Supreme Court dismisses appeal on tort liability, ruling lower court correctly found joint illegal conduct caused damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's judgment in a tort liability case involving multiple defendants. The appellants argued that the lower court erred in finding joint liability, but the Court held that the complaint sufficiently detailed the defendants' collective illegal acts, including misappropriation of funds and fraudulent valuation. Consequently, the Court ruled that the lower court properly established the elements of tort liability and rejected the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 330 of the Civil Code; A tort claim requires proof of illegal and culpable conduct causing damage; where the complaint sufficiently details the joint actions of multiple defendants constituting the tort, the lower court's finding of liability is correct and the appeal must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1347 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1347/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Θ. συζύγου Α. Μ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., 3) Κ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 5) Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 6) Α. συζύγου Κ. Γ., το γένος Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Π., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 4660/2015 μη οριστική και 1460/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 1460/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και των οριστικών διατάξεων της υπ' αριθμ. 4660/2015 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.
Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 1029/2015).
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 810/2017).
Στο πλαίσιο αυτό ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 ΑΚ, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 473/2016).
Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 532/2011). Με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από τον νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων.
Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσοτέρων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 ΚΠΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας", με τον νόμο 4586/2019.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Εξάλλου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται αποδεικτικά από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να υφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Το πολιτικό δικαστήριο, όμως, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 368/2021).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο εξέθεσε, κατ' αρχάς ως προς τη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης, τα εξής: "Με την από 2.7.2005 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη εκκαλών (αναιρεσίβλητος) ιστορούσε ότι είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και ειδικότερα ανάθεσης λήψης και διαβίβασης εντολών για διάφορες χρηματιστηριακές συναλλαγές επ' ονόματι και για λογαριασμό του, με την χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "..." της οποίας ο πρώτος εναγόμενος ήταν μέλος του ΔΣ Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, η δεύτερη εναγόμενη μέλος του ΔΣ και διευθύντρια του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών και οργάνωσης αυτής, ο τρίτος εναγόμενος επικεφαλής του τμήματος χρηματιστηριακών συναλλαγών, από το έτος 1998 διαπραγματευτής της εταιρίας και κατά το χρονικό διάστημα από 1 1.1 1.1999 έως 31.12.2002 αντικρυστής, ενώ από τις 12.8.2004 μέλος του ΔΣ, ο τέταρτος εναγόμενος χρηματιστηριακός εκπρόσωπος και μέλος του ΔΣ ως τις 4-2-2004, ο πέμπτος εναγόμενος αντιπρόεδρος μέχρι τις 30-6-2004, ο έκτος εναγόμενος διευθυντής του τμήματος οικονομικών υπηρεσιών και λειτουργιών υποστήριξης μέχρι τις 5-1-2005 και τέλος, η έβδομη μέλος του ΔΣ και ταμίας της εταιρίας, η άδεια της οποίας (εταιρίας) ανακλήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις 28-12-2004 και τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.
Ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) με τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους, κατά το χρονικό διάστημα από 8-7-2003 έως 20-11-2003 εκποίησαν, χωρίς την εντολή του και εν αγνοία του, τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή, μετοχές του χαρτοφυλακίου του και εισέπραξαν, σταδιακά, το συνολικό ποσό των 156.081 ευρώ, το οποίο παράνομα ιδιοποιήθηκαν σε βάρος της περιουσίας του.
