Supreme Court dismisses appeal on real estate contract interpretation and good faith principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision rejecting her claim for a declaration of will regarding a property sale. The court found the lower court's interpretation of the contract, based on the parties' true intent and the topographic plan, consistent with good faith and transactional ethics. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 949, 560 of the Code of Civil Procedure; When a declaration of will is ordered, it is deemed made upon the finality of the judgment, and the interpretation of the contract must align with good faith and the parties' true intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1347 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1347/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Πριόβολο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. - Δ. χήρας Ν. Κ., το γένος Θ. Κ., 2) Α. Κ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πεχλιβάνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 548/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8870/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρ. 8870/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση που άσκησαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, εξαφανίστηκε η υπ' αρ. 598/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκε η από 5-3-2019 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να καταδικαστούν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες να προβούν σε δήλωση βουλήσεως σε εκτέλεση προσυμφώνου πωλήσεως. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Α. Κατά το άρθρο 949 εδ. α ΚΠολΔ, όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βουλήσεως, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Με τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος της που ανάγει την εκβιαζόμενη δήλωση βουλήσεως σε περιεχόμενο παροχής, θεσμοθετείται ένα ιδιότυπο μέσο εκτελέσεως και εξαναγκασμού του οφειλέτη για εκπλήρωση υποχρεώσεώς του προς επιχείρηση νομικής πράξεως, η οποία και θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι έγινε από της τελεσιδικίας της αποφάσεως που καταδικάζει τον οφειλέτη σε σχετική δήλωση βουλήσεως (ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 695/2021).
Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξιώσεως να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στη δήλωση βουλήσεώς του προς τον ενάγοντα πρέπει να ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα που δημιουργούν νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιούμενη δικαιοπραξία, απορρέουσα είτε απευθείας από το νόμο είτε από σύμβαση την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα.
Συνήθως έχει ως γενεσιουργό λόγο τη δικαιοπραξία και κατευθύνεται προς επιχείρηση άλλης δικαιοπραξίας, ενώ αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 1169/2024, ΑΠ 695/2021, ΑΠ 1642/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, καταρτισμένη σύμβαση αποτελεί και το προσύμφωνο, με το οποίο δημιουργείται τέλεια ενοχή, ήτοι γεννώνται υποχρεώσεις και από τα δύο μέρη για τη σύναψη της κύριας συμβάσεως, οι υποχρεώσεις δε αυτές είναι αγώγιμες και καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να εγείρει αγωγή με αίτημα την, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, η οποία θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 695/2021).
Επομένως, η σύναψη προσυμφώνου επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να αναλαμβάνουν την υποχρέωση για την κατάρτιση της σκοπούμενης από αυτά οριστικής συμβάσεως και περιέχει με δεσμευτικότητα τους όρους και τις προϋποθέσεις της κύριας σύμβασης. Με την αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως παρέχεται η αξίωση στο ένα μέρος να επιδιώξει την αναγκαστική κατάρτιση της κύριας συμβάσεως σε βάρος του έτερου μέρους, που αθετεί την από το προσύμφωνο υποχρέωσή του να συμπράξει προς τούτο.
Στην δίκη που ανοίγεται με την αγωγή του άρθρου 949 ΚΠολΔ, η οποία είναι ενοχική, επίδικη είναι η παροχή που οφείλεται από το νόμο ή την σύμβαση, το περιεχόμενο της οποίας συνίσταται στην απαιτούμενη σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως. Η ιστορική βάση της αγωγής συντίθεται από τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου για την επιχείρηση της οφειλόμενης και ζητούμενης δηλώσεως βουλήσεως.
Η απόφαση που δέχεται την αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως αφενός προβαίνει σε διάγνωση έστω και σιωπηρώς της υπάρξεως της αξιώσεως και αφετέρου καταδικάζει τον εναγόμενο οφειλέτη σε επιχείρηση της οφειλόμενης δηλώσεως (ΑΠ 1169/2024, ΑΠ 266/2020).
