Supreme Court allows appeal against High Court's dismissal of public authority's request for auction proceeds retention in partition suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki High Court's decision dismissing the Greek State's request to retain auction proceeds in a property partition case. The State argued that the High Court erred in rejecting an ancillary claim for the forced creditor to deposit relevant funds into the Deposit and Loan Fund upon auction sale. The Court held that the High Court incorrectly interpreted civil procedure and substantive law regarding the sale of co-owned property, specifically failing to recognize the applicability of relevant articles governing such sales and the rights of forced creditors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 494 para. 2 and 492 para. 3 of the Civil Procedure Code; The High Court erred in law by rejecting the forced creditor's ancillary request for deposit of auction proceeds into the Deposit and Loan Fund, as the law permits such measures to ensure satisfaction of claims upon the sale of co-owned property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1347 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1347/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπρωσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Ακαδημίας αριθμ. 60 και Χ. Τρικούπη (Κατάστημα Κ.Υ.Ν.Σ.Κ.) (άρθρο 1 παρ. 1 , 36 παρ. 1, 41 παρ. 4 και 43 ν. 4389/2016 σε συνδυασμό με άρθρο 85 εδ. α' ΚΕΔΕ) και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "M. P. A.E.", που εδρεύει στο 20ο χλμ ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Τ. του Θ. και Μ., 3) Α. Τ. του Θ. και Μ., κατοίκων … , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2014 αγωγή διανομής και την από 22-9-2015 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη α' αναιρεσιβλήτου καθώς και την από 15-10-2015 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13604/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2630/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-2-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 28.2.2020 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 2630/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 13604/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή της ενάγουσας - πρώτης αναιρεσίβλητης για τη διανομή και πώληση με πλειστηριασμό ακινήτου συγκυριότητας αυτής και των εναγομένων αναιρεσιβλήτων και είχε απορριφθεί η κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προσεπικληθέντες στην περί διανομής δίκη από την ενάγουσα, επειδή στη μερίδα συγκυριότητας του δεύτερου εναγομένου επί του διανεμητέου ακινήτου είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση απ' αυτό (αναιρεσείον). Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από την 5319Γ'/22.9.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ηλία Κ. Τσίπου και τις 11486 και 11487/9.4.2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ηλία Χ. Γκουντρουμπή που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για εμφάνιση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους που δεν εμφανίστηκαν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολομ.
ΑΠ 4/2005, 7/2006) Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.
ΑΠ 20/2005). Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2013).Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, επί παραβάσεων των οποίων ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, θεωρούνται και ορισμένοι δικονομικοί κανόνες, εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνουν δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια.
Τέτοιοι ουσιαστικοί κανόνες είναι, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις των άρθρων 492 και 494 ΚΠολΔ εκ των οποίων οι πρώτες ρυθμίζουν την τύχη της υποθήκης και του ενεχύρου και οι δεύτερες , ορίζοντας ότι η συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση δεν εμποδίζει τη διενέργεια δικαστικής διανομής ακινήτου, ρυθμίζουν την τύχη της αναγκαστικής και της συντηρητικής κατάσχεσης επί αυτούσιας διανομής κοινού ακινήτου Εξάλλου, κατά το άρθρο 1021 εδάφιο β' του ΚΠολΔ, όταν, σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών, γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 παρ.4, 955 παρ.1, 960 παρ.2, 965, 966, 967, 969 παρ.1, 999, 1001 παρ.1,1002, 1003 παρ.1, 2 και 4, 1004, 1005 παρ.1 και 2 και 1010 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 484 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία είναι ειδικότερη από εκείνη του άρθρου 1021 ΚΠολΔ, η διαδικασία του πλειστηριασμού, ο οποίος διατάσσεται από το δικαστήριο, όταν η κατά τα άρθρα 480 και 480Α ΚΠολΔ αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, αρχίζει με την περιγραφή των επικοίνων κατά το άρθρο 954 ΚΠολΔ και διεξάγεται όπως ορίζουν τα άρθρα 959 επ.
ΚΠολΔ. Οι προθεσμίες του άρθρου 960 παρ. 1 και 2 αρχίζουν από την κατάρτιση της έκθεσης περιγραφής, στην οποία περιγράφονται το όνομα, το επώνυμο, το επάγγελμα και η κατοικία όλων των κοινωνών. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση της υποθήκης ή του ενεχύρου που υπάρχει στα πράγματα, τα οποία εκπλειστηριάστηκαν.
Ο εκούσιος πλειστηριασμός, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ, συνιστά, ως έννομη σχέση, πώληση του ιδιωτικού δικαίου, η οποία ενεργείται με τις εγγυήσεις και τη δημοσιότητα της δημόσιας αρχής για την επίτευξη του κατά το δυνατό μεγαλύτερου τιμήματος και δεν αποτελεί μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων των δανειστών, ούτε υφίσταται το στοιχείο της αντιδικίας μεταξύ των ενδιαφερομένων, αλλά με αυτόν επιδιώκεται η διασφάλιση ορισμένων συμφερόντων και κατά κανόνα του συμφέροντος του κυρίου του πράγματος.
Ειδικότερα το άρθρο 1021 ΚΠολΔ απαριθμεί ορισμένες από τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, οι οποίες εφαρμόζονται "αναλόγως" στον εκούσιο πλειστηριασμό και στις τρεις περιπτώσεις (είτε αυτός γίνεται με διάταξη νόμου είτε με δικαστική απόφαση είτε με συμφωνία των μερών). Δηλαδή οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται κατά τρόπο, ώστε να επέρχεται το επιδιωκόμενο έννομο αποτέλεσμα με κατάλληλη προσαρμογή των καθοριζόμενων από αυτές όρων και προϋποθέσεων στα πραγματικά δεδομένα καθεμιάς από τις πιο πάνω περιπτώσεις.
Η διαδικασία του κατ' άρθρο 1021 ΚΠολΔ εκούσιου πλειστηριασμού, επομένως και του πλειστηριασμού που διατάσσεται με δικαστική απόφαση λόγω του ανέφικτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής, ρυθμίζεται πρωτίστως από το άρθρο 484 παρ.2 και περαιτέρω από τις διατάξεις για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του ΚΠολΔ, όπου παραπέμπει το άρθρο 1021 ΚΠολΔ ή απαιτείται για τη συμπλήρωση των εμφανιζόμενων κενών.
Κατά την εφαρμογή όμως ορισμένων διατάξεων, ως προς τη διαδικασία του εν λόγω εκούσιου πλειστηριασμού, εμφανίζονται δυσχέρειες ως προς την αντιμετώπιση ειδικότερων θεμάτων, όπως είναι η θέση και τα δικαιώματα των ενυπόθηκων και ενεχυρούχων δανειστών κατά τη διάρκεια της περί διανομής δίκης, επί πλέον δε και η τύχη των υποθηκών και ενεχύρων μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού αυτού.
Ειδικότερα, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 492 ΚΠολΔ ρυθμίζεται η τύχη της υποθήκης και του ενεχύρου επί αυτούσιας διανομής των κοινών πραγμάτων, όπου, κατά την απολύτως κρατούσα στη νομολογία και τη θεωρία άποψη, δεν επέρχεται απόσβεση των εμπράγματων δικαιωμάτων, αλλά μεταφορά τους, κατά την ίδια έκταση, στα διαιρετά τμήματα που περιήλθαν στον οφειλέτη, αντιθέτως, όταν η αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη και διατάσσεται η πώληση των επικοίνων με πλειστηριασμό δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 492 ΚΠολΔ, αλλά εκείνη του άρθρου 484 παρ.2 εδάφ.4 του ίδιου Κώδικα, η οποία προβλέπει την απόσβεση των υποθηκών και ενεχύρων που υπάρχουν στα πράγματα, τα οποία εκπλειστηριάστηκαν.
Η απόσβεση αυτή επιβάλλει την ανεύρεση λύσης, η οποία να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ενυπόθηκων ή ενεχυρούχων δανειστών, χωρίς να υποχρεώνονται να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες, λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά την παγίως ακολουθούμενη από τη νομολογία και τη θεωρία άποψη, στην περίπτωση του εκούσιου πλειστηριασμού που διατάσσεται με δικαστική απόφαση λόγω του ανέφικτου ή του ασύμφορου της αυτούσιας διανομής, δεν ισχύουν οι διατάξεις για την αναγγελία και την κατάταξη των δανειστών.
Για το λόγο αυτόν, άλλωστε, με τη διάταξη του άρθρου 491 παρ.1 ΚΠολΔ θεσπίζεται η υποχρεωτική προσεπίκληση στη δίκη περί διανομής (είτε πρόκειται για αυτούσια είτε για διανομή με πλειστηριασμό), με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, όσων έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσων έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς, προκειμένου, όλα αυτά τα πρόσωπα, χωρίς διακρίσεις, να υποβάλουν αυτοτελείς αιτήσεις για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους.
Το ίδιο ισχύει για τον προσημειούχο δανειστή (άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ) και για τα πρόσωπα που εξομοιώνονται με τον κατασχόντα, όπως είναι οι αναγγελθέντες με εκτελεστό τίτλο δανειστές. Ο προσεπικληθείς, που εμμέσως, πλην σαφώς, εξαναγκάζεται σε παρέμβαση με την επίδοση της προσεπίκλησης, καθίσταται αναγκαίος ομόδικος των συγκυρίων της δίκης διανομής (άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν ακόμα δεν άσκησε παρέμβαση, ενώ δεσμεύεται από το δεδικασμένο (Ολ.
ΑΠ 20/1995). Ο σκοπός της υποχρεωτικής προσεπίκλησης δεν θα πρέπει όμως να εξαντλείται στην απλή ενημέρωση και ακρόαση των πιο πάνω προσεπικαλούμενων δανειστών κατά τη διάρκεια της δίκης περί διανομής, όταν δεν παρέχεται συγχρόνως σε αυτούς η δυνατότητα να την αξιοποιήσουν δικονομικά για την προστασία των δικαιωμάτων τους, δυνατότητα η οποία, όπως προεκτέθηκε, παρέχεται μόνο στην αυτούσια διανομή, με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται αδικαιολόγητα η παρεχόμενη σε αυτούς προστασία, η οποία δεν μπορεί να εξαρτάται από το τυχαίο γεγονός της επίτευξης ή μη αυτούσιας διανομής.
Κατόπιν αυτών καθίσταται αναγκαία η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 492 παρ.3 ΚΠολΔ στην αρρύθμιστη από το νόμο περίπτωση της πώλησης του κοινού πράγματος με πλειστηριασμό, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι ανέφικτη ή ασύμφορη η αυτούσια διανομή του. Με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται η ισότιμη μεταχείριση όμοιων καταστάσεων, αφού κοινή αρχή τόσο στην αυτούσια διανομή όσο και στην πώληση με πλειστηριασμό αποτελεί η διευκόλυνση της λύσης της κοινωνίας, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματα των ενυπόθηκων (ή προσημειούχων) και των ενεχυρούχων δανειστών, που προσεπικαλούνται υποχρεωτικά στη δίκη περί διανομής, ανεξάρτητα από την κατάληξή της (Ολ.ΑΠ. 1/2016).
Η ρύθμιση αυτή, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ενυπόθηκων ή ενεχυρούχων δανειστών εξασφαλίζοντας τη θέση και τα δικαιώματα τούτων κατά τη διάρκεια της περί διανομής δίκης, επί πλέον δε και την τύχη των υποθηκών και ενεχύρων μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού αυτού, πρέπει να εφαρμοσθεί αναλόγως και για την προστασία των συντηρητικώς ή αναγκαστικώς κατασχόντων, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, και αυτοί περιλαμβάνονται στα πρόσωπα, τα οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 491 παρ.1 ΚΠολΔ, προσεπικαλούνται υποχρεωτικά στη δίκη περί διανομής (είτε πρόκειται για αυτούσια είτε για διανομή με πλειστηριασμό), προκειμένου, όλα, χωρίς διακρίσεις, να υποβάλουν αυτοτελείς αιτήσεις για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. 'Ετσι και στην περίπτωση της συντηρητικής ή αναγκαστικής κατάσχεσης επί του ιδανικού μεριδίου κοινωνού με το άρθρο 494 παρ. 2 ΚΠολΔ., προβλέφθηκε η τύχη της στην περίπτωση αυτούσιας διανομής, με τον περιορισμό της στη μερίδα που περιήλθε στον οφειλέτη.
Αντιθέτως, όταν η αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη και διατάσσεται η πώληση του επικοίνου με πλειστηριασμό, δεν υφίσταται πρόβλεψη, για την τύχη της συντηρητικής ή αναγκαστικής κατάσχεσης του ιδανικού μεριδίου του οφειλέτη κοινωνού, οπότε πρέπει να ανευρεθεί λύση, η οποία να εξυπηρετεί τα συμφέροντα και των συντηρητικώς ή αναγκαστικώς κατασχόντων, οι οποίοι, όπως και οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι δανειστές που απολαμβάνουν, κατά τον ΚΠολΔ, ειδικής προστασίας, δεν μπορεί να αγνοηθούν, όταν λαμβάνει χώρα πλειστηριασμός λόγω δικαστικής διανομής.
Συνεπώς, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 494 παρ. 2 και, στην περίπτωση δικαστικής διανομής με πώληση του επικοίνου με πλειστηριασμό, η προστασία του (συντηρητικώς ή αναγκαστικώς) κατασχόντος ιδανικό μερίδιο ενός κοινωνού, επιτυγχάνεται με τη μετάθεση της κατάσχεσης στο ποσό του πλειστηριάσματος που αναλογεί στο ιδανικό μερίδιο του καθού η κατάσχεση κοινωνού, το δε κατασχεμένο ποσό κατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και αποδίδεται είτε στο δανειστή είτε στον οφειλέτη, κατά την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, αναλόγως με την τελεσίδικη επιδίκαση ή μη της απαίτησης.
Επομένως, εκείνος (δανειστής) που προς εξασφάλισή του έχει επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση επί του ιδανικού μεριδίου κοινωνίας (οφειλέτη) και ο οποίος δανειστής προσεπικαλείται υποχρεωτικά στη δίκη περί διανομής και έχει δικαίωμα να ασκήσει κύρια παρέμβαση, νομίμως ζητεί, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 494 παρ. 2 ΚΠοΛΔ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 492 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, που έχει εφαρμογή και για τους ενυπόθηκους, προσημειούχους και ενεχυρούχους δανειστές, σε περίπτωση που διαταχθεί η πώληση του κοινού πράγματος με πλειστηριασμό, τη δέσμευση του ποσού που αναλογεί στην απαίτησή του από το πλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί και το οποίο αντιστοιχεί στο κατασχεμένο ιδανικό μερίδιο του κοινωνού - οφειλέτη του , ή τη δημόσια κατάθεση από το πλειστηρίασμα του ποσού που αντιστοιχεί στο κατεσχημένο ιδανικό μερίδιο.
Με βάση τα παραπάνω και η απόφαση του δικαστηρίου, που διατάσσει την πώληση του επί κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό, προσδιορίζει συγχρόνως το ποσό που πρέπει να καταβληθεί από το πλειστηρίασμα στον συντηρητικώς ή αναγκαστικώς κατασχόντα για την εξόφληση (ολικά ή μερικά) της απαίτησής του για την οποία έχει επιβληθεί συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση ή του αναλογούντος στην απαίτησή του ποσού που αντιστοιχεί στο κατασχεμένο ιδανικό μερίδιο που πρέπει να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και το οποίο θα αναλάβει ο συντηρητικώς ή αναγκαστικώς δανειστής μόνο μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της, ενώ, σε περίπτωση μη επιδίκασης της εν λόγω απαίτησης, θα διατάσσεται με την απόφαση η απόδοση του κατατεθέντος ποσού στον οφειλέτη.
Κατ' ακολουθίαν όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προσεπικαλούμενοι και παρεμβάντες κυρίως στη δίκη περί διανομής , ο οποίοι έχουν προβεί στη συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση ιδανικού μεριδίου ενός κοινωνού, απολαμβάνουν ισοδύναμης προστασίας είτε διαταχθεί αυτούσια διανομή είτε πλειστηριασμός του κοινού, η οποία (προστασία) επιβάλλει την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 494 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κάλυψη του νομοθετικού κενού που υπάρχει, ως προς τη ρύθμιση της τελευταίας πιο πάνω περίπτωσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, ως προς τη νομική βασιμότητα του επικουρικού αιτήματος της κύριας παρέμβασης που ασκήθηκε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, μετά από προσεπίκληση αυτού από την ενάγουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη, δέχθηκε επί του ενδιαφέροντος ζητήματος στην παρούσα υπόθεση τα ακόλουθα: " ...η υποχρεωτική προσεπίκληση που θεσπίζεται με το άρθρο 491 ΚΠολΔ στη δίκη διανομής με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση όσων έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου η επικαρπίας καθώς και όσων έχουν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς, σκοπό έχει την ενημέρωση των άνω δανειστών ενόψει του περιορισμού των δικαιωμάτων τους επί αυτούσιας διανομής μόνο στα μέρη που περιέρχονται στον οφειλέτη (άρθρο 492 ΚΠολΔ) και προκειμένου οι άνω δανειιστές να εξασφαλίσουν πληρέστερα τα συμφέροντά τους, ασκώντας τα δικαιώματα που τους παρέχουν οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του αυτού άρθρου 492 ΚΠολΔ....
Να υποβάλλουν δηλαδή αυτοτελείς αιτήσεις για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους ζητώντας τη σύσταση υποθήκης ή ενεχύρου σε άλλα αντικείμενα τα οποία με τη διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη τους (παρ. 2 άρθρου 492) ή την καταβολή σε αυτούς του χρηματικού ποσού το οποίο προς εξίσωση των μερίδων υποχρεώθηκε κάποιος κοινωνός να καταβάλλει στον κοινωνό που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο (παρ. 3 άρθρου 492) είτε ισχυρισμούς για τον επιδιωκόμενο τρόπο διανομής εκ μέρους των κυρίων διαδίκων... 'Ετσι (με την προσεπίκληση) πληρούται και ο σκοπός ενημέρωσης των εμπραγμάτων δανειστών ενόψει της απόσβεσης των δικαιωμάτων τους με την καταβολή του πλειστηριάσματος , εάν η διανομή γίνει με πλειστηριασμό...
προκειμένου αυτοί να ασκήσουν νόμιμα δικαιώματά τους (λ.χ. να κατάσχουν το μέρος το οποίο αναλογεί στον οφειλέτη τους στα χέρια του συμβολαιογράφου ως τρίτου κατ'άρθρο 982 ΚΠολΔ ... Από καμιά διάταξη όμως των άρθρων 798 ΑΚ και 478 επ. ΚΠολΔ περί λύσης της κοινωνίας και διανομής δεν παρέχεται στο δικαστήριο που δικάζει την περί διανομής αγωγή και διατάσσει τη δια πλειστηριασμού πώληση του κοινού, η εξουσία όπως, πέρα από όσα αυτό προσδιορίζει και διατάσσει με την απόφασή του, κατά τα άρθρα 479 και 484 ΚΠολΔ, διατάσσει συγχρόνως, ύστερα από αίτηση του υποχρεωτικώς προσεπικληθέντος και παρεμβάντος ενυπόθηκου δανειστή ή και αυτεπάγγελτα, την καταβολή σ' αυτόν από τον πλειστηριασμό του οφειλόμενου ποσού προς εξόφληση της ενυπόθηκης απαίτησής του ή την κατάταξή του σε αυτό προνομιακά ή τη δημόσια κατάθεση του ποσού.
Μόνο επί διατασσόμενης αυτούσιας διανομής ορίζεται από το άρθρο 492 παρ. 3 ΚΠολΔ ... ότι, αν η απόφαση που διατάσσει τη διανομή για να εξισωθούν τα μέρη υποχρεώνει κάποιον από τους κοινωνούς να καταβάλει χρηματικό ποσό στον κοινωνό που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο, το δικαστήριο , με αίτηση του δανειστή, διατάσσει να καταβληθεί σε αυτόν το χρηματικό ποσό για να εξοφληθεί ολικά ή εν μέρει η απαίτησή του και αν η απαίτηση που ασφαλίζεται δεν είναι ληξιπρόθεσμη.
Αντίθετα , όταν η αυτούσια διανομή είναι αδύνατη ή ασύμφορη... οπότε διατάσσεται "η δια πλειστηριασμού εκποίηση" (εκούσιος πλειστηριασμός) δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 492... Με την κυρία παρέμβασή του το εκκαλούν ζήτησε σε περίπτωση που το δικαστήριο διατάξει τη διανομή του επίδικου ακινήτου με πώληση σε πλειστηριασμό να διαταχθεί ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος να παρακρατήσει από το πλειστηρίασμα και να του καταβάλλει από το ποσό που αντιστοιχεί στη μερίδα του οφειλέτη του ποσό 39.862,92 ευρώ , άλλως να το κατατάξει προνομιακά για την απαίτησή του αυτή, άλλως να προβεί σε δημόσια κατάθεση στο όνομά του , του ποσού αυτού.
Τα αιτήματα αυτά γα τους λόγους που αναφέρονται στη νομική σκέψη είναι μη νόμιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι από καμία διάταξη των άρθρων 798 επ. ΑΚ και 478 επ. ΚΠολΔ περί λύσης της κοινωνίας και διανομής δεν παρέχεται στο δικαστήριο που δικάζει την περί διανομής δίκη και διατάσσει την με πλειστηριασμό πώληση του κοινού, η εξουσία όπως, πέρα από όσα αυτό προσδιορίζει και διατάσσει με την απόφασή του, κατά τα άρθρα 479 και 484 ΚΠολΔ, ορίσει και τα αιτούμενα μέτρα από το εκκαλούν...".
Ακολούθως, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Όμως το Εφετείο με το να μη δεχθεί στη δίκη περί διανομής την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 494 παρ. 2 ΚΠολΔ και στη νομοθετικά αρρύθμιστη περίπτωση της πώλησης του κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το επικουρικό αίτημα της κύριας παρέμβασης του αναιρεσείοντος (αναγκαστικώς κατασχόντος δανειστή ), το οποίο, κατ' εκτίμηση, συνίσταται στο να υποχρεωθεί ο υπάλληλος επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος, σε περίπτωση που το δικαστήριο διατάξει την πώληση με πλειστηριασμό του επίκοινου ακινήτου, να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, από το πλειστηρίασμα που αναλογεί στο ιδανικό μερίδιο του κοινωνού - οφειλέτη του, το ποσό που αντιστοιχεί στην απαίτησή του, για την οποία έχει επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση σε αυτό, προκειμένου η απαίτησή του να ικανοποιηθεί μετά την τελεσίδικη επιδίκασή της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 494 παρ.2 και 492 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει vc γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την από 20.10.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113180/4255/207 έφεση του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συντίθεται από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ) Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους, λόγω του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερο δυσχερής (άρθρα 179,183 ΚΠολΔ.) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2630/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που απέρριψε την από 20.10.2017 έφεση του αναιρεσείοντος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, το οποίο θα συντίθεται από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