Ότι εξαιτίας της ιστορούμενης στην αγωγή, παραπλανητικής συμπεριφοράς των εναγομένων συγκαλυπτικής της ως άνω αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς, ήταν να πληροφορηθεί τα παραπάνω μετά την αναστολή λειτουργίας της εν λόγω εταιρίας στις 14-1-2005, από το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, οπότε και του χορηγήθηκε σχετική ενημερωτική καρτέλα διαθεσίμων λογαριασμών επενδυτή και κατάσταση υπολοίπων λογαριασμών επενδυτή.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο ο καθένας να του καταβάλουν ως αποζημίωση: Α) i) το ποσό των 227.776,48 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στην αξία που θα είχε το χαρτοφυλάκιο του, κατά το χρόνο σύνταξης της κρινόμενης αγωγής, αν δεν είχαν εκποιηθεί παράνομα και άνευ εντολής του από τους εναγόμενους, οι προαναφερόμενες μετοχές του, το τίμημα των οποίων παράνομα ιδιοποιήθηκαν, ii) το ποσό των 5.518 ευρώ που αντιστοιχεί στην απώλεια μερισμάτων των παρανόμως απωλεσθεισών μετοχών του, χρήσης 2004 και τέλος, iii) το ποσό των 1.266,60 ευρώ για έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για έλεγχο της περιουσίας των εναγόμενων και λήψη αντιγράφων των τίτλων, που αφορούσαν στα ακίνητα τους, τα οποία εκποιούσαν καταδολιευτικώς την περίοδο παράνομης εκποίησης των μετοχών του, ήτοι συνολικά 234.561,38 ευρώ, καθώς επίσης, Β) το ποσό των 149.990 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων και συνολικά 384.551,38 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. ...
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθ. 12/ 2014 οριστική απόφαση του, αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την επιχειρούμενη θεμελίωση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων στις διατάξεις περί απιστίας (390ΠΚ), καθώς και το κονδύλιο των 1.266,60 ευρώ, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τα λοιπά και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της παραπάνω αποφάσεως ασκήθηκε η υπό κρίση από 26-3-2014 έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4660/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, αφού έκρινε ότι η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ότι ορθά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το ως άνω κονδύλιο των 1266,60 ευρώ ως μη νόμιμο, καθώς και ότι οι εναγόμενοι είναι υπαίτιοι για την θετική και αποθετική ζημία, που υπέστη ο ενάγων από την στέρηση των ενδίκων τίτλων του, στη συνέχεια και με το σκεπτικό ότι ο προσδιορισμός του ύψους της επιδικαστέας αποζημίωσης προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας του ενάγοντος από την στέρηση των ενδίκων τίτλων του θα πρέπει να γίνει με βάση τη χρηματιστηριακή τους αξία κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και όχι, όπως ζητούσε ο ενάγων, με βάση την αξία τους κατά τον χρόνο σύνταξης της αγωγής (1-7-2005), ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης.
Ακολούθως διέταξε κατ' άρθρο 254 παρ.1 του ΚΠολΔ την επανάληψη της συζητήσεως της εφέσεως, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του επιμελεστέρου διαδίκου βεβαίωση του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών περί των ανώτερων τιμών, που επιτεύχθηκαν κατά το κλείσιμο της συνεδρίασης της 19ης Σεπτεμβρίου 2013 (ημερομηνία της πρώτης συζήτησης της αγωγής) των απολεσθεισών μετοχών του ενάγοντος.
Η ως άνω υπ' αριθ. 4660/2015 απόφαση κατά το σκέλος εκείνο, που διέταξε την επανάληψη συζήτησης είναι μη οριστική και πρέπει κατά άρθρο 309 ΚΠολΔ να ανακληθεί, διότι ο χρόνος προσδιορισμού της αποζημίωσης για τη θετική ζημία του ενάγοντος είναι αυτός που ζητείται με την αγωγή, ήτοι η χρονολογία αυτής (1.7.2005), που είναι προγενέστερη του χρόνου της πρώτης συζήτησης στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (19.9.2013), ο δε κατά το χρόνο τούτο υπολογισμός της ζημίας δεν ενέχει παράβαση της διάταξης του άρθρου 298 εδ.
α'του ΑΚ....". Στην συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθ. 4660/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι ο ενάγων τον Οκτώβριο του έτους 2007 κατήρτισε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την εταιρία με την επωνυμία "...", με την οποία η τελευταία ανέλαβε έναντι αμοιβής (προμήθεια) την υποχρέωση κατόπιν σχετικών εντολών του να πραγματοποιεί χρηματιστηριακές συναλλαγές επ' ονόματι και για λογαριασμό του.