Εξάλλου, ο δικαιούχος από προσύμφωνο, στον οποίο έχει χορηγηθεί αμετάκλητη πληρεξουσιότητα από το έτερο μέρος να καταρτίσει με αυτοσύμβαση την οριστική σύμβαση, αφενός ατομικά και αφετέρου ως άμεσος αντιπρόσωπος του πληρεξουσιοδότη, σε περίπτωση που ο τελευταίος δυστροπεί να συμπράξει, έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αγωγής για καταδίκη του υποχρέου σε δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να επιτύχει την αναγκαστική σύναψη της οριστικής συμβάσεως (ΑΠ 1169/2024, ΑΠ 1766/2023).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1α' ΚΠολΔ, που είναι αντίστοιχη με αυτή του άρθρου 559 παρ.1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της συμβάσεως, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της συμβάσεως ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1123/2019).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, κατά έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι αντίστοιχη με αυτή του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 900/2023, ΑΠ 766/2019 και ΑΠ 1360/2017).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, καθόσον, καίτοι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβαλλομένων στο υπ' αρ. .../1989 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Ν. Μουδανιών Ι. Τ. αναφορικά με την ακριβή εδαφική έκταση που προσυμφωνήθηκε σε αυτό να της μεταβιβαστεί, παρέλειψε να συμπληρώσει το κενό αυτό με προσφυγή στις ως άνω ερμηνευτικές διατάξεις, άλλως εφαρμόζοντας τις ίδιες διατάξεις εσφαλμένα και παραθέτοντας για την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των συμβαλλομένων στο άνω προσύμφωνο ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή της.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα :"Δυνάμει του υπ' αριθ. ....1989 προσυμφώνου συμβολαίου πώλησης ακινήτου του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών, Ι. Τ., ο ήδη αποβιώσας σύζυγος της πρώτης των εναγομένων και πατέρας της δεύτερης εξ αυτών, Ν.
Κ. του Κ., υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην ενάγουσα έναν ολόκληρο αγρό, κείμενο στη θέση "ΑΝΑΒΡΥΚΟΣ", της κτηματικής περιοχής της Κοινότητας Φούρκας Κασσάνδρας Χαλκιδικής, ο οποίος είχε περιέλθει σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. .../1954 διανεμητηρίου του συμβολαιογράφου Βάλτης, Γ.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας στον Τ. 8 αρ. 42, έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης έξι στρεμμάτων ή όσης έκτασης και αν ήθελε βρεθεί κατά την επίσημη επιμέτρησή του, μετά των υπαρχόντων ελαιοδένδρων όσων και αν είναι, ο οποίος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο προσύμφωνο, συνορεύει εν όλω βορειοανατολικώς, νοτιοανατολικώς και βορειοδυτικώς με δημόσιο δάσος και νοτιοανατολικώς με αγροτικό δρόμο, αντί του συνολικού τιμήματος των 3.200.000 δραχμών, του οποίου η αποπληρωμή συμφωνήθηκε να γίνει σύμφωνα με τον αναφερόμενο στον εν λόγω προσύμφωνο τρόπο, και χορηγήθηκε με αυτό από τον άνω πωλητή στην ενάγουσα - αγοράστρια, το δικαίωμα να προβεί με αυτοσύμβαση στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης με τους αναφερόμενους σ' αυτό όρους.
Ήδη ένα χρόνο πριν τη σύνταξη του άνω προσυμφώνου και δη στις 10.5.1988, συντάχθηκε από τον τεχνολόγο μηχανικό Χ. Μ., το προσκομιζόμενο από τους διαδίκους τοπογραφικό διάγραμμα του υποσχόμενου προς πώληση ακινήτου, τα όρια του οποίου είχαν υποδειχθεί από τον ως άνω πωλητή, όπως σαφώς αναφέρεται σ' αυτό (τοπογραφικό διάγραμμα), στο οποίο υπολογίσθηκε ότι το συνολικό εμβαδό του προς πώληση αγρού, ανερχόταν σε 8.755 τ.μ., και οριζόταν υπό τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Α, σύμφωνα με ρητή αναφορά προς τούτο του συντάξαντος αυτού ως άνω μηχανικού.
Ακολούθως η ενάγουσα εξόφλησε το προαναφερόμενο τίμημα και πριν προβεί στην σύνταξη του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, προσκόμισε στο δασαρχείο Κασσάνδρας το ως άνω από 10.5.1988 τοπογραφικό, ώστε να ελεγχθεί και να βεβαιωθεί αν η συνολική έκταση εμβαδού 8.755 τ.μ. που αποτυπώνεται εντός του τοπογραφικού και επίκειται η πώληση του, περιλαμβάνει τυχόν τμήμα δασικού χαρακτήρα, ώστε σε καταφατική περίπτωση αυτό το τμήμα να εξαιρεθεί της πώλησης.
