Supreme Court dismisses appeal on proportionality of damages for marital personality infringement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the appellate court's decision awarding €15,000 in damages for personality infringement during the marriage. The appellant argued the amount violated the principle of proportionality, but the court found the appellate court's assessment reasonable based on the severity of the offense and the parties' circumstances. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 16 of Law 1329/1983; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews proportionality claims against appellate determinations of damages for personality infringement, upholding the decision if it aligns with common sense and legal practice without exceeding discretionary limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1347 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1347/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ντάλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Φ. Λ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Κολιούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-3-2018 και 27-3-2019 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και της ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, υπ' αριθμ. 85/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20-6-2020 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης , κατά της υπ' αριθ. 91/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 27-3-2019 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε, εκτός άλλων, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τα αναλυτικά αναφερόμενα στην ως άνω αγωγή παραπτώματα του τελευταίου, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, τα οποία συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς της. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 1453 ΑΚ, με την οποία ρυθμιζόταν το θέμα της χρηματικής ικανοποιήσεως που μπορούσε να επιδικασθεί από το δικαστήριο με την περί διαζυγίου απόφαση στον αναίτιο σύζυγο για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω βαριάς προσβολής του προσώπου του από τον υπαίτιο σύζυγο από γεγονός που αποτελούσε το λόγο διαζυγίου, χωρίς να θεσπισθεί άλλη σχετική διάταξη.
Συνεπώς, το αντίστοιχο δικαίωμα ρυθμίζεται πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 299ΑΚ, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 αυτού, κατά τις οποίες για τη θεμελίωση του εν λόγω δικαιώματος πρέπει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων (παραπτώματα) να είναι πρόσφορα και ικανά, αυτοτελώς κρινόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από τη συζυγική σχέση, να επιφέρουν την προσβολή της προσωπικότητας του άλλου συζύγου ή να συνιστούν αδικοπραξία (ΑΠ 125/2019, ΑΠ 686/2004).
Περαιτέρω , με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε, έτσι, ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά και, πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο ανωτέρω άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και, αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή, να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία, πάντως, αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή, να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση, δηλαδή, του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει, στη συνέχεια, το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται, ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου, δηλαδή του άρθρου 932 του Α.Κ., αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Σκοπός της ως άνω διάταξης, εξάλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύφος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις) αλλά, κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά στον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η γενική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.
Α.Π. 9/2015, Α.Π. 189/2023 , Α.Π. 677/2022, Α.Π. 617/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006). Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27 και 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: ''Την .../2000, οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας, στον Ιερό Ναό Αγ. Γεωργίου του Δ.Δ Καστριού του Δήμου Ηγουμενίτσας, από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα.
Ο γάμος αυτός λύθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ 91/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (μη εκκαλουμένη σήμερα ως προς το κεφάλαιο αυτό). Στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ο εναγόμενος(ήδη αναιρεσείων) εκδήλωνε συστηματικά σκαιή και βίαιη συμπεριφορά σε βάρος της ενάγουσας(ήδη αναιρεσίβλητης), δημιουργώντας επεισόδια, εξυβρίζοντας την με υποτιμητικές εκφράσεις και βιαιοπραγώντας εναντίον της.
Συγκεκριμένα, την 27/07/2016 έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων επεισόδιο σε κατάστημα (κρεπερί) που διατηρούσε η ενάγουσα, στην πόλη της Ηγουμενίτσας, το επεισόδιο δε αυτό, αφορούσε τις ύβρεις που ξεστόμισε ο εναγόμενος εναντίον της ενάγουσας όπως: πουτάνα - θα σε σαπίσω στο ξύλο. Για το επεισόδιο αυτό, ο εναγόμενος συνελήφθη στα πλαίσια του αυτοφώρου και καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας για εξύβριση και απειλή εναντίον της (βλ την υπ αριθμ 40/2018 απόφαση).
Επιπλέον την 11/09/2016 και περί ώρα 21:30 μμ, κατά την επιστροφή της ενάγουσας στην οικία της, ο εναγόμενος επέπεσε με το αυτοκίνητο του στη δίκυκλη μοτοσυκλέτα που η ενάγουσα οδηγούσε και αφού εξήλθε από το αυτοκίνητο, κατάφερε στην ίδια, από κοινού με την σύντροφο του, σωματικές κακώσεις χτυπώντας την στα χέρια, στο κεφάλι και το σώμα με τα χέρια και τα πόδια τους.
Ακολούθως, η ενάγουσα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στα Εξωτερικά ιατρεία του Κέντρου Υγείας Ηγουμενίτσας για να εξετασθεί, αναφέροντας ξυλοδαρμό και πτώση από μηχανάκι. Διεγνώσθη ότι φέρει θλαστικό μεσοφρύδιας χώρας ΑΡ (αριστερά), εκδορές και αμυχές τραχήλου, εκδορά πρόσθιας επιφάνειας γονάτου ΑΡ (αριστερά) και ΔΕ (δεξιό).
Αναφέρει κεφαλαλγία και τάση για εμετό. Έγινε συρραφή του θλαστικού, ετέθη ορός και διακομίσθηκε στο Γ.Ν Φιλιατών...
Εν συνεχεία, από το εν λόγω περιστατικό και σύμφωνα με την ιατρική γνωμάτευση του διευθυντή της χειρουργικής κλινικής του Γ. Ν Φιλιατών, η ενάγουσα διαγνώστηκε με κάκωση κεφαλής - οσφυϊκής χώρας - θλαστικό τραύμα μετώπου και έγινε συρραφή. Ο εν λόγω ιατρός χειρούργος, συνιστά την παραμονή της κλινήρης για διάστημα είκοσι ημερών και προτείνει, η σίτιση της να αποτελείται από ελαφρά διατροφή ...Ακολούθως ο ως άνω ιατρός, αποφαίνεται στις 19/09/2016 ότι (η ενάγουσα) είναι πάσχουσα από:
Επιπολής τραυματισμός κεφαλής - Αναφερ. Ξυλοδαρμός, θλαστικό μετώπου, συντηρητική αντιμετώπιση... Για τις ως άνω πράξεις του ο εναγόμενος, καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας (βλ την υπ αριθμ 26/2019 απόφαση), σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών μηνών (13), για τις πράξεις της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης από κοινού και ενδοοικογενειακής απειλής.
Ακολούθως, στις 11/10/2016 και 18/04/2017, η ενάγουσα κατήγγειλε στις αρμόδιες αρχές τον εναγόμενο και για άλλα περιστατικά βίας, ύβρεων και απειλών του ιδίου προς το πρόσωπο της. τα περιστατικά δε αυτά, περιέχονται στο αντίστοιχο απόσπασμα από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του αστυνομικού τμήματος Ηγουμενίτσας (βλ αριθμ πρωτ .../2016 και αριθμ πρωτ .../2017).
Οι ύβρεις επίσης προκύπτουν και από την προσκομιζόμενη φωτογραφία του εξυβριστικού μηνύματος του εναγομένου προς την ενάγουσα, καθώς αποτυπώνονται ύβρεις ως εξής: <ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ ΠΑΛΙΟΠΟΥΤΑΝΑ ΞΕΚΟΛΙΑΡΑ>. Τα περιστατικά αυτά αφορούν παράβαση των διατάξεων των άρθρων 333 ΠΚ (απειλή), 361 ΠΚ (εξύβριση), 308 ΠΚ (απλή σωματική βλάβη), καθώς και 334 ΠΚ (διατάραξη οικιακής ειρήνης).
Αποτέλεσμα όλων των ως άνω αναφερομένων, όπως και τόσο της ύπαρξης τρίτου προσώπου (συντρόφου) στην ζωή του εναγομένου, όσο και της συνδιαχείρισης της λειτουργίας του καταστήματος που λειτουργούσε η ενάγουσα, όπου ο εναγόμενος παρείσφρυε στην εύρυθμη λειτουργία του (η πρωταρχική του εργασία ήταν αυτή του πυροσβέστη στο Πυροσβεστικό σώμα), δυσχέραιναν περαιτέρω την μεταξύ τους σχέση, είτε την προσωπική, είτε την επαγγελματική.