Ότι οι εναγόμενοι έχοντας τις παρακάτω ιδιότητες και δη ο πρώτος εναγόμενος του μετόχου, Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εν λόγω εταιρίας, η δεύτερη εναγόμενη του μετόχου, μέλους του ΔΣ και της διευθύντριας του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών και οργάνωσης αυτής, ο τρίτος εναγόμενος του μετόχου, από τις 18-8-2004 του μέλους του ΔΣ της παραπάνω εταιρίας, του επικεφαλής του τμήματος χρηματιστηριακών συναλλαγών καθώς και του διαπραγματευτή και αντικρυστή της εταιρίας, ο τέταρτος εναγόμενος του χρηματιστηριακού εκπροσώπου και μέλους του ΔΣ ως τις 4-2- 2004, ο πέμπτος εναγόμενος του αντιπροέδρου μέχρι τις 30-6-2004, ο έκτος εναγόμενος του διευθυντή του τμήματος οικονομικών υπηρεσιών και λειτουργιών υποστήριξης μέχρι τις 5-1-2005 και τέλος η έβδομη του ταμία της εταιρίας, αρμόδια για τις κάθε είδους ταμειακές συναλλαγές, κατά το χρονικό διάστημα από 8-7-2003 έως 20-11-2003 και κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτούς αρμοδιοτήτων εκποίησαν μέρος των μετοχών του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, χωρίς τη γνώση και εντολή του και στη συνέχεια υπεξαίρεσαν το συνολικό ποσό των 115.733 ευρώ, που εισέπραξαν από τις πωλήσεις των μετοχών του.
Ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις 14-1-2005 ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της ως άνω εταιρίας της και την έθεσε σε καθεστώς εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του άρ-θρου 4α του Ν. 1806/1988, οπότε μετά το τέλος της εκκαθάρισης και την επαλήθευση των απαιτήσεων του ενάγοντος αποδόθηκε στον τελευταίο από τους εκκαθαριστές της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρίας ένα μέρος της απαίτησής του ανερχόμενο στο ποσό 82.696,17 ευρώ.
Ότι εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων ο ενάγων δικαιούται αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη, η οποία συνίσταται τόσο στη θετική του ζημία αναγόμενη στην χρηματιστηριακή αξία των παρανόμως απολεσθεισών μετοχών του όσο και στο διαφυγόν του κέρδος από τη στέρηση της χρήσεως αυτών (εν προκειμένω απώλεια μερισμάτων).
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη εκποίηση των μετοχών του ενάγοντος, αυτός θα είχε τις ακόλουθες μετοχές σύμφωνα και με την κατάσταση του χαρτοφυλακίου του στις 22-6-2004 της εταιρίας με την επωνυμία "...": 2.197 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, 5.200 μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, 2.900 μετοχές της Τράπεζας ΕURΟΒΑΝΚ, 400 μετοχές του ΟΤΕ και 70 μετοχές της εταιρίας ΓΕΡΜΑΝΟΣ.
Η αξία των παραπάνω μετοχών τις οποίες ο ενάγων έχει απωλέσει ανέρχεται σύμφωνα με τις τιμές κλεισίματος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών κατά το χρόνο συντάξεως της αγωγής (1-7-2005) στα εξής ποσά: σε 63.800,88 ευρώ για τις μετοχές της Εθνικής Τράπεζας (2.197 μετοχές X 29,04 ευρώ ανά μετοχή), σε 81.328 ευρώ για τις μετοχές της Τράπεζα Πειραιώς (5.200 μετοχές X 15,64 ευρώ ανά μετοχή), σε 74.182 ευρώ για τις μετοχές της Εurobank (2.900 μετοχές X 25,58 ευρώ ανά μετοχή), σε 6.528 ευρώ για τις μετοχές του ΟΤΕ (400 μετοχές X 16,32 ευρώ ανά μετοχή), σε 1.937,60 ευρώ για τις μετοχές της εταιρίας ΓΕΡΜΑΝΟΣ (70 μετοχές X 27,68 ευρώ ανά μετοχή) και συνολικά σε 227.776,48 ευρώ.
Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 82.696,17 ευρώ, που αποδόθηκε στον ενάγοντα από τους εκκαθαριστές της εταιρίας με την επωνυμία "..." με συνέπεια το υπόλοιπο της αξίας των παρανόμως απωλεσθεισών μετοχών του να ανέρχεται σε 145.080,31 ευρώ. Επιπλέον ο ενάγων ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 5.517,70 ευρώ από την απώλεια μερίσματος των μετοχών του χρήσεως 2004 και συγκεκριμένα: 1.318,20 ευρώ από την απώλεια μερίσματος των μετοχών της Εθνικής Τράπεζας (2.197 μετοχές X 0,60 ευρώ το μέρισμα ανά μετοχή), 2.080 ευρώ από την απώλεια μερίσματος των μετοχών της Τράπεζας Πειραιώς (5.200 μετοχές X 0,40 ευρώ το μέρισμα ανά μετοχή), 2.088 ευρώ από την απώλεια μερίσματος των μετοχών της Eurobank (2,900 μετοχές X 0,72 ευρώ το μέρισμα ανά μετοχή), 31,50 ευρώ από την απώλεια μερίσματος των μετοχών της εταιρίας ΓΕΡΜΑΝΟΣ (70 μετοχές X 0,45 ευρώ το μέρισμα ανά μετοχή) και συνολικά 5.517,70 ευρώ.
Περαιτέρω, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων ο ενάγων στενοχωρήθηκε και υπέστη αφόρητη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία και διατάραξη της προσωπικής και οικογενειακής του γαλήνης και υπέστη ηθική βλάβη για την οποία δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Αυτή πρέπει να καθορισθεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, με βάση το είδος, τη βαρύτητα και τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών στο ποσό των 10.000 ευρώ.
Το ανωτέρω ποσό είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 2, 9 § 2 και 10 § 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και ως προς την προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται με την έφεσή του ο ενάγων η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ανακάλεσε την υπ'αριθμ. 4660/2015 απόφασή του, καθό μέρος διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για να προσκομιστεί η ως άνω αναφερόμενη βεβαίωση του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον ο καθένας, για την αποκατάσταση της ζημίας του από την εκποίηση των μετοχών του, για διαφυγόντα κέρδη και για χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη αυτός από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, το συνολικό ποσό των 160.598,01 ευρώ (145.080,31 + 5.517,70 + 10.000), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων και συνακολούθως την αδικοπρακτική ευθύνη αυτών προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου, με την υποστηρίζουσα την εν λόγω παραδοχή ορθή αιτιολογία α) ότι οι αναιρεσείοντες κατά το χρονικό διάστημα από 8-7-2003 έως 20-11-2003 και κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτούς αρμοδιοτήτων εκποίησαν μέρος των μετοχών του χαρτοφυλακίου του αναιρεσιβλήτου, χωρίς τη γνώση και εντολή του, κατακρατώντας στη συνέχεια το τίμημα της πώλησης αυτών, και β) ότι εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη, η οποία συνίσταται τόσο στη θετική του ζημία αναγόμενη στην χρηματιστηριακή αξία των παρανόμως απολεσθεισών μετοχών του όσο και στο διαφυγόν του κέρδος από τη στέρηση της χρήσεως αυτών, ενώ, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη εκποίηση των μετοχών του ενάγοντος, αυτός θα είχε στις 22-6-2004 τις αναφερόμενες μετοχές.
Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του ανωτέρω πορίσματος, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εφόσον με βάση τις ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αποκαταστατέα ζημία του αναιρεσιβλήτου προκλήθηκε στο σύνολό της από την κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά όλων των αναιρεσειόντων δεν ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός των πράξεων ή παραλείψεων του κάθε ενός χωριστά.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθόσον σ' αυτήν αναφέρονται μόνον οι ιδιότητες εκάστου των αναιρεσειόντων, χωρίς καμία αναφορά σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη εκάστου η οποία προκάλεσε ή συντέλεσε στη ζημία του αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητάς τους, που πηγάζει για μεν τους πρώτο, δεύτερη, τέταρτο και πέμπτο από αυτούς από το υπ` αριθ. 3106/2011 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, ενώ για τους τρίτο και έκτη εξ αυτών από την υπ' αριθ. 2472/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία αθωώθηκαν αμετάκλητα για την αποδιδόμενη σ` αυτούς πράξη της υπεξαίρεσης, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά της με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη τους για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποιήσεως στον αναιρεσίβλητο, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές του απαλλακτικού βουλεύματος και της ως άνω ποινικής αποφάσεως, αποκλείοντας, ως εκ τούτου, την αστική τους ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή, δεχόμενη την αστική τους ευθύνη.