Τούτο δε ήταν προαπαιτούμενο, προκειμένου να συνταχθεί το οριστικό συμβόλαιο, καθόσον στην περιοχή όπου κείται το εν λόγω ακίνητο υπάρχουν πολλά δάση. Πρέπει δε στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι μολονότι κατά το χρόνο σύνταξης του προσυμφώνου συμβολαίου είχε ήδη συνταχθεί το προαναφερόμενο από 10.5.1988 τοπογραφικό διάγραμμα και γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι σ' αυτό την συνολική έκταση του υποσχόμενου προς πώληση ακινήτου και τη θέση αυτού, εντούτοις αυτό δεν αναφέρθηκε στο εν λόγω προσύμφωνο, αλλά αντίθετα αφέθηκε σ' αυτό αόριστος ο προσδιορισμός της ακριβής έκτασης του πωλούμενου ακινήτου, διότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν γνώριζαν την τυχόν ύπαρξη δασικού τμήματος εντός αυτού, γεγονός που θα αποσαφηνιζόταν μόνον μετά την προσκόμιση του εν λόγω τοπογραφικού στο δασαρχείο Κασσάνδρας πριν την σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, προκειμένου να βεβαιωθεί η ύπαρξη ή μη τυχόν τμημάτων δασικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονταν σ' αυτό.
Το γεγονός να χαρακτηρισθεί ένα τμήμα του εν λόγω ακινήτου που υποσχέθηκε ο ως άνω πωλητής στην ενάγουσα, ως δασικό, ήταν πράγματι πολύ πιθανό και συνάμα αβέβαιο από αμφότερους τους συμβαλλόμενους στο άνω προσύμφωνο, γι' αυτό εξάλλου και αναγράφηκε σ' αυτό ότι το υποσχόμενο προς πώληση ακίνητο έχει έκταση 6 στρέμματα, ή όση ήθελε βρεθεί, αντίθετα όμως ήταν σαφές και γνωστό ότι το συνολικό ακίνητο, συμπεριλαμβανομένων τυχόν δασικών εκτάσεων σ' αυτό, ανερχόταν με βάση το άνω τοπογραφικό σε 8.755 τ.μ.
και είχε το σχήμα και τη θέση που αποτυπωνόταν στο άνω τοπογραφικό, βάσει των ορίων που ο ίδιος ο πωλητής είχε υποδείξει στον συντάξαντα το τοπογραφικό και που προφανώς επιθυμούσε να πωλήσει στην ενάγουσα. Πράγματι ο δασάρχης Κασσάνδρας, Σ. Σ., αφού έλεγξε το εν λόγω τοπογραφικό, βεβαίωσε ότι από τον συνολικό αγρό εμβαδού 8.755 τ.μ.
που απεικονιζόταν σ' αυτό, μόνον το τμήμα αυτού υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Λ-Κ-Ι-Θ-Α, εμβαδού 8.035 τ.μ., όπως αυτό οριοθετήθηκε επί του ανωτέρω προσκομισθέντος από την ενάγουσα τοπογραφικού, δεν είναι δασικό ούτε δασικού χαρακτήρα και γι' αυτό το λόγο δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 998/1979, εξέδωσε δε και την αντίστοιχη υπ' αριθ.
πρωτ. ....1989 βεβαίωσή του προς τούτο και χορήγησε αντίγραφο του άνω τοπογραφικού στην ενάγουσα, θέτοντας επ' αυτού σφραγίδα ότι αυτό συνοδεύει την ως άνω βεβαίωσή του καθώς και γραπτό υπόμνημα επ' αυτού, σύμφωνα με το οποίο, τμήμα εμβαδού 8.035 τ.μ. ήταν χωράφι, ενώ τμήμα αυτού εμβαδού 720 τ.μ. ήταν δημόσιο δάσος.
