως.
Κατά τις αιτιάσεις αυτές ο ως άνω λόγος, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ. 1, 10 και 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
IV. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εφετείο, αναφορικώς με το αίτημα της επιδικάσεως αποζημιώσεως για δαπάνη οικιακής βοηθού, δέχθηκε ανελέγκτως ότι κατά το χρονικό διάστημα από 26-5-2000 έως 26-5-2002 ο αναιρεσείων θα έχει ανάγκη οικιακής βοηθού στην οποία θα καταβάλλει 60.000 δραχμές μηνιαίως για τη μερική απασχόλησή της επί δυο ημέρες κάθε εβδομάδα και ότι για το περαιτέρω χρονικό διάστημα δεν μπορούν να προσδιορισθούν από τώρα η σχετική ζημία και η έκτασή της και κυρίως δεν μπορεί να προβλεφθεί η εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του αναιρεσείοντος, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση της δεύτερης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων και, κατά μερική αποδοχή των δυο αγωγών του αναιρεσείοντος, επεδίκασε σ' αυτόν, ως προς το προαναφερόμενο αίτημα, το ποσό των 176 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 26-5-2000 έως 26-5-2002. Είναι, ως εκ τούτου, φανερό ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε το κρίσιμο αγωγικό αίτημα αναφορικώς με τη ζητούμενη αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 26-5-2002 έως 30-10-2004. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια της εγκαταλείψεως αδίκαστου του άνω αιτήματος για το διάστημα από 26-5-2000 έως 31-10-2004, είναι αβάσιμος.
V. Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν αποφάνθηκε επί του λόγου της από 3-1-2003 εφέσεώς του, για τη παράλειψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να αποφανθεί επί του αγωγικού αιτήματος της επιδικάσεως αποζημιώσεως για τα επιδόματα εορτών και άδειας που αντιστοιχούν στην αμοιβή της οικιακής βοηθού. Όμως, από την παραδοχή του εφετείου, ότι η δαπάνη του αναιρεσείοντος για μερική απασχόληση οικιακής βοηθού επί δυο ημέρες κάθε εβδομάδα ανέρχεται στο ποσό των 60.000 δραχμών μηνιαίως, καθίσταται σαφές ότι το σχετικό αγωγικό αίτημα, περί επιδικάσεως στον αναιρεσείοντα της δαπάνης για αμοιβή οικιακής βοηθού εκ δραχμών 300.000 μηνιαίως με τα αναλογούντα στην αμοιβή αυτή επιδόματα εορτών και άδειας εκ δραχμών 600.000 ετησίως (300.000 + 150.000 + 150.000 δραχμές για επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας αντιστοίχως), έγινε εν μέρει δεκτό και δεν έμεινε αδίκαστος ο αντίστοιχος λόγος του εφετηρίου ως προς τα άνω επιδόματα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
VI. Με τον μοναδικό λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, υποστηρίζοντας ότι σε άλλη μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκη το τρίτο των αναιρεσιβλήτων προέβαλε τον ισχυρισμό περί της μη εκπροσωπήσεως από αυτό της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, δηλώνει ότι διορθώνει τα αναγραφόμενα ως εκ περισσού στο αναιρετήριο στοιχεία της τελευταίας ως προς την εκπροσώπησή της, με την απάλειψη από το αναιρετήριο της αναγραφής σ' αυτό του τρίτου των αναιρεσιβλήτων ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης τούτων.
Για τη διόρθωση αυτή αρκεί η ως άνω δήλωση του αναιρεσείοντος, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εσφαλμένη αναγραφή ή η έλλειψη αναγραφής του ονόματος ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο, της επωνυμίας του εκπροσώπου του νομικού προσώπου δεν επηρεάζει το κύρος του δικογράφου της αναιρετικής αιτήσεως.
Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος, με τον οποίο δεν καταλογίζεται στο εφετείο κάποια πλημέλλεια, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απορρίφθηκαν τα αιτήματα των από 14-4-2000 και 10-9-2000 αγωγών του αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως σ' αυτόν αποζημιώσεως για την αμοιβή που θα πλήρωνε σε οικιακή βοηθό κατά το χρονικό διάστημα από τη 1-11-2004 έως το έτος 2050 και για τα έξοδα φυσικοθεραπείας και λουτροθεραπείας, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6093/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