Ωστόσο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές του απαλλακτικού βουλεύματος και της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθ` όσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το απαλλακτικό βούλευμα και την αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής των εναγομένων - τότε κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον, από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διατάξεως, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σ` αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στους αμετακλήτως απαλλαγέντες.
Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται ότι όταν γεννιέται υποχρέωση προς αποζημίωση από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη, για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας που επήλθε, λαμβάνεται καταρχήν υπόψη ο χρόνος της έκδοσης της απόφασης και ως τέτοιος θεωρείται κατά τους δικονομικούς κανόνες ο χρόνος της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/1997, ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 39/2009).
Είναι επιτρεπτό, όμως, να ζητήσει ο ζημιωθείς από τον ζημιώσαντα την τυχόν αύξηση της ζημίας του στο μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο χρόνο έως την πληρωμή της αποζημίωσης με παρεμπίπτουσα αγωγή (ΟλΑΠ 38/1996, ΟλΑΠ 44/1996, ΑΠ 1050/1998). Ενδεχόμενη αύξηση της ζημίας μετά τη γέννηση της υποχρέωσης του οφειλέτη προς αποζημίωση, ο οποίος καθυστερεί την εκπλήρωση της παροχής του, δεν συνεπάγεται αντίστοιχη απαλλαγή του, αφού, εάν αυτός ήταν συνεπής και είχε καταβάλει εγκαίρως την οφειλή του, μεταγενέστερα περιστατικά δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την παροχή.
Ειδικότερα, η λήψη υπόψη ανελαστικά του χρόνου της συζήτησης της αγωγής, ως αποκλειστικού χρονικού σημείου για τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης, είναι ενδεχόμενο, εάν κατά τον χρόνο εκείνο έχει μειωθεί η αξία της παροχής, να αποβεί σε όφελος του ζημιώσαντος, ο οποίος καθυστερεί την εκπλήρωση της παροχής του.
Το δίκαιο όμως της αποζημίωσης δεν αποδέχεται καθυστερήσεις και δεν επιβραβεύει τους οφειλέτες που ευνοούνται από τη δική τους καθυστέρηση και οι οποίοι μάλιστα μπορεί να ακολουθούν σκοπίμως παρελκυστική τακτική. Ενόψει αυτών, μπορεί ο δικαστής, για τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης, να λάβει υπόψη και άλλα περιστατικά κατ' άλλον χρόνον επενεργήσαντα, ακόμη και την αναφερόμενη σε παρελθόντα χρόνο αξία του αντικειμένου της παροχής, εκτιμώντας περιστατικά που έλαβαν χώρα στον χρόνο αυτόν.
Επομένως, δεν αποκλείεται να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημίας σε προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1236/2020, ΑΠ 802/2013, ΑΠ 846/2003), ακόμη και στον χρόνο επελεύσεώς της (ΑΠ 1046/2015). Έτσι, δεν αποκλείεται να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημίας στον χρόνο κατά τον οποίο οχλήθηκε ο ζημιώσας για την αποκατάσταση αυτής (ΑΠ 2047/2014, ΑΠ 802/2013, ΑΠ 846/2003).
Επίσης, σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από την απώλεια τίτλων, όπως επί παρανόμου εκποιήσεως μέρους του χαρτοφυλακίου του παθόντος, οπότε η χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών διακυμαίνεται συνεχώς, δεν αποκλείεται η αξία αυτών και η αντίστοιχη ζημία, να υπολογισθεί με βάση κάποιο άλλο χρονικό σημείο (ΑΠ 1236/2020, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 2047/2014), όπως είναι, σε περίπτωση που, κατά τον ως άνω χρόνο παροχής δικαστικής προστασίας, η αξία των μετοχών είναι ελαττωμένη, ο (προγενέστερος) χρόνος ασκήσεως της αγωγής, οπότε ο υπαίτιος καθίσταται υπερήμερος, μη έχοντας τη δυνατότητα απόδοσης, κατά τον ως άνω χρόνο, των μετοχών που είχε εκποιήσει σε προγενέστερο χρόνο, με ειδικότερο υπολογισμό της αξίας αυτών με βάση τις τιμές κλεισίματος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών κατά τον χρόνο συντάξεως της αγωγής.