Συμμορφούμενη λοιπόν η ενάγουσα προς την ανωτέρω βεβαίωση του Δασάρχη Κασσάνδρας και αφού βεβαιώθηκε ότι το βόρειο τμήμα του υποσχόμενου σ' αυτήν προς πώληση ακίνητου, εμβαδού 720 τ.μ. υπό στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Η-Θ, δεν μπορούσε λόγω του χαρακτηρισμού του ως δημόσιου δάσους να της μεταβιβασθεί ως ανεπίδεκτο συναλλαγής και εξ αυτού του λόγου ούτε να συμπεριληφθεί στο οριστικό συμβόλαιο πώλησης, προέβη με αυτοσύμβαση στην κατάρτιση του υπ' αριθ. ....1989 οριστικού συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Ι.
Τ., στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι τούτο έγινε σε εκτέλεση του ως προσυμφώνου, και ότι αυτό έχει έκταση 8.035 τ.μ. κατά το συνημμένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω μηχανικού Χ. Μ. Στο σημείο τούτο αξίζει να γίνουν κάποιες επισημάνσεις αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω οριστικό συμβόλαιο. Από την επισταμένη επισκόπηση αυτού προκύπτει ότι καθοριστικό παράγοντα και οδηγό στον ακριβή προσδιορισμό του όλου μεταβιβαζόμενου ακινήτου διαδραμάτισε, κατά την πραγματική βούληση των συμβαλλόμενων σ' αυτό, το επισυναπτόμενο σ' αυτό προαναφερόμενο από 10.5.1988 τοπογραφικό διάγραμμα.
Τούτο καταδεικνύεται κυρίως, πέραν της σαφής αναφοράς σ' αυτό, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι μολονότι στο προαναφερόμενο προσύμφωνο, αναφερόταν για τον κατά όσον το δυνατόν ακριβέστερο προσδιορισμό του υποσχόμενου προς πώληση ακίνητο, ότι αυτό είχε περιέλθει στον πωλητή δυνάμει του υπ' αριθ. .../1954 διανεμητηρίου του συμβολαιογράφου Βάλτης, εντούτοις στο οριστικό συμβόλαιο αναφέρεται ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιήλθε στον πωλητή δυνάμει του προαναφερόμενου διανεμητηρίου σε συνδυασμό όμως με την χρησικτησία για την επιπλέον έκταση αυτού που διαλαμβάνεται εντός των ορίων του τίτλου ιδιοκτησίας του πωλητή.
Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεπαν εξ αρχής στην μεταβίβαση από τον πωλητή προς την ενάγουσα, του πλήρως οριοθετημένου και μόνον εντός του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος ακινήτου, αρχικού εμβαδού 8.755 τ.μ. και μετά από αφαίρεση του δασικού τμήματος τελικού εμβαδού 8.035 τ.μ., ανεξαρτήτως μάλιστα της αιτίας που αυτό στο σύνολό του είχε περιέλθει στον πωλητή.
Γι' αυτό το λόγο λοιπόν, η ενάγουσα κατά τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, περιέλαβε, σύμφωνα με την αληθινή πάντα βούληση των όσων είχαν συμπεριληφθεί στο άνω προσύμφωνο, τόσο το μέρος του εν λόγω αγρού που είχε περιέλθει σ' αυτόν δυνάμει του ανωτέρω τίτλου όσο και μέρος αυτού που είχε περιέλθει σ' αυτόν με χρησικτησία, που εκ πρώτης όψης φαίνεται να αποκλίνει από όσα ορίζονται στο προσύμφωνο, πλην όμως εκφράζει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, γεγονός που σε καμία περίπτωση δεν αποκλείει αλλά αντίθετα ενισχύει τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο πωλητής νεμόταν στην ευρύτερη περιοχή, πέραν της μεταβιβαζόμενης, και άλλη απροσδιόριστη έκταση.
Πρέπει δε ακόμη να σημειωθεί, ότι από την περαιτέρω επισκόπηση του οριστικού συμβολαίου, διαπιστώνεται να έχουν εμφιλοχωρήσει εντός αυτού αρκετές ανακρίβειες και σφάλματα και ειδικότερα α) αναφέρεται εσφαλμένα ότι το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα συντάχθηκε με ημερομηνία 6.7.1989, ενώ το ορθό κατά τα προαναφερόμενα ήταν ότι αυτό φέρει ημερομηνία σύνταξης την 10.5.1988 και ότι επ' αυτού τέθηκε η σφραγίδα του Δασάρχη Κασσάνδρας με ημερομηνία 6.7.1989, με την οποία βεβαιώνεται ότι το εν λόγω τοπογραφικό συνοδεύει την υπ' αριθ.
