Legislator Case Law & Legislation
1347/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by bank against lower court ruling on bill of exchange validity and procedural defects.

Case Number 1347/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a final judgment regarding the validity of backdated bills of exchange. The lower court found the bills lacked a genuine commercial transaction, and the bank argued the appeal was procedurally flawed due to improper notification of an intervening party. The court rejected the procedural claim, ruling that the notification requirement was satisfied, and held the bank's substantive arguments against the bill's validity were unsupported by evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 76, 80, 82, 83, 558 of the Code of Civil Procedure; An intervener who did not pursue the litigation has the right to appeal, but the appeal must be directed only against the opposing party who won, not the intervener, and the intervener must be summoned to the appeal hearing to ensure equal hearing rights.

Keywords

AI generated
bill of exchange validity backdated instruments commercial transaction requirement intervener appeal rights procedural notification equal hearing principle banking practice guidelines

Cited Legislation

AI generated
Article 76 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 82 of the Code of Civil Procedure
Article 83 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1347 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1347/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λίζα Μικέλλη - Γαλλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: ..." που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χριστάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "..." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1602/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 574/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/4/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 3, 80, 82, 83 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή.

Ο τελευταίος πρέπει να καλείται, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλλά κατ' επιταγή και της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς της οποίας οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης. Επομένως, σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης από εκείνον που, κατά την προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, άσκησε πρόσθετη αυτοτελή παρέμβαση, η κλήση για τη συζήτηση αυτής, η οποία γίνεται κάτω από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, είτε αυτοτελώς, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, πρέπει να επιδίδεται και στο διάδικο, αναγκαίο ομόδικο κατά τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, υπέρ του οποίου ασκήθηκε η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, για να ενημερώνεται και εκείνος για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του ως διάδικος, χωρίς την κλήτευση του οποίου παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης.

Με την κρινόμενη από 5-4-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 574/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 8-3-2011 έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1602/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει την από 3-5-2010 ανακοπή της κατά της υπ'αριθ. 12423/2010 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί, δυνάμει των αναφερομένων σ' αυτή τραπεζικών επιταγών, των οποίων η καθής η ανακοπή- εφεσίβλητη είχε καταστεί νόμιμη κομίστρια από οπισθογράφηση, με αίτησή της, ειδική διάδοχος της οποίας κατέστη στη συνέχεια η αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα στη δίκη ενώπιον του Εφετείου και ήδη αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η ανακοπή, ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής και απορρίφθηκε η υπέρ της καθής η ανακοπή- εφεσίβλητης αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την ηττηθείσα, αυτοτελώς υπέρ της καθής η ανακοπή- εφεσίβλητης παρεμβαίνουσας στη δίκη ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), δεδομένου, ότι από την υπ' αριθ. 6282Δ'/ 10-8-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά, Α.

Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη δίκη, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην καθής η ανακοπή-εφεσίβλητη, υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933 "περί επιταγής", τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.

Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται, ότι, κατ' εξαίρεση μόνο, επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, αφενός τελούσε εν γνώσει της ύπαρξης των ως άνω ενστάσεων κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια, υπό την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ' αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ως άνω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία, χωρίς τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 362/2014, ΑΠ 1456/2007).

Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.

Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.

Εξάλλου, στην πράξη είναι συνήθης η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση της ή να επιστρέψει αυτή στον εκδότη της, μετά την εκπλήρωση ορισμένων όρων από την υφιστάμενη μεταξύ τους βασική έννομη σχέση.

Παράλληλα, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχύραση των τίτλων δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και, κατά συνέπεια, δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ,), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται, όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία, υπό την εκδοχή αυτή, αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου και πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους, (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές, κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.

β του ΑΚ. Περαιτέρω, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.

Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασι", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου, ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1317/2017, ΑΠ 353/2015).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Με την από 18-12-2008 σύμβαση και την από 5-2- 2009 συμπληρωματική αυτής, σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ της ανακόπτουσας εταιρίας (εργοδότου) και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει ... - ..., η δεύτερη εταιρία (εργολάβος) ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει σε οικόπεδο, κυριότητας της ανακόπτουσας εταιρίας, που βρίσκεται ...., μονάδα επεξεργασίας

κρέατος και παραγωγής κρεατοσκευασμάτων και ειδικότερα ανέλαβε την κατασκευή (όροι ''2'' και ''3" της συμβάσεως) των κτιριακών ηλεκτρολογικών και ψυκτικών εγκαταστάσεων της μονάδος, καθώς και την προμήθεια και εγκατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού, όπως αυτά αναφέρονται στη συνημμένη λίστα, που έγινε με βάση τα εγκεκριμένα τεχνικά σχέδια και η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο και αδιαίρετο, αναπόσταστο μέρος της συμφωνίας, με συνολικό κόστος 884.650 ευρώ, συν ΦΠΑ 19%.

Η εξόφληση του έργου συμφωνήθηκε να γίνει ως εξής: με την υπογραφή της συμβάσεως ο εργοδότης κατέβαλε στον εργολάβο ως προκαταβολή το ποσό των 200.000 ευρώ. Στη συνέχεια η τμηματική εξόφληση θα γινόταν με την ταυτόχρονη πρόοδο και εξέλιξη του έργου ως εξής: α) την 31-12-2008, η εργολάβος θα εισέπραττε το ποσό των 180.000 ευρώ β) την 28- 2-2009 η εργολάβος θα εισέπραττε το ποσό των 200.000 ευρώ γ) την 30-4-2009 η εργολάβος θα εισέπραττε το ποσό των 200.000 ευρώ δ) με το τέλος του έργου και την παραλαβή αυτού, η εργολάβος θα εισέπραττε το υπόλοιπο ποσό των 104.650 ευρώ, κατόπιν συνεννόησης.

Ο ΦΠΑ θα καταβαλλόταν με την έκδοση των αντίστοιχων παραστατικών, όπως ειδικά ο νόμος επιτάσσει. Κατά τον όρο ''4'' της συμβάσεως, ως παράδοση του έργου νοείται η παράδοση και ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών, των ηλεκτρομηχανολογικών και ψυκτικών εγκαταστάσεων του έργου, καθώς και η προμήθειά και εγκατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού, το οποίο αποτέλεί το αντικείμενο της συμφωνίας....

Με την από 5-2-2009 μεταγενέστερη συμφωνία, η εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει στο έργο τις παρακάτω αναφερόμενες εργασίες με την παρακάτω, αμοιβή, στην οποία περιλαμβανόταν όλες οι δαπάνες (των απαραίτητων υλικών, του προσωπικού, τα ημερομίσθια, οι ασφαλιστικές εισφορές κ.λ.π): α) εργασίες εκσκαφής για θεμελίωση βιομηχανικού κτιρίου (6 ευρώ κμ) β) επιχώσεις με αμμοχάλικο (10 ευρώ κμ) γ) επιχώσεις με υλικό A3 (3,5 ευρώ τμ) δ) κατασκευή υποβάσης οδοποιίας (16 ευρώ τμ) ε) εργασίες σκυροδέτησης για κατασκευή θεμελίωσης (270 ευρώ κμ) στ) εργασίες περίφραξης οικοπέδου (25 ευρώ τρέχον μέτρο) ζ) εργασίες περίφραξης πρόσοψης οικοπέδου με σιδηρά κιγκλιδώματα (70 ευρώ το τρέχον μέτρο) η) κατασκευή ηλεκτροκίνητης πόρτας εισόδου (3000 ευρώ/τεμάχιο).

Η συνολική αξία του έργου και από τις δυο αναφερόμενες συμβάσεις ανερχόταν στο ποσό των 1.477.444, 5.0 ευρώ με τον ανάλογο ΦΠΑ, ήτοι στο πόσο των 1.082.364,50 ευρώ από την πρώτη σύμβαση και στο ποσό των 395.080 ευρώ από τη δεύτερη σύμβαση. Σε εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων η ανακόπτουσα εταιρία κατέβαλε στην εργολάβο σε μετρητά, τμηματικά (ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών) το ποσό των 864.400 ευρώ, επιπλέον δε της παρέδωσε, μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 715.000 ευρώ, μεταξύ των οποίων τις παρακάτω επιταγές εκδόσεώς της εις διαταγή της εργολάβου εταιρίας:

α) την υπ'αριθμό ...76378-5 επιταγή της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30-11-2009 β) την υπ'αριθμό ...76384-0 . επιταγή της Γενικής Τράπεζας ποσού 10.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 25-1-2010. Κατά την ως άνω συμφωνία, η εργολάβος εταιρία όφειλε να μην μεταβιβάσει περαιτέρω με οπισθογράφηση σε τρίτα πρόσωπα τις επιταγές που είχε εκδόσει η ανακόπτουσα σε διαταγή της, ούτε να τις καταθέσει σε Τράπεζα, ως αξία λόγω ενεχύρου, πριν την παράδοση του έργου πλήρως αποπερατωμένου.

Όμως η εργολάβος εταιρία παρά τα συμφωνηθέντα, την πρώτη ως άνω επιταγή οπισθογράφησε στην καθής τράπεζα ως αξία λόγω ενεχύρου την 16η Ιουνίου 2009 και τη δεύτερη επιταγή οπισθογράφησε την 30 Ιουλίου 2009. Επειδή η εργολάβος εταιρία καθυστερούσε την αποπεράτωση και παράδοση του έργου, η οποία είχε προσδιορισθεί αρχικά, περί τα τέλη του Ιουνίου 2009, οι δύο αντισυμβαλλόμενοι, με την από 22 Οκτωβρίου 2009 σύμβαση συμφώνησαν ως τελικό χρόνο αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου την 30η Νοεμβρίου 2009.

Επιπλέον για τον ίδιο λόγο η ανακόπτουσα ζήτησε από την εργολάβο εταιρία να αντικατασταθούν οι επίδικες επιταγές, οι οποίες δεν ενσωμάτωναν πλέον παρούσα και ληξιπρόθεσμη απαίτηση της εργολάβου, λόγω της καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου. Πράγματι, οι δυο ως άνω επιταγές αντικαταστάθηκαν κατά την 18-11-2009 με τις παρακάτω επιταγές εκδόσεως της ανακόπτουσας, εις διαταγή της εργολάβου:

α) την υπ'αριθμό ...28000-1 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 15.000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 25-2-2010. β) την υπ'αριθμό ...28001-0 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 10.000 ευρώ με ημερομηνία: εκδόσεως την 28-2-2010. Για το λόγο αυτόν η εργολάβος εταιρία, με την από 18-11-2009 επιστολή της προς την καθής Τράπεζα ζήτησε την επιστροφή των δυο πρώτων επιταγών, τις οποίες αυτή κατείχε και την αντικατάσταση τους με τις παραπάνω αναφερόμενες.

Πράγματι, η Τράπεζα, η οποία συνήνεσε στην αντικατάσταση των επιταγών επέστρεψε τα σώματα των δύο πρώτων επιταγών και έλαβε στην κατοχή της τις δύο ως άνω επιταγές, οι οποίες οπισθογραφήθηκαν σ' αυτήν αυθημερόν από την εργολάβο εταιρία, ως αξία λόγω ενεχύρου. Τελικά, η εργολάβος εταιρία δεν παρέδοσε το έργο πλήρως αποπερατωμένο κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία 30-11-2009.

Κατά την ως άνω ημερομηνία σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργολάβου Π. Π.. Κατόπιν αυτού η ανακόπτουσα απέστειλε προς την εργολάβο την από 2-12-2009 εξώδικη διαμαρτυρία-όχληση, η οποία της επιδόθηκε την 4-12-2009 ( βλ. την 3333/4-12- 2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Φ.

Τ.). Στην ανωτέρω εξώδικη διαμαρτυρία-όχληση, η ανακόπτουσα διαμαρτυρόταν, επειδή η εργολάβος, αν και παρήλθε ο συμβατικός χρόνος παράδοσης του έργου, δεν ολοκλήρωσε τμήμα του έργου, που συμφωνήθηκε με το αρχικό από 18-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, αξίας 328.400 ευρώ και με το ΦΠΑ 350.796 ευρώ και τμήμα του έργου που συμφωνήθηκε με το από 5-2-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, αξίας 3.600 ευρώ, με το ΦΠΑ 4.284 ευρώ, και περαιτέρω αφενός ζήτησε να της αποδώσει άμεσα το ποσό των 101.955,50 ευρώ, το οποίο της είχε καταβάλλει αχρεωστήτως (για αιτία μη επακολουθήσασα), αφετέρου δε της ζήτησε να παραδώσει προσηκόντως εντός τριών ημερών, το υπόλοιπο ανεκτέλεστο τμήμα του έργου, δηλώνοντας ταυτόχρονα, ότι διαφορετικά, αρνείται και αποκρούει την παροχή και ότι υπαναχωρεί από τις δύο συμβάσεις, μόνον ως προς το τμήμα του έργου που δεν θα εκτελεσθεί, μέχρι την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας.

Στη συνέχεια, επειδή η ταχθείσα στην εργολάβο τριήμερη προθεσμία παρήλθε άπρακτη, η ανακόπτουσα απέστειλε προς την Εθνική τράπεζα της Ελλάδος την από 8-12-2009 εξώδικη διαμαρτυρία - όχληση, η οποία επιδόθηκε στην Τράπεζα την 8-12-2009 (βλ. την 2481/8-12-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σ.

Α. Μ.) με την οποία ανακαλούσε όλες τις αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές (μεταξύ των οποίων και τις επίδικες) και ζήτησε, αφενός να μην πληρωθούν, εάν εμφανισθούν για πληρωμή και αφετέρου να επιστρέψει τα σώματα των επιταγών σ' αυτήν. Επίσης, η ανακόπτουσα εταιρεία άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης την υπ αριθμό καταθέσεως 264/ 2010 αγωγή εναντίον της εργολάβου εταιρείας.

Η 148/2012, οριστική απόφαση, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης, δέχθηκε την αγωγή και περαιτέρω: α) αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό των 496.955,50 ευρώ, από το οποίο, το ποσό των 101. 955,50 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν και το ποσό των 395.000 ευρώ, από 22 μεταχρονολογημένες καταπιστευτικές επιταγές, διότι εξέλιπε η αιτία για την οποία εκδόθηκαν.

Επειδή, οι επίδικες επιταγές, που αφορούσαν το ανεκτέλεστο τμήμα του έργου, δεν πληρώθηκαν, λόγω ανάκλησης της εντολής πληρωμής από την ανακόπτουσα, αν και στο λογαριασμό υπήρχε επαρκές υπόλοιπο, η καθής τράπεζα με την από 30-3-2010 αίτησή της ζήτησε και πέτυχε την έκδοση, βάσει των αναφερομένων δυο επιταγών, της ανακοπτόμενης με αριθμό 12423/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε στην ανακόπτουσα την 28-4-2010.

Στη συνέχεια η ανακόπτουσα άσκησε εμπροθέσμως την υπό κρίση ανακοπή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών, η καθής τράπεζα όφειλε, σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα τραπεζική πρακτική (σχετικές η 128/21-10-1991 εγκύκλιος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η 2003/22-7-2003 εγκύκλιος της Τράπεζας Πειραιώς, καθώς και η 2589/20-8-2008 εγκύκλιος του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος) να προβεί σε έλεγχο και να βεβαιωθεί, ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές που οπισθογραφήθηκαν από την πελάτη της εργολάβο εταιρία, προκειμένου αυτή να χρηματοδοτηθεί από την Τράπεζα, κάλυπταν πραγματική και τετελεσμένη εμπορική συναλλαγή και ότι η αξία που ενσωμάτωναν αφορούσε γεγενημένη απαίτηση.

Ειδικότερα, όφειλε να ελέγξει την αποπεράτωση του έργου, αιτούμενη την επίδειξη των εκδοθέντων από την εργολάβο εταιρία τιμολογίων, που πιστοποιούσαν την περαίωση του έργου, ιδίως μετά το αίτημα για αντικατάσταση των δύο πρώτων επιταγών. Επιπλέον όφειλε να ερευνήσει τη φερεγγυότητα τόσο της εκδότριας των επιταγών, όσο και της πελάτη της, εργολάβου εταιρίας.

Ακολούθως, το Δικαστήριο και κατά την κρατήσασα σ' αυτό γνώμη πείσθηκε ότι κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών (18-11-2009) οι νόμιμοι εκπρόσωποι της Τράπεζας, με τη βοήθεια της νομικής υπηρεσίας προέβησαν σε πλημμελή έλεγχο των επιταγών, όμως γνώριζαν ότι οι επίμαχες επιταγές είχαν εκδοθεί από την ανακόπτουσα εταιρία για εξασφάλιση της εργολάβου εταιρίας και όχι προς εξόφληση γεγενημένης απαίτησης και ότι συνεπώς οι επιταγές είχαν εγγυητικό χαρακτήρα.

Επίσης, γνώριζαν, ότι η πρόοδος των εργασιών για την κατασκευή του έργου δεν ήταν η συμφωνηθείσα και ότι για το λόγο αυτόν της είχε ζητηθεί από την εργολάβο η αντικατάσταση των αρχικών επιταγών, με τις δύο άλλες που έφεραν μεταγενέστερες ημερομηνίες εκδόσεως την 25-2-2010 και 28-2-2010.

Συνεπώς, γνώριζαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της τράπεζας, τουλάχιστον την 18-11-2009, ότι δεν υπήρχε ισόποση των επιταγών ληξιπρόθεσμη οφειλή της ανακόπτουσας προς την εργολάβο εταιρεία, η οποία ήταν γνωστό ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Παρ' όλα αυτά η Τράπεζα παρέλαβε τις μεταχρονολογημένες επιταγές, ενεργώντας προς βλάβη της ανακόπτουσας και προς δικό της όφελος, αφού επεδίωκε την πληρωμή των επιταγών, αν και ήταν δυνατόν, με τον τρόπο αυτόν να ματαιωθεί η προβολή των ενστάσεων, που στηρίζοντο στις προσωπικές σχέσεις της ανακόπτουσας και της εργολάβου εταιρίας και ότι έτσι θα μπορούσε να επιτευχθεί η πληρωμή των επιταγών, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση θα ήταν αδύνατη".

Mε βάση τις εκτεθείσες παραδοχές του, τo Εφετείο, αφού απέρριψε την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας, που την είχε ασκήσει υπέρ της καθής η ανακοπή- εφεσίβλητης, της οποίας κατέστη ειδική διάδοχος, μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, δέχτηκε την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έκρινε αντίθετα, δικάζοντας δε την υπόθεση στην ουσία της, δέχτηκε την ένδικη ανακοπή της και ακύρωσε την εκδοθείσα σε βάρος της, με αίτηση της καθής η ανακοπή- εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον ειδικότερα δέχτηκε, ότι κατά το χρόνο απόκτησης των επίδικων επιταγών στις 18-11-2009, η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." ενήργησε εν γνώσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την ένσταση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί του εγγυητικού χαρακτήρα των συγκεκριμένων επιταγών και ακόμη περισσότερο προς βλάβη της, καθόσον με τον τρόπο αυτό επεδίωκε την πληρωμή των επιταγών προς όφελός της, ματαιώνοντας έτσι την προβολή της σχετικής ένστασης της τελευταίας έναντι της λήπτριας των επιταγών.

Οι περιεχόμενες δε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές " ότι κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών, η καθής τράπεζα όφειλε σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα τραπεζική πρακτική (σχετικές η 128/21-10-1991 εγκύκλιος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η 2003/22-7-2003 εγκύκλιος της Τράπεζας Πειραιώς, καθώς και η 2589/20-8-2008 εγκύκλιος του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος) να προβεί σε έλεγχο και να βεβαιωθεί, ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές που οπισθογραφήθηκαν από την πελάτη της εργολάβο εταιρία, προκειμένου αυτή να χρηματοδοτηθεί από την Τράπεζα, κάλυπταν πραγματική και τετελεσμένη εμπορική συναλλαγή και ότι η αξία που ενσωμάτωναν αφορούσε γεγενημένη απαίτηση", δεν επηρεάζουν την ορθότητα του ως άνω καταληκτικού πορίσματος της απόφασης, διότι η αναφορά αυτή, στις απορρέουσες για τις τράπεζες υποχρεώσεις από τις άνω εγκυκλίους, έγινε αφηγηματικά και χωρίς σύνδεσμο προς το πόρισμά της.

Επιπλέον, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να απορριφθεί ο από τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 50/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-4-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 574/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Αυγούστου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