Όλα τούτα, οδήγησαν την ενάγουσα να καταφύγει στη λύση των ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του και ακολούθως εκδόθηκε η υπ αριθμ. 64/2016 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που υποχρέωσε τον εναγόμενο να μην παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο και παραβιάζει την απόλυτη άσκηση των δικαιωμάτων της προσωπικότητας της ενάγουσας και συγκεκριμένα:
Α. α) να μην την πλησιάζει είτε στο σπίτι της που βρίσκεται στη Νέα Σελεύκεια Ηγουμενίτσας, είτε στο χώρο εργασίας της, δηλαδή στην επιχείρηση της (κρεπερί), η οποία βρίσκεται στην Ηγουμενίτσα επί της οδού ..., καθώς και στην επιχείρηση ηλεκτρονικών παιγνίων, επί της οδού ..., είτε σε οποιοδήποτε άλλο χώρο, βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων, β) να σταματήσει να την ενοχλεί και να παύσει να διαδίδει απειλές εις βάρος της, Β.
Να μην προβεί σε οποιαδήποτε πράξη, είτε ο ίδιος προσωπικά , είτε μέσω άλλου ατόμου, με την οποία προσβάλλεται η προσωπικότητα της ενάγουσας και τίθεται σε κίνδυνο η σωματική και ψυχική της υγεία. Όλα δε τούτα, όπως ως άνω αναφέρθηκαν, επιρρωνύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας και συγκεκριμένα από την μητέρα της και την αδερφή της ενάγουσας, οι οποίες επιβεβαιώνουν με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο την αντισυζυγική συμπεριφορά του εναγομένου και τις προσβλητικές σε βάρος της προσωπικότητας της, ενέργειές του.
Πρόδηλο είναι, μετά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ότι η συμπεριφορά του εναγομένου, είναι παράνομη και προσβλητική της προσωπικότητας της ενάγουσας και δη των ειδικότερων εκφάνσεων της, δηλαδή της σωματικής της ακεραιότητας, της προσωπικής της ελευθερίας και της τιμής της, φορτίζει και διαταράσσει τον ψυχικό της κόσμο, την εκθέτει στον οικογενειακό, φιλικό, κοινωνικό και επαγγελματικό της περίγυρο και δημιουργεί προβλήματα στην προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική της ζωή, ώστε βάσιμα να γεννάται υπέρ της ενάγουσας, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Το ύψος της τελευταίας, ενόψει, του είδους, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, τις επιπτώσεις της εν λόγω προσβολής στον προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό της βίο, της βαρύτητας του πταίσματος (δόλου του εναγομένου), της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, εκ των οποίων ο εναγόμενος υπηρετεί ως πυροσβέστης στο Πυροσβεστικό σώμα, ενώ η ενάγουσα λειτουργεί κυλικείο σε σχολείο της ίδιας πόλης, καθώς και των εν γένει περιστάσεων, όπως αυτές εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, λαμβάνοντας δε υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα και με την ως άνω νομική σκέψη, πρέπει να ορισθεί στο εύλογο ποσό των 15.000 ευρώ....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε, ως προς το κεφάλαιο που αφορά το αίτημα της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την από 27-3-2019 αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την συμπεριφορά του (προσβολή της προσωπικότητάς της) κατά τη διάρκεια του γάμου τους.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά τον προσδιορισμό του ως άνω ποσού, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, ενόψει των ανωτέρω ανέλεγκτων ουσιαστικών παραδοχών του Εφετείου κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, εκείνο, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.
Κατ` ακολουθίαν, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη το προαναφερόμενο ποσό, ως χρηματική ικανοποίησή της, λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ) . Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-10-2021 αίτηση του Ι. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 85/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