πρωτ. ....1989 βεβαίωση του Δασάρχη Κασσάνδρας και β) αναφέρεται εσφαλμένα ότι ο πωλούμενος αγρός εμβαδού 8.035 τ.μ. περιλαμβάνεται μεταξύ των χαρακτηριστικών στοιχείων περιμέτρου Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α του ανωτέρω τοπογραφικού, τα οποία όμως στην πραγματικότητα αφορούν την περίμετρο του όλου ακινήτου εμβαδού 8.755 τ.μ.
όπως αποτυπωνόταν αρχικά και πριν τον χαρακτηρισμό από το δασάρχη Κασσάνδρας και συνεπώς εσφαλμένα περιγράφονται σ' αυτό και οι πλευρικές του διαστάσεις και δη αυτές του βόρειου τμήματος αυτού ως Α-Κ (μήκους 30 γραμμικών μέτρων), Κ-Ι (μήκους 17 γραμμικών μέτρων), Ι-Θ (μήκους 18 γραμμικών μέτρων), Θ-Η (μήκους 42 γραμμικών μέτρων), Η-Ζ (μήκους 3,50 γραμμικών μέτρων), ενώ το ορθό είναι ότι αυτός περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Λ-Κ-Ι-Θ-Α του ανωτέρω τοπογραφικού, όπως τούτο αναφέρεται ρητά και στην προαναφερόμενη υπ' αριθ.
πρωτ. ....1989 βεβαίωση του Δασάρχη Κασσάνδρας και οι πλευρικές διαστάσεις αυτού και δη αυτές του βόρειου τμήματος είναι Α-Θ (μήκους 30 γραμμικών μέτρων), Θ-Ι (μήκους 17 γραμμικών μέτρων), Ι-Κ (μήκους 18 γραμμικών μέτρων) και Κ-Λ (μήκους 42 γραμμικών μέτρων). Περαιτέρω από τα ανωτέρω αναφερόμενα, σε συνδυασμό με το ίδιο το ως άνω προσκομιζόμενο τοπογραφικό, αποδεικνύεται ότι από το ως άνω συνολικό ακίνητο των 8.755 τ.μ, υπό στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Α, μόνον τμήμα αυτού υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Λ- Κ-Ι-Θ-Α, εμβαδού 8.035 τ.μ., ήταν αγρός και μπορούσε να πωληθεί στην ενάγουσα, ενώ αντίθετα τμήμα αυτού, εμβαδού 720 τ.μ, υπό στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Η-Θ, το οποίο σημειωτέον βρισκόταν βόρεια του τμήματος των 8.035 τ.μ., ήταν δημόσιο δάσος και ευλόγως δεν μπορούσε να πωληθεί.
Επιπρόσθετα από την ανωτέρω βεβαίωση του δασάρχη Κασσάνδρας, προκύπτει με βεβαιότητα, ότι ο εν λόγω δασάρχης κλήθηκε να βεβαιώσει περί του δασικού ή μη χαρακτήρα, μόνον της υποδεικνυόμενης και περιλαμβανόμενης στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα έκτασης, συνολικού εμβαδού 8.755 τ.μ. υπό στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Α, όπως αυτά αποτυπώνονταν στο εν λόγω τοπογραφικό και όχι βέβαια για τυχόν οποιαδήποτε άλλη έκταση δεν περιλαμβανόταν στα όρια του εν λόγω τοπογραφικού, ούτε άλλωστε ασχολήθηκε και πολύ περισσότερο δεν βεβαίωσε οτιδήποτε περί των εκτάσεων που συνορεύουν με το εντός του τοπογραφικού διαγράμματος ακίνητο.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ως άνω προσύμφωνο δεν εκτελέσθηκε στο σύνολό του και ειδικότερα ότι υπολείπεται τμήμα εμβαδού 614,55 τ.μ., υπό στοιχεία Α-1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-Α, όπως εμφαίνεται στο προσκομιζόμενο από αυτή από Μάιος 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του Σ. Σ., το οποίο πρέπει να της μεταβιβασθεί από τις εναγόμενες που τυγχάνουν νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω πωλητή, σε εκτέλεση του άνω προσυμφώνου, καθόσον αυτό εσφαλμένα δεν περιελήφθη στο οριστικό συμβόλαιο πώλησης και ότι τούτο έγινε διότι, κατά τους ισχυρισμούς της ο αρμόδιος δασάρχης Κασσάνδρας όταν εξέδωσε την υπ' αριθ.
πρωτ. ....1989 βεβαίωσή του, εσφαλμένα βεβαίωσε ότι μόνον 8.035 τ.μ ήταν μη δασική έκταση, προσδίδοντας (ο δασάρχης) τότε, εμμέσως πλην σαφώς στο εναπομείναν επίδικο τμήμα των 614,55 τ.μ. που βρίσκεται και εκτείνεται σε συνέχεια του νοτιότερου μέρους του τμήματος των 8.035 τ.μ. (που της μεταβιβάσθηκε ήδη με το ως άνω οριστικό συμβόλαιο), τον χαρακτήρα δασικής έκτασης ενώ αυτό τελικά δεν ήταν δασικό και ότι ανήκε στον ανωτέρω πωλητή, ως μέρος του όλου ακινήτου που υποσχέθηκε με το άνω προσύμφωνο να της μεταβιβάσει, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της δολίως αποδέχθηκαν ως μέρος της κληρονομίας του οι εναγόμενες.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί της ενάγουσας κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο δασάρχης Κασσάνδρας, ουδέν βεβαίωσε περί του επίδικου τμήματος των 614,55 τ.μ., όπως αυτό οριοθετείται στο προσκομιζόμενο από αυτήν προαναφερόμενο από Μάιος 2017 τοπογραφικό διάγραμμα, ούτε και εμμέσως υπονόησε οτιδήποτε για αυτό, δεδομένου ότι αυτός κλήθηκε να απαντήσει περί του δασικού ή μη χαρακτήρα μόνον του ακινήτου που οριοθετείτο υπό στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Α, στο από 10.5.1988 τοπογραφικό διάγραμμα, συνολικού εμβαδού 8,755 τ.μ., στο οποίο, δεν χωρεί καμία αμφιβολία, ότι δεν περιλαμβανόταν το επίδικο τμήμα των 614,55 τ.μ.
και ακολούθως ορθώς χαρακτήρισε ως μη δασικό μόνον το τμήμα των 8.035 τ.μ., οριοθετώντας το μάλιστα υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Λ-Κ-Ι-Θ-Α, εντός του μόνου υποδεικνυόμενου και προσκομιζόμενου σ' αυτόν μείζονος ακινήτου των 8.755 τ,μ. και αποτυπούμενου σαφώς στο από 10.5.1988 τοπογραφικό διάγραμμα, χαρακτηρίζοντας σαφώς ως δημόσιο δάσος το υπόλοιπο τμήμα των 720 τ.μ., το οποίο όπως προκύπτει από το ανωτέρω τοπογραφικό ορίζεται υπό τα στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Η-Θ.
Συνεπώς σε ουδέν σφάλμα υπέπεσε ο δασάρχης Κασσάνδρας, όταν εξέδωσε την υπ' αριθ. πρωτ. ....1989 βεβαίωσή του και ουδεμία πεπλανημένη αντίληψη δημιούργησε είτε σ' αυτήν την ίδια είτε στον πωλητή, περί των πραγματικών ορίων του ανωτέρω ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο δασάρχης Κασσάνδρας κλήθηκε για πρώτη φορά να βεβαιώσει περί του δασικού ή μη χαρακτήρα του ένδικου τμήματος των 614,55 τ.μ., μόλις το έτος 2005.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ως άνω πωλητής απεβίωσε την 4.3.1993 και οι εναγόμενες, ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, αποδέχθηκαν με την υπ' αριθ. ....2004 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ως μέρος της επαχθείσας σε αυτές κληρονομίας ένα αγροτεμάχιο συνολικού εμβαδού 1.030,20 τ.μ., το οποίο βρισκόταν νότια και σε συνέχεια του ως άνω ακινήτου εμβαδού 8.035 τ.μ.
που είχε μεταβιβασθεί ήδη στην ενάγουσα. Συντάχθηκε λοιπόν εν συνεχεία, επιμελεία των εναγομένων, το άνευ ημερομηνίας τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Μ., το οποίο προσκομίσθηκε από αυτές στο τότε δασάρχη Κασσάνδρας, ο οποίος αφού το έλεγξε, χαρακτήρισε ένα τμήμα αυτού, εμβαδού 809 τ.μ. ως μη δασική έκταση και το υπόλοιπο τμήμα αυτού εμβαδού 221 τ.μ.