Έτσι, στην περίπτωση αυτή αποκαθίσταται πλήρως η ζημία του παθόντος, με την παροχή αποζημίωσης, που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε, αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά (παράνομη εκποίηση των μετοχών), δυναμένου, όμως, του οφειλέτη, στο πλαίσιο της άρνησης της αγωγής, να επικαλεσθεί και να ανταποδείξει ότι την υποτίμηση αυτή θα υφίσταντο οι μετοχές και εάν ακόμη είχαν αυτές παραδοθεί στον δανειστή, ο οποίος θα τις διατηρούσε και δεν θα τις εκποιούσε στο μεταξύ διάστημα.
Τούτο ανταποκρίνεται στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση, όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ ο νομοθέτης επέλεξε τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, δηλαδή εκείνης της ζημίας που επέρχεται στον ζημιωθέντα ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 751/2019, ΑΠ 1493/2014).
Επομένως, στην περίπτωση αυτή, ο υπολογισμός της ζημίας σε διαφορετικό χρόνο εκείνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό, δεν ενέχει παράβαση της διάταξης του άρθρου 298 εδ. α' ΑΚ (ΑΠ 1236/2020, ΑΠ 846/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, προσδιορίζοντας την περιουσιακή ζημία του αναιρεσιβλήτου με βάση την αξία του χαρτοφυλακίου του κατά την αναφερομένη στην αγωγή ημερομηνία (1-7-2005) και όχι εκείνη της πρώτης συζήτησης της αγωγής (19-9-2013), με συνέπεια να αποβαίνει έτσι ο υπολογισμός της ζημίας αδικαιολόγητα σε βάρος τους και υπέρ του αναιρεσίβλητου, που εζημίωσαν.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "...ο χρόνος προσδιορισμού της αποζημίωσης για τη θετική ζημία του ενάγοντος είναι αυτός που ζητείται με την αγωγή, ήτοι η χρονολογία αυτής (1.7.2005), που είναι προγενέστερη του χρόνου της πρώτης συζήτησης στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (19.9.2013), ο δε κατά το χρόνο τούτο υπολογισμός της ζημίας δεν ενέχει παράβαση της διάταξης του άρθρου 298 εδ.
α' του ΑΚ...". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, το οποίο προσδιόρισε την αξία των εκποιηθεισών μετοχών του χαρτοφυλακίου του αναιρεσιβλήτου και συνακόλουθα το ύψος της ζημίας και της οφειλόμενης σ' αυτόν αποζημίωσης, όχι με βάση τον μεταγενέστερο χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά με βάση, όπως εκείνος ζήτησε, την τιμή που είχαν αυτές την 1-7-2005, ήτοι με το να δεχθεί ως χρόνο προσδιορισμού της αξίας του χαρτοφυλακίου των μετοχών την ημεροχρονολογία ασκήσεως της αγωγής, οπότε οι αναιρεσείοντες κατέστησαν υπερήμεροι, μη έχοντες τη δυνατότητα πλέον να αποδώσουν κατά τον ως άνω χρόνο τις μετοχές, τις οποίες είχαν εκποιήσει σε προγενέστερο χρόνο, αλλά και αρνούμενοι να αποδώσουν και την αξία αυτών κατά τον χρόνο που ο ενάγων αιτήθηκε αυτή με την αγωγή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τη μείζονα σκέψη, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, και συνεπώς ο πρώτος λόγος κατά το τρίτο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 322/2011).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 393/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, από τον αρ. 11γ (και όχι και από τον αρ.8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατ' εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρίας ... , στους Γενικούς Όρους Συναλλαγών του οποίου περιέχονταν και ο όρος 8, σύμφωνα με τον οποίο τα χρήματα του αναιρεσιβλήτου (πρόδηλα από την εκποίηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του) νομίμως παρέμεναν στην κατοχή της εταιρίας στα διαθέσιμά της, δεδομένου ότι δεν υπήρχε έγγραφη εξουσιοδότηση αυτού για τη μεταφορά τους.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και από τους διαδίκους έγγραφα, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων προς απόδειξη των οποίων αυτοί επικαλέστηκαν το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠολΔ οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά τον νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.
Έτσι, εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ. 16, αλλά (ενδεχομένως) από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, και τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε αυτόν, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (ΑΠ 161/2018, ΑΠ 1253/2009, ΑΠ 2084/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο επικουρικώς προβαλλόμενο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του δεν δέχθηκε ότι υφίστατο δεδικασμένο ως προς το ζήτημα του υπολογισμού της αξίας των μετοχών που είχε ορισθεί από την υπ' αριθ. 4660/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής και ανακάλεσε αυτήν.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, δεδικασμένο αποτελούν μόνον οι τελεσίδικες αποφάσεις, ενώ η υπ' αριθ. 4660/2015 απόφαση δεν ήταν οριστική ως προς το ζήτημα της αποζημίωσης, δεδομένου ότι το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδώσει την οριστική του απόφαση μετά την προσκόμιση της βεβαίωσης περί της αξίας των μετοχών κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 15 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παρά τον νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Από τη διάταξη του άρθρου 309 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, έχει εφαρμογή και στην κατ` έφεση διαδικασία, και η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις, που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορούν μετά τη δημοσίευση τους να ανακαλούνται από το Δικαστήριο που τις εξέδωσε, ενώ, όσες δεν κρίνουν οριστικά, μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το Δικαστήριο που τις εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση, συνδυαζόμενη και προς εκείνες των άρθρων 513 και 553 ΚΠολΔ, που χαρακτηρίζουν ως οριστικές αποφάσεις αυτές που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή ή κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση ή ανακοπή ή προσεπίκληση, συνάγεται, ότι οριστική είναι η απόφαση του εφετείου ως προς τη διάταξη αυτή με την οποία κατ` αποδοχή λόγου εφέσεως, γίνεται δεκτό ή απορρίπτεται κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή προσεπίκλησης, καθ' όλες ή μερικές από τις βάσεις του και απογυμνώνεται το Δικαστήριο από οποιαδήποτε στη συνέχεια εξουσία ως προς το αίτημα αυτό της αγωγής, της ανταγωγής, κλπ.
για τις αντίστοιχες βάσεις. Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του Δικαστηρίου, ή και στο σκεπτικό, αλλά με ρητό και σαφή τρόπο (ΑΠ 780/2015, ΑΠ 300/2010, ΑΠ 240/2002). Ήτοι οριστική απόφαση είναι εκείνη που δέχεται ή απορρίπτει ολικά ή μερικά το κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα για παροχή έννομης προστασίας, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία για το αίτημα αυτό.
Η οριστική απόφαση παραδοχής ή απορρίψεως του αγωγικού αιτήματος διαλαμβάνεται συνήθως στο διατακτικό της αποφάσεως. Μπορεί να περιληφθεί και στο αιτιολογικό της, κατά τρόπο πάντως ρητό και σαφή ως συμπέρασμα νομικής σκέψης. Αντίθετα, δεν είναι οριστική και επομένως μπορεί να ανακληθεί από το ίδιο δικαστήριο η απόφασή του, με την οποία έκρινε παραδεκτή την έφεση και ερευνώντας την ουσία δέχθηκε ως αποδειχθέντα ορισμένα στοιχεία της αγωγής, ακολούθως δε, αναβάλλοντας την οριστική κρίση του επί της ουσίας, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προς προσκόμιση εγγράφων, εξέταση μαρτύρων κλπ, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, αφού από την κρίση αυτή δεν κωλύεται η επανεξέταση, σε άλλη στάση της δίκης, των όσων έχουν ήδη κριθεί (ΑΠ 876/2015).
Έτσι μη οριστική απόφαση είναι εκείνη που δεν εκφέρει κάθετη διάγνωση του αντικειμένου της δίκης, αλλά προωθεί ή διαμορφώνει τη διαδικασία προετοιμάζοντας την οριστική επίλυση της διαφοράς. Το δικαστήριο διατηρεί την εξουσία του να κρίνει επί του υποβληθέντος αιτήματος, όταν αυτό καταστεί ώριμο για την οριστική διάγνωση.
Η ανάκληση είναι δυνατόν να γίνει και σιωπηρά (ΑΠ 2072/2014).
Με τον πέμπτο επικουρικώς προβαλλόμενο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 15 ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του παρά τον νόμο ανακάλεσε οριστική απόφαση, ήτοι ανακάλεσε την υπ' αριθ. 4660/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το σκέλος εκείνο που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση περί της αξίας των μετοχών κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής και με μεταγενέστερη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου παρά τον νόμο ανακλήθηκε απόφαση που είχε εκδοθεί επί της έφεσης και περιείχε οριστικές διατάξεις, μεταξύ των οποίων και αυτή με την οποία απεφάνθη το Δικαστήριο (με την υπ' αριθ. 4660/2015 απόφαση), ότι η προκληθείσα ζημία από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων έπρεπε να υπολογισθεί με βάση την αξία των μετοχών του χαρτοφυλακίου του αναιρεσιβλήτου κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 15 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος διότι η υπ` αριθ. 4660/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δεν έχει περιλάβει οριστική διάταξη για την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως προς το ζήτημα της αποζημίωσης, αλλά είχε επιφυλαχθεί, ως προς το παραπάνω ζήτημα, να εκδώσει απόφαση επί της αγωγής στην μετ` απόδειξη συζήτηση, και ως εκ τούτου το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν προέβη, παρά τον νόμο, σε ανάκληση οριστικής διάταξης της απόφασης.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης. Με τον λόγο αυτόν αναίρεσης ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής τους, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά τον νόμο έκρινε την αγωγή ορισμένη και δεν απέρριψε αυτή λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι σ' αυτή αναφέρονται μόνον οι ιδιότητες εκάστου των αναιρεσειόντων, χωρίς καμία αναφορά σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη εκάστου η οποία προκάλεσε ή συντέλεσε στη ζημία του αναιρεσιβλήτου.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι περιγράφεται λεπτομερώς η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι φέρονται με την αγωγή να ενεργούν από κοινού κατά την εκτέλεση του σχεδίου τους, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων, που ο ενάγων είχε εμπιστευθεί σ` αυτούς, λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και ειδικά την άνευ εντολής και εν αγνοία του (ενάγοντος) εκποίηση του χαρτοφυλακίου του και την εν συνέχεια χρησιμοποίηση του τιμήματος της εκποιήσεως προς εξυπηρέτηση ιδίων σκοπών, χωρίς περαιτέρω να απαιτείται εξειδίκευση της κάθε επί μέρους πράξεως που ο κάθε εναγόμενος ενήργησε, αφού αυτοί φέρονται ότι ενήργησαν από κοινού.
Επίσης εκτίθεται η αποστολή σ' αυτόν ψευδών καταστάσεων με ψευδή αποτίμηση του χαρτοφυλακίου, πλαστογράφηση καρτέλας επενδυτή, τήρηση διπλού μηχανογραφικού συστήματος προς παραπλάνηση των Ελεγκτών της Κεφαλαιαγοράς, ενώ προέβαιναν σε επαναγορές και επαναπωλήσεις μετοχών του χαρτοφυλακίου του και τέλος η ζημία που ο ενάγων έχει υποστεί από τις ενέργειες των εναγομένων.
Επομένως, το Εφετείο δεν άντλησε στοιχεία εκτός του δικογράφου της αγωγής για να κρίνει τη νομική βασιμότητα αυτής στηριζόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη, αφού το εν λόγω δικόγραφο περιέχει τα στοιχεία που πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 330 ΑΚ και δη παράνομη συμπεριφορά, πταίσμα, ζημία και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, τον οποίο είχαν παραδεκτώς προβάλει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν στη δευτεροβάθμια δίκη ως εκκαλούντες με σχετικό λόγο έφεσης, έλαβε υπόψη τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και δεν παρέλειψε, παρά τον νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση των 1) Α. Μ., 2) Θ. συζ. Α. Μ., 3) Κ. Γ. 4) Κ. Κ., 5)Χ. Κ. και 6) Α. συζ. Κ. Γ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1460/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της υπ' αριθμ. 4660/2015 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