ως δάσος εκδίδοντας την υπ' αρίθ. πρωτ. 875/12.4.2005 "πράξη χαρακτηρισμού έκτασης". Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό από την ενάγουσα ότι ένα μέρος του μη δασικού ανωτέρω τμήματος των 809 τ.μ. ανήκε στον αγρό (εμβαδού 8.035 τ.μ.) που είχε ήδη μεταβιβασθεί σ' αυτήν με το προαναφερόμενο οριστικό συμβόλαιο, οπότε κατόπιν ειρηνικών μεταξύ των διαδίκων συζητήσεων και εκπόνησης, επιμελεία των εναγομένων, του από 20.1.2009 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Ζ.
Γ., διαπιστώθηκε ότι πράγματι οι εναγόμενες είχαν καταπατήσει νότια αυτού ένα τμήμα εμβαδού 192,50 τ.μ., το οποίο και απέδωσαν στην ενάγουσα, οπότε και απέμεινε στις εναγόμενες, μετά και την αφαίρεση από αυτό του δασικού τμήματος των 221 τ.μ., ένας αγρός εμβαδού 616,84 τ.μ., όπως αυτός εμφαίνεται στο από 18.2.2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ζ.
Γ. Κατόπιν λοιπόν διευθέτησης όλων των ανωτέρω, οι εναγόμενες προέβησαν σε διόρθωση της προαναφερόμενης πράξης αποδοχής κληρονομίας, συνταχθείσας της υπ' αριθ. ....2009 διορθωτικής πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Β. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας στον Τ. 1129, αρ. 50.
Η ενάγουσα προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι ένδικο τμήμα των 614,55 τ.μ. αποτελεί μέρος του όλου ακινήτου που υποσχέθηκε ο πωλητής να της μεταβιβάσει, ισχυρίζεται ότι στο προσύμφωνο το πωλούμενο ακίνητο περιγράφεται να συνορεύει βορειοανατολικώς νοτιοανατολικώς και βορειοδυτικώς με δημόσιο δάσος και νοτιοανατολικώς με αγροτικό δρόμο και ότι συνεπώς κάθε έκταση που περικλείεται εντός των ορίων αυτών στη συγκεκριμένη θέση και δεν είναι δασική, αποτελεί μέρος του όλου ακινήτου που υποσχέθηκε ο πωλητής να της μεταβίβασα, όπως και το ένδικο τμήμα.
Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτή ήταν η αληθής πρόθεση των συμβαλλομένων στο ανωτέρω προσύμφωνο. Αντίθετα αληθής πρόθεση του πωλητή αποδείχθηκε ότι ήταν να μεταβιβάσει στην ενάγουσα ό,τι περικλειόταν εντός του ακινήτου συνολικού εμβαδού 8.755 τ.μ. που οριοθετείτο με το από 10.5.1988 τοπογραφικό διάγραμμα, υπό τη σαφή βέβαια εξαίρεση από αυτό οποιουδήποτε τμήματος ήταν δασικό, το οποίο σαφώς και δεν του ανήκε, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των συνορευόμενων ακινήτων είτε ως αγρών είτε ως δασικών εκτάσεων, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ουδείς μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων τον αληθινό χαρακτήρα των εκτάσεων αυτών (είτε ως αγρών είτε ως δάσους).
Μάλιστα η άγνοια όλων για το ποιες ακριβώς εκτάσεις αποτελούν δάσος αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το ακίνητο (των 8.035 τ.μ.) που της μεταβιβάσθηκε, νοτιοανατολικώς δεν συνορεύει τελικώς μόνον με αγροτικό δρόμο, όπως αυτή πίστευε αρχικά και αναφερόταν στο προσύμφωνο αλλά σε ένα μέρος και με δημόσιο δάσος, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο από 18.2.2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ζ.
Γ. και συνεπώς αποδεικνύεται ότι η περιγραφή του είδους των εκτάσεων που χρησιμοποιείται στο ανωτέρω προσύμφωνο για τα όμορα ακίνητα, δεν είναι ακριβής αλλά αντίθετα γενικόλογη, χωρίς να μπορεί να εξαχθεί ασφαλές κριτήριο από μόνον αυτό το γεγονός. Πρέπει άλλωστε να σημειωθεί ότι είναι πασιφανές, ότι αν στο ήδη υπάρχον τμήμα των 8.035 τ.μ.
που μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα, προστεθεί το επίδικο τμήμα των 614,55 τ.μ., τότε διαφοροποιείται πλήρως το τελικό προκύπτον σχήμα του ακινήτου από το σχήμα του ακινήτου που ο πωλητής υποσχέθηκε πράγματι να μεταβιβάσει στην ενάγουσα και το οποίο αποτυπώνεται σαφέστατα στο από 10.5.1988 τοπογραφικό διάγραμμα.
Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω και ανεξαρτήτως του αν οι εναγόμενες απέκτησαν ή όχι νόμιμα το επίδικο τμήμα των 614,55 τ.μ., αποδεικνύεται κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι αυτό ουδέποτε αποτέλεσε μέρος του όλου ακινήτου που υποσχέθηκε ο ανωτέρω πωλητής να μεταβιβάσει στην ενάγουσα με το προαναφερόμενο προσύμφωνο, το οποίο αποδείχθηκε ότι εκτελέσθηκε στο σύνολό του και εξαντλήθηκε το περιεχόμενό του στα όσα περιλαμβάνονται στο εις εκτέλεση αυτού καταρτισθέν προαναφερόμενο οριστικό συμβόλαιο, Με βάση τα παραπάνω πραγματικά δεδομένα, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, παρελκούσης της εξέτασης των ενστάσεων των εναγομένων περί παραγραφής της ένδικης απαίτησης ενάγουσας, και περί κτήσης κυριότητας εκ μέρους των εναγομένων επί του επιδίκου τμήματος των 614,55 τ.μ.
με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των ενώπιον του προσαχθεισών αποδείξεων, όπως βασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούσες - εναγόμενες με σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής τους.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η κρινόμενη έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 598/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, στο σύνολό της, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η ένδικη αγωγή από το παρόν δικαστήριο, και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη".
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού διέγνωσε την ύπαρξη κενού στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβληθέντων μερών στο υπ' αρ. .../1989 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, ως προς τον προσδιορισμό της ακριβούς εκτάσεως του ακινήτου που προσυμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί στην ενάγουσα και ως προς το αν σε αυτή την έκταση περιλαμβανόταν και το επίδικο εδαφικό τμήμα των 614,55τμ, προσέφυγε, για τη συμπλήρωση του κενού αυτού στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει δι' αυτών την αληθή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών και χρησιμοποιώντας ορθώς τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών δέχθηκε ότι : "η αληθής βούληση των μερών ήταν η μεταβίβαση από τον πωλητή προς την ενάγουσα - αναιρεσείουσα του ακινήτου, που πλήρως οριοθετείται και αποτυπώνεται μόνον εντός του τοπογραφικού διαγράμματος που είχε συνταχθεί ένα έτος πριν, ήτοι στις 10-5-1988, από τον τεχνολόγο μηχανικό Χ.
Μ., αρχικού εμβαδού 8.755 τ.μ. και μετά από αφαίρεση του δασικού τμήματος τελικού εμβαδού 8.035τ.μ., ανεξαρτήτως μάλιστα της αιτίας που αυτό στο σύνολό του είχε περιέλθει στον πωλητή, καθώς και η μη μεταβίβαση στην ενάγουσα και του επίδικου τμήματος, εμβαδού 614,55τ.μ.". Το ως άνω ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, δεν αντιβαίνει στην έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αφού με την δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η σύμφωνα με τα άνω κριτήρια προστασία των συμφερόντων αμφοτέρων των συμβληθέντων μερών, τα οποία, κατά τον χρόνο συντάξεως του προσυμφώνου, δεν γνώριζαν την τυχόν ύπαρξη δασικού τμήματος εντός του πωλούμενου ακινήτου, το οποίο θα διαπιστωνόταν μετά την προσκόμιση του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος στο οικείο Δασαρχείο και πριν τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου.
Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για το ουσιώδες ζήτημα της μεταβιβάσεως στην αναιρεσείουσα ακινήτου τελικού εμβαδού 8.035τ.μ., με αποτέλεσμα έτσι να μπορεί να ελεγχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των όρων των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσεώς του το δικαστήριο έλαβε υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τη φύση της συμβάσεως και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών. Κατόπιν αυτών, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-9-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 8870/2021 αποφάσεως του δικάσαντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης