Supreme Court dismisses appeal for procedural defect and evidence evaluation errors. Appeal rejected due to absence of absent party and lack of specific grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a first-instance judgment. The appellants argued the lower court distorted electronic communications and misinterpreted evidence, while the respondent company contested these claims. The court rejected the appeal because one appellant failed to appear without valid representation, and the specific allegations regarding evidence evaluation were deemed too vague to warrant re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must verify the presence of absent parties and cannot re-evaluate evidence or find substantive errors in vague appeals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1347 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1347/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πάσχο και κατέθεσε προτάσεις, 2)Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μάζη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6051/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2453/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/7/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 27/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος στο ακροατήριο αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα, εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο παριστάμενος ομόδικος του απολιπομένου διαδίκου ή ο αντίδικος αυτού, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος των αναιρεσειόντων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από την προσκομιζόμενη από τον παριστάμενο πρώτο των αναιρεσειόντων υπ' αριθμ. …/30-1-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Γ. Σ., προκύπτει, ότι ο τελευταίος ενήργησε ύστερα από έγγραφη παραγγελία του δικηγόρου Δημητρίου Πάσχου πληρεξουσίου τόσο του παρισταμένου πρώτου των αναιρεσειόντων όσο και του απολιπομένου δευτέρου εξ αυτών.
Επομένως, αφού αυτός επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση και δεν εμφανίσθηκε στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρών (ΚΠολΔ 576 § 2).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2453/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 30-7-2010, 10-9-2010 και 13-9-2010 εφέσεων των διαδίκων και της εταιρείας "... ΑΕ Όμιλος Επιχειρήσεων", που δεν είναι διάδικος στην προκειμένη περίπτωση, κατά της υπ' αριθμ. 6051/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 29-12-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε και με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 435/2015). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και, γενικότερα, της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Επιπλέον, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο, 2) η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν, 3) να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον, 4) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημιάς.
Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1354/2015). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "...
ΑΒΕΕ" δραστηριοποιείται στον κλάδο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και στον κλάδο των ηλεκτρομηχανολογικών έργων, με εξειδίκευση στα ανυψωτικά μηχανήματα, στις σύνθετες μεταλλικές κατασκευές και στην κατασκευή μονάδων ενέργειας. Στα πλαίσια της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων της και της διεύρυνσης του αντικειμένου της, στον κλάδο της ανανεώσιμης ενέργειας, ξεκίνησε τον Οκτώβριο 2005, επαφές και διαπραγματεύσεις με την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "...
Α.Β.Ε.Τ.Ε." (στο εξής ...), στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, μετά την άσκηση της αγωγής, ως καθολική διάδοχος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ. 1 κ.ν. 2190/1920, η εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε. ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", για να διερευνήσει το ενδεχόμενο αγοράς της επιχείρησης της τελευταίας, στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Οι επαφές και η επικοινωνία μεταξύ των μερών διεξάγονταν με συνομιλίες, συναντήσεις και ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ειδικότερα δε από την πλευρά της πρώτης εναγομένης με το δεύτερο εναγόμενο, Α. Δ., αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, τον τρίτο εναγόμενο, Κ.
Κ., πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, τον I. Α., οικονομικό διευθυντή και τον Ε. Σ., νομικό σύμβουλο αυτής. Βασικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, ήταν ο Κ. Κ. (τρίτος εναγόμενος), πρόεδρος του ΔΣ, με ποσοστό 24,35%, ο Α. Δ. (δεύτερος εναγόμενος), αντιπρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος, με ποσοστό 24,14%, η Μ.
Κ., σύζυγος του τρίτου εναγομένου, με ποσοστό 7,21%, η Ε. Δ., σύζυγος του δεύτερου εναγομένου, με ποσοστό 6,14% και ο Ε. Π. με ποσοστό 8,14% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας. Οι προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών απέφεραν αποτελέσματα σε συνάντηση, που έλαβε χώρα στις 8 Νοεμβρίου 2005, οπότε τα μέρη αποφάσισαν να προχωρήσουν στη σχετική συμφωνία για την απόκτηση του ενεργειακού τομέα της πρώτης εναγομένης.
Για το σκοπό αυτό υπογράφηκε μεταξύ τους το από 1-12-2005 συμφωνητικό εμπιστευτικότητας, με το οποίο συμφωνήθηκε, ρητά, η έναρξη των διαπραγματεύσεων και η τήρηση αποκλειστικότητας και εμπιστευτικότητας από την πλευρά των συμβληθέντων μερών. Ειδικότερα, με τον όρο 5 του άνω συμφωνητικού συμφωνήθηκε, ότι η πρώτη εναγομένη (αναφερόμενη ως "εμείς" στο συμφωνητικό), θα διαπραγματευτεί αποκλειστικά με την ενάγουσα, "με καλή πίστη τους όρους και έγγραφα της συναλλαγής (ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για μετοχική συμφωνία ή αν γίνεται με απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, που ανήκουν στο έργο ή αν γίνεται αλλιώς)" και ότι "δεν θα προσελκύσει ή ικανοποιήσει προτάσεις ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετέχει σε συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις, παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία ή προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία ή συνεννόηση με κανένα άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο (συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων ή άλλων μεσολαβητών) σχετικά με μια πιθανή συναλλαγή ή γενικά την εκποίηση ή άλλη διάθεση όλης ή μέρους της (πρώτης εναγόμενης) ή των θυγατρικών της εταιριών και/ή των συγγενών εταιριών, που συμμετέχουν ενεργά στην επιχείρηση ενέργειας (ανεξάρτητα αν πρόκειται για μετοχική συμφωνία ή αν γίνεται με απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή με το συνδυασμό και των δύο) και δεν θα προβεί σε καμιά άλλη ενέργεια ή θα επιτρέψει σε κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο όνομα ή για λογαριασμό του να προβεί σε ενέργειες που μπορεί να είναι ασύμβατες, να καθυστερήσουν ή να επηρεάσουν δυσμενώς τη συντέλεση μιας πιθανής συναλλαγής, μεταξύ τους".
Στη συνέχεια, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν συστηματικά, υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης το από 20-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με τον τίτλο "Μνημόνιο Συνεννόησης" (Memorandum Of Understanding-M.O.U), με το οποίο, διευκρίνιζαν τα πλαίσια διαπραγμάτευσης, για την επιδιωκόμενη πιθανή συναλλαγή και όριζαν τις εκατέρωθεν προσυμβατικές υποχρεώσεις και τα αντίστοιχα δικαιώματα, μέχρι την ενδεχόμενη υπογραφή της τελικής σύμβασης αγοράς μετοχών.
Ειδικότερα, με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό - μνημόνιο, προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι η διάρθρωση της αγοραπωλησίας θα αποτελείται από εξαγορά εκ μέρους της αγοράστριας (ενάγουσας) από την πωλήτρια (πρώτη εναγομένη) ποσοστού 60% του ενεργειακού κλάδου της τελευταίας, που συνίσταται αποκλειστικά από:
ι) 60% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της θυγατρικής της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "... ... Α.Ε." (στην οποία η πρώτη εναγόμενη κατείχε ποσοστό 90% του μετοχικού της κεφαλαίου) και ιι) ποσοστά επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου επί των παρακάτω αναφερόμενων εταιριών έργου, ορίζοντας στη συνέχεια, ότι η ως άνω εξαγορά θα διαρθρωθεί ως εξής:
ι) η ενάγουσα θα αγοράσει από την πωλήτρια 60% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρίας, με την επωνυμία "... ... Α.Ε.", ενώ το υπόλοιπο 40% θα παρέμενε στην πρώτη εναγομένη και εναλλακτική αγορά, και ιι) 70% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου των εταιριών "... ΑΕ" και "... ΑΕ" και ποσοστό 24% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "...
ΑΕ", ή εναλλακτικά η ενάγουσα θα εξαγοράσει από την πωλήτρια πρώτη εναγομένη, ποσοστό 40% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΕ" και το 100% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου των ανώνυμων εταιριών "... ΑΕ" και "... ΑΕ" (άρθρο 1). Προβλεπόταν, επίσης, η υποχρέωση των μερών να συνεργαστούν με καλή πίστη στη διενέργεια πλήρους νομικού, οικονομικού και τεχνικού ελέγχου της "... ...
ΑΕ", των θυγατρικών της και των προαναφερόμενων θυγατρικών εταιριών της πρώτης εναγομένης και να διαπραγματευτούν με καλή πίστη, προς το σκοπό σύναψης τελικής σύμβασης, καθώς και η συμφωνία των μερών, για τη δομή της συναλλαγής, τους όρους που έπρεπε να τηρηθούν, πριν από το κλείσιμο της τελικής σύμβασης, το δάνειο και άλλους συμβατικούς διακανονισμούς, τη διαχείριση των προς πώληση εταιριών και τον υπολογισμό της τιμής αγοράς.
Ακόμη, το Συμφωνητικό - Μνημόνιο περιείχε, όπως και το άνω συμφωνητικό εμπιστευτικότητας, στο άρθρο 5 αυτού, ρήτρα αποκλειστικότητας των διαπραγματεύσεων, που όριζε ότι, "σε αναγνώριση του χρόνου των εξόδων και των πόρων που η αγοράστρια αναμένεται να αφιερώσει στο νομικό έλεγχο της ενεργειακής επιχείρησης και των υποθέσεων της πωλήτριας και των θυγατρικών της, η πωλήτρια, δια του παρόντος συμφωνεί και αναλαμβάνει την υποχρέωση, για μία χρονική περίοδο από την 31η Ιανουάριου 2006 - αυτή η χρονική περίοδος εκτείνεται αυτομάτως μέχρι την 15η Φεβρουάριου 2006, στην περίπτωση που οι συζητήσεις μεταξύ των Μερών συνεχίζονται κατά το χρόνο της λήξης της προαναφερθείσας αρχικής περιόδου: (ι) θα διαπραγματευτεί (η πωλήτρια) αποκλειστικά με την αγοράστρια, με καλή πίστη, τους γενικούς και ειδικούς όρους και τις διατυπώσεις της Συναλλαγής και των Οριστικών Συμφωνιών, (ιι) δεν πρόκειται, άμεσα ή έμμεσα, να επιδιώξει ή να εξετάσει προτάσεις ή με οποιονδήποτε τρόπο να αναμειχθεί σε συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις, να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή να συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία ή μνημόνιο με οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό (συμπεριλαμβανομένων αντιπροσώπων ήάλλων διαμεσολαβητών) σχετικά με μία πιθανή Συναλλαγή ή γενικά, την πώληση ή άλλη διάθεση ολόκληρου ή οποιουδήποτε μεριδίου του ενεργειακού τομέα της πωλήτριας και των θυγατρικών της και/ή των συνδεδεμένων επιχειρήσεών της, που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ενεργειακών επιχειρήσεων (ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για πώληση μετοχών, είτε μέσω απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή για συνδυασμό αυτών) και δεν θα αναλάβει καμία άλλη δράση, ούτε θα επιτρέψει σε κανένα άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο εκ μέρους της ή για λογαριασμό της να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να είναι ασύμβατη, ή να καθυστερήσει, ή να επηρεάσει αρνητικά την ολοκλήρωση της μελλοντικής Συναλλαγής μεταξύ της αγοράστριας και της πωλήτριας.
Σημειώνεται, όμως, ότι κατά τη στιγμή της εκτέλεσης της Συμφωνίας Εμπιστευτικότητας και του παρόντος ΜΣ, ήδη υπάρχουν άλλες προτάσεις από τρίτα μέρη σχετικά με την απόκτηση της συμμετοχής στη ... και η Πωλήτρια, κατά την ημερομηνία σύναψης της Συμφωνίας Εμπιστευτικότητας, δεν τις έχει συζητήσει και αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην τις συζητήσει ή διαπραγματευτεί περαιτέρω για την χρονική περίοδο που προβλέπεται ανωτέρω".
Η τελευταία πρόβλεψη περιλήφθηκε, επειδή ήδη είχε εκδηλωθεί ενδιαφέρον τρίτων εταιριών, για την απόκτηση της πρώτης εναγομένης. Στη συνέχεια, στο άρθρο 6 του ίδιου συμφωνητικού - μνημονίου, προβλέφθηκε ποινική ρήτρα και συγκεκριμένα ορίστηκε ότι, "ειδικά βεβαιώνεται και συμφωνείται ότι η αγοράστρια έχει διαμορφώσει την απόφασή της να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις και να συνάψει το παρόν ΜΚ με την πωλήτρια με βάση τις ρυθμίσεις αποκλειστικότητας της άνω ρήτρας (άρθρο 5), η οποία αποκλειστικότητα είναι ουσιώδης για τα συμφέροντα της αγοράστριας" και ότι "σε περίπτωση παραβίασης από την πωλήτρια των υποχρεώσεων της περί αποκλειστικότητας του όρου 5 του παρόντος και/ή σε περίπτωση που η πωλήτρια σταματήσει να διαπραγματεύεται με καλή πίστη με την αγοράστρια ή αποσυρθεί χωρίς δικαιολογία από αυτή τη διαπραγμάτευση και επίσης, εξαιτίας του γεγονότος ότι θα υπάρξει αντικειμενική δυσκολία για την αγοράστρια να αποδείξει το ακριβές ποσό της ζημίας που υπέστη από αυτή την παραβίαση, η πωλήτρια θα υποχρεωθεί να πληρώσει άμεσα στην αγοράστρια σε μετρητά μία ποινική ρήτρα ποσού ίσου με δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (2.500.000).
Η πωλήτρια συμφωνεί και αναγνωρίζει ότι αυτή η ποινική ρήτρα είναι δίκαιη και σωστή και δεν είναι δυνατόν να αναπροσαρμοστεί". Κατά την ημέρα υπογραφής του μνημονίου (20-12-2005), οι συμβληθείσες εταιρίες προέβησαν σε ανακοίνωση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, σχετικά με την πρόθεσή τους για συναλλαγή και τη γενικότερη συνεργασία τους, στον τομέα της ενέργειας και στη λειτουργία και εκμετάλλευση σταθμών παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η ισχύς της κατά το άρθρο 5 του μνημονίου, υποχρέωσης αποκλειστικότητας κατά τις διαπραγματεύσεις παρατάθηκε, διαδοχικά, με τις από 15-2-2006 και 3-3-2006 έγγραφες συμφωνίες, μεταξύ των δύο μερών, προκειμένου να παρασχεθεί στα μέρη επαρκής χρόνος να προβούν στους αναγκαίους νομικούς, τεχνικούς, οικονομικούς ελέγχους και να οριστικοποιήσουν θέματα της τελικής σύμβασης.
Ακολούθως, με τις από 11-4-2006 και 13-4-2006 επιστολές της πρώτης εναγομένης προς την ενάγουσα, υπογεγραμμένες από το δεύτερο των εναγομένων, παρατάθηκε η παραπάνω υποχρέωση, μέχρι την υπογραφή της τελικής σύμβασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Με την προοπτική αυτής της συνεργασίας, η ενάγουσα εγγυήθηκε στις 8-2-2006, υπέρ της θυγατρικής εταιρίας της πρώτης εναγομένης "... ...
ΑΕ", με την οποία, σημειωτέον, πέραν της ενδεχόμενης αγοράς της, ουδεμία άλλη σύνδεση είχε, για τη λήψη δανείου ποσού 1.200.000 ευρώ, με τόκο 0,65%, από την Τράπεζα ..., με σκοπό τη χρηματοδότηση των επενδυτικών σχεδίων της, υπογράφοντας "ως εγγυήτρια", στη με αριθμό .../8-2-2006 σύμβαση δανείου. Με αυτό τον τρόπο η ενάγουσα διευκόλυνε, σημαντικά, την πρώτη εναγομένη, καταδεικνύοντας εμπράκτως την καλή της πίστη και τη δέσμευσή της για την ολοκλήρωση της συναλλαγής, με την υπογραφή της τελικής σύμβασης, έχοντας την πεποίθηση ότι την ίδια πρόθεση είχε και η τελευταία.
Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν εντατικά, κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και αρχές Μαΐου 2006, οπότε, μετά την ολοκλήρωση των αναγκαίων ελέγχων, βρίσκονταν στο τελικό στάδιο της υπογραφής της τελικής σύμβασης. Ειδικότερα, το Μάρτιο 2006 διεξήχθησαν συναντήσεις των μερών στη Μαδρίτη, κατά τις οποίες κατέληξαν στα βασικά εκκρεμή θέματα και στο περιεχόμενο της τελικής συμφωνίας.
Οι διαπραγματευτές των δύο πλευρών, Γ. Ρ., Μ. Τ. και Σ. Κ., από την πλευρά της ενάγουσας και Α. Δ. (δεύτερος εναγόμενος) και I. Α., από την πλευρά της πρώτης εναγομένης, καθώς και οι νομικοί σύμβουλοι αυτών, συνεννοούνταν μεταξύ τους, μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για την τροποποίηση, διόρθωση και σύνταξη παραρτημάτων της τελικής σύμβασης, την αναδιατύπωση ορισμένων άρθρων, σχετικά με τη διαιτησία, τις εγγυήσεις και τις εξασφαλίσεις.
Στις 13-3-2006, στάλθηκε, από την ενάγουσα ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) προς τους εκπροσώπους της εναγόμενης εταιρίας, με χρονοδιάγραμμα για τον τελικό έλεγχο όλων των εγγράφων και την υπογραφή της σύμβασης, στις 16-3-2006. Παρά την ύπαρξη, όμως, συμφωνίας ως προς όλα τα ουσιώδη σημεία και ενώ είχαν οριστεί όλες οι λεπτομέρειες για την υπογραφή της τελικής σύμβασης και των παραρτημάτων της, η πρώτη εναγομένη άρχισε να ζητά τροποποιήσεις, σε θέματα που είχαν ήδη ρυθμιστεί.
Προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της διαδικασίας, η ενάγουσα πρότεινε νέες συναντήσεις των μερών, με την προϋπόθεση ότι θα τηρούνταν τα συμφωνηθέντα στην προηγηθείσα βασική συνάντηση της Μαδρίτης. Η επόμενη συνάντηση έγινε την 23-3-2006, κατά την οποία συζητήθηκαν και επιλύθηκαν τα υπολειπόμενα βασικά εκκρεμή θέματα.
Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη καθυστερούσε τη σύνταξη των παραρτημάτων της σύμβασης που την αφορούσαν, επικαλούμενη νέα εκκρεμή ζητήματα. Αντιδρώντας στην τακτική αυτή, ο αντιπρόεδρος της ενάγουσας Γ. Ρ., με το από 10-4-2006 τηλεομοιοτυπικό μήνυμά του, προς την πρώτη εναγομένη, διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση και την προσχηματική προβολή νέων θεμάτων από την πλευρά της (εναγομένης), εκλαμβάνοντας τη στάση της ως άρνηση για την οριστικοποίηση της πώλησης.
Τόνισε δε, ότι όφειλαν τα μέρη να προβούν σε κοινή ανακοίνωση, για την ενημέρωση του κοινού, σχετικά με την εξέλιξη αυτή. Απαντώντας η πρώτη εναγομένη, με το από 11-4-2006 ηλεκτρονικό μήνυμα του δεύτερου εναγομένου, ανέφερε ότι "ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως και δεσμεύεται να περατώσει τη συναλλαγή", βάσει των συμφωνηθέντων, στις 9 και 10-3-2006, στη Μαδρίτη και στις 23-3-2006, στην Αθήνα.
Στις 13-4-2006, ακολούθησε απάντηση της ενάγουσας, η οποία αποδεχόμενη τη δέσμευση της πρώτης εναγομένης ανέφερε ότι έπρεπε να περιληφθούν στη σύμβαση και οι τροποποιήσεις που είχαν συμφωνηθεί στην τελευταία συνάντηση. Την ίδια ημέρα (13-4-2006), η πρώτη εναγομένη απέστειλε επιστολή, υπογεγραμμένη από το νόμιμο εκπρόσωπό της, δεύτερο εναγόμενο, με το εξής περιεχόμενο "...σε συνέχεια της από 11ης Απριλίου 2006 τηλεομοιοτυπίας μας και της σημερινής τηλεφωνικής συνδιάλεξης σχετικά με την υπογραφή της σύμβασης αγοράς μετοχών και συμφωνίας μετόχων, αναλαμβάνουμε με το παρόν να συμμορφωθούμε με το άρθρο 5 του από 20 Δεκεμβρίου 2005 Μνημονίου Συνεννόησης, όπως τροποποιήθηκε από την από 15 Φεβρουάριου 2006 πρώτη τροποποιητική συμφωνία και την από 3 Μαρτίου 2006 δεύτερη τροποποιητική συμφωνία που υπεγράφησαν από και μεταξύ της ...
ΑΕ και της ... ΑΕ από σήμερα και μέχρι την υπογραφή της (Τελικής) Σύμβασης εντός ευλόγου χρόνου". Με την επιστολή αυτή της πρώτης εναγομένης, το περιεχόμενο της οποίας αποδέχθηκε η ενάγουσα, παρατάθηκε, περαιτέρω, η ισχύς της ρήτρας αποκλειστικότητας (άρθρο 5) του από 20-12-2005 μνημονίου, για εύλογο χρονικό διάστημα και μέχρι την υπογραφή της τελικής σύμβασης, συγχρόνως δε δημιουργήθηκε η βεβαιότητα στην ενάγουσα, ότι επίκειται η άμεση υπογραφή της τελικής σύμβασης.
Στη συνέχεια, καθόλο το μήνα Απρίλιο και μέχρι τις αρχές Μαΐου 2006, συνεχίστηκαν καθημερινά οι επαφές μεταξύ των μερών, με ανταλλαγή μηνυμάτων, για τις τελικές τροποποιήσεις που είχαν συμφωνηθεί και απέμεινε η οριστικοποίηση των τελικών σχεδίων της σύμβασης από τους νομικούς συμβούλους των δύο πλευρών.
Στις 26-4-2006, είχε συνταχθεί και το σχέδιο της σύμβασης και απέμενε η έγκριση της διατύπωσης περιορισμένου αριθμού άρθρων. Μολονότι, όμως, είχε οριστικοποιηθεί η τελική σύμβαση προς υπογραφή, ο οικονομικός διευθυντής της πρώτης εναγομένης, Ι. Α., με το από 5-5-2006 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, απαντώντας στην επιστολή του στελέχους της ενάγουσας Σ.
Κ., σχετικά με τη διευθέτηση των τελευταίων λεπτομερειών, για την υπογραφή της σύμβασης, τη Δευτέρα 8-5-2006 ή την Τρίτη 9-5-2006, δήλωσε ότι η ομάδα εργασίας, που απασχολείται με το θέμα θα απούσιαζε λόγω Σαββατοκύριακου, ότι ο δεύτερος των εναγομένων και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης απούσιαζε από την Αθήνα και ότι υπήρχαν πολλά εκκρεμή ζητήματα, κυρίως από δικηγόρους, έτσι ώστε να μη είναι εφικτή η υπογραφή της σύμβασης το απόγευμα της Δευτέρας (8-5-2006), όπως είχε προγραμματιστεί, ο ίδιος δε θα προσπαθούσε να συγκεντρώσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα και θα επικοινωνούσε με την ενάγουσα το πρωί της Δευτέρας (8-5-2006).
Σε απάντηση, η ενάγουσα, δια του Σ. Κ., απέστειλε νέο μήνυμα (5-5-2006), με το οποίο πρότεινε αναπροσαρμογή του προγράμματος και υπογραφή της σύμβασης την Τρίτη, 9-5-2006, ενημερώνοντας ότι οι νομικοί σύμβουλοι από τη Μαδρίτη, είχαν προγραμματίσει προς τούτο την μετάβασή τους στην Αθήνα. Ο Ι. Α., ανταπαντώντας ανέφερε ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει το προτεινόμενο πρόγραμμα, διότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης (δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων), είχαν ενημερωθεί για την υπογραφή την Πέμπτη (11-5-2006) και δεν μπορούσαν να αλλάξουν το πρόγραμμά τους και να επιστρέφουν στην Αθήνα, τη Δευτέρα.
Πρόσθεσε, όμως, ότι ο ίδιος και η ομάδα του ασχολείται με τα παραρτήματα της οριστικής Σύμβασης, ώστε να είναι έτοιμοι και διαθέσιμοι τη Δευτέρα, 8-5-2006. Με βάση τα προεκτεθέντα, η ενάγουσα, για άλλη μια φορά, έλαβε διαβεβαιώσεις από την πρώτη εναγομένη και σχημάτισε εύλογα την πεποίθηση, ότι η τελική σύμβαση θα υπογραφόταν εντός των επόμενων ημερών.
Όμως, τη Δευτέρα 8-5-2006, εντελώς απροειδοποίητα, δημοσιεύτηκε στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ανακοίνωση της πρώτης εναγομένης και του Ομίλου Επιχειρήσεων ... Α.Ε., σχετική με την υπογραφή δεσμευτικής συμφωνίας των πέντε βασικών μετόχων της πρώτης για τη μεταβίβαση ποσοστού 52,624% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της, στην εταιρία "...
ΑΕ - Όμιλος Επιχειρήσεων" και στον Ε. Μ., κατά ποσοστό 44,624% και 8%, αντίστοιχα. Στη συμφωνία αυτή είχαν προβεί οι βασικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης, μεταξύ των οποίων οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, Α. Δ. (Αντιπρόεδρος του Δ.Σ και Διευθύνων Σύμβουλος) και Κ. Κ. (Πρόεδρος του Δ.Σ) και νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης.
Στην ανακοίνωση, ρητά αναφερόταν, ότι "ο Όμιλος … δραστηριοποιείται διεθνώς μέσω παραγωγικών μονάδων και στρατηγικών συμμαχιών στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, έχοντας κυρίαρχη θέση στους περισσότερους από τους τομείς, που δραστηριοποιείται. Στο πλαίσιο του ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού του Ομίλου, η ... (πρώτη εναγομένη) θα αποτελέσει το φορέα για την ανάπτυξη σε πρώτη φάση των δραστηριοτήτων στο χώρο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας..".
Η εν λόγω εξαγορά αποσκοπούσε στην επέκταση του Ομίλου ..., που αποτελεί ανταγωνιστή της ενάγουσας, στο χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έχοντας στην ουσία το ίδιο αντικείμενο με αυτό της σύμβασης, στην οποία αποσκοπούσαν τα διάδικα μέρη και την οποία διαπραγματευόταν η ενάγουσα με την πρώτη εναγομένη, από τον Οκτώβριο του 2005.
Τούτο ενισχύεται και από την εν συνεχεία (19-6-2006) υποχρεωτική δημόσια πρόταση του Ομίλου ..., για εξαγορά και του υπολοίπου μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης (περίπου 47%), την άσκηση δικαιώματος πώληση των μετοχών της, τον Οκτώβριο 2006, και την καθολική απορρόφησή της από τον παραπάνω Όμιλο. Περαιτέρω, κατά την ίδια πιο πάνω ημέρα δημοσίευσης στο Χρηματιστήριο της άνω ανακοίνωσης (8-5-2006), η πρώτη εναγομένη ανακοίνωσε στην ενάγουσα την άνω συμφωνία των βασικών μετόχων της, που προέβλεπε τη μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της, ισχυριζόμενη ότι κατόπιν αυτού οι προτάσεις και συζητήσεις στα πλαίσια του μεταξύ τους μνημονίου, πρέπει να τεθούν υπό την γνώση και την κρίση της "σύντομα αναμενόμενης νέας διοίκησης της εταιρίας".
Απαντώντας η ενάγουσα με την από 12-5-2006 επιστολή της προς το δεύτερο εναγόμενο, διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης εναγομένης, ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, ότι η τελευταία, στις 11-5-2006, "δεν προσήλθε προς υπογραφή της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών, που αποτελούσε το αντικείμενο του από 20-12-2005 Μνημονίου, ως και της μεταξύ των εταιριών διαπραγμάτευσης ....
όπερ μεταφράζεται σε μη τήρηση της ημερομηνίας στόχου για την υπογραφή που συμφωνήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα", ότι με έκπληξη διάβασε "την από 8-5-2006 κοινή ανακοίνωση της ... και της ... από την οποία γίνεται φανερό ότι η νέα διοίκηση της ... δεν θα έχει αναλάβει καθήκοντα πριν την ολοκλήρωση της συναλλαγής με τη ... " και ότι "καθίσταται φανερό από την παραπάνω αναφερόμενη κοινή ανακοίνωση ότι η απόκτηση του ελέγχου της ...
από τη ... (ενός από τους ανταγωνιστές της ενάγουσας) σε συνδυασμό με την ανακοινωθείσα στρατηγική της ..., ότι θα χρησιμοποιήσει τη ... ως επενδυτικό όχημα στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, είναι απόλυτα ασύμβατη προς το περιεχόμενο τόσο του Μνημονίου, όσο και της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης μετοχών, καθώς και ότι, η μνεία στην άνω επιστολή περί του ότι η οριστική σύμβαση μεταβίβασης μετοχών δέον να τεθεί υπόψη της νέας διοίκησης (δηλαδή υπόψη του ανταγωνιστή της), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά σοβαρή εκ μέρους της (πρώτης εναγομένης) δήλωσης αληθινής πρόθεσης για την υπογραφή οριστικής σύμβασης μεταβίβασης μετοχών".
Ακολούθως δε, στις 12-5-2006, δημοσιεύτηκε στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ανακοίνωση της ενάγουσας, στην οποία ανέφερε, ότι "λόγω της δημιουργηθείσας κατάστασης, κατόπιν της κοινής ανακοίνωσης των εταιριών ... ΑΕ - Όμιλος Επιχειρήσεων και ... ΑΕ (πρώτης εναγομένης), η … ΑΕΒΕ (ενάγουσα) μετά λύπης της γνωστοποιεί, ότι η σκοπούμενη με το από 20-12-2005 "Μνημόνιο Συνεννόησης" με τη ...
ΑΕ απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών της "... ΑΕ, δεν θα πραγματοποιηθεί". Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς, ότι η πρώτη εναγομένη (μέσω του δευτέρου και τρίτου των εναγομένων), ενώ συνέχιζε τις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα, βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις και με τον Όμιλο ..., ενόψει του ότι, κατά τη συνήθη συναλλακτική πρακτική, για την ολοκλήρωση και ανακοίνωση συναλλαγής με αντικείμενο την αγορά της πλειοψηφίας των μετοχών εισηγμένης εταιρίας, όπως η πρώτη εναγομένη, απαιτείται πλήρης νομικός, τεχνικός και οικονομικός έλεγχος, καθώς και αναλυτικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, για τους όρους της τελικής σύμβασης, για τις οποίες απαιτείται αρκετός χρόνος.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, βασικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης ήταν ο Κ. Κ. (τρίτος των εναγομένων), πρόεδρος του ΔΣ, με ποσοστό 24,35%, ο Α. Δ. (δεύτερος των εναγομένων), αντιπρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος, με ποσοστό 24,14%, η Μ. Κ., σύζυγος του Κ. Κ., με ποσοστό 7,21%, η Ε. Δ., σύζυγος του ποσοστό 6,14% και ο Ε.
Π., με ποσοστό 8,14% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας. Η μεταβίβαση των μετοχών της εναγόμενης εταιρίας από τους βασικούς μετόχους της, συνιστά παράβαση του άρθρου 5 του μνημονίου, με την οποία, εγκύρως, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, χωρίς τούτο να συνιστά υπέρμετρη δέσμευση, η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη να μην προβεί άμεσα ή έμμεσα σε διαπραγματεύσεις, συζητήσεις ή συμφωνίες, με οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων και των διαμεσολαβητών της, για πιθανή συναλλαγή και να μη προβεί σε πώληση ή διάθεση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ολόκληρου ή οποιουδήποτε μεριδίου του ενεργητικού τομέα της ίδιας ή των θυγατρικών της και/ή των συνδεδεμένων επιχειρήσεών της, άμεσα ή έμμεσα (ανεξάρτητα από το εάν γίνεται ως αγοραπωλησία μετοχών ή μέσω εξαγοράς ενεργητικού ή με συνδυασμό αυτών) και να μην αναλάβει άλλη δράση, ούτε να επιτρέψει σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο να προβεί, εκ μέρους της ή για λογαριασμό της, σε κάποια ενέργεια που θα μπορούσε να είναι ασύμβατη ή να καθυστερήσει ή να επηρεάσει αρνητικά την ολοκλήρωση της μελλοντικής συναλλαγής της με την ενάγουσα.
Η πρώτη των εναγομένων, δια των εκπροσώπων της, δεύτερου και τρίτου αυτών, εισήλθε σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις και σε συνεννόηση με τον Όμιλο ..., σχετικά με την πώληση από τους βασικούς μετόχους της του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της, δεδομένου ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ως βασικοί μέτοχοι αυτής, με ποσοστά 24,14% και 24,35%, αντίστοιχα, και με τη συμμετοχή των συζύγων τους, σε ποσοστά 6,14% και 7,21%, αντίστοιχα, αλλά και ως νόμιμοι εκπρόσωποί της, είχαν ουσιαστικά τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο της εναγόμενης εταιρίας, λαμβάνοντας όλες τις αποφάσεις για οποιαδήποτε δραστηριότητά της.
Η σχετική δε ενημέρωση προς την ενάγουσα, στην οποία προέβη η πρώτη εναγόμενη, με την άνω από 8-5-2006 επιστολή της, υπογεγραμμένη από το δεύτερο εναγόμενο, με την οποία πληροφορούσε την ενάγουσα ότι οι βασικοί της μέτοχοι την ενημέρωσαν για την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας, ώστε να καθίσταται αναγκαίο, δεδομένης της νέας κατάστασης, να τεθούν υπόψη της νέας διοίκησης οι συζητήσεις και οι διαπραγματεύσεις, είναι προσχηματική, αφού παρουσίαζε, φαινομενικά, ως μοναδική συνέπεια της ανωτέρω συμφωνίας, μια απλή καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα, ενώ, στην ουσία, σηματοδοτούσε την απόσυρσή της και τη διακοπή των διαπραγματεύσεων.
Κι' αυτό γιατί η νέα ιδιοκτήτρια είχε καταστήσει σαφές με την προαναφερθείσα κοινή ανακοίνωσή της με την πρώτη εναγόμενη, ότι αποσκοπούσε στην επέκταση στον ενεργειακό χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έτσι ώστε να είναι πλέον αδύνατη η συνέχιση των διαπραγματεύσεων με την ενάγουσα. Κατ' ακολουθία, συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της προβλεπομένης από το άρθρο 6 του μνημονίου ποινικής ρήτρας, σε βάρος της πρώτης εναγομένης, αφού, αφενός παραβιάστηκε, από μέρους της, η υποχρέωση εμπιστευτικότητας και αποκλειστικότητας των διαπραγματεύσεων, αφετέρου η συμφωνία για την εξαγορά από τον Όμιλο ...
συνιστούσε, ουσιαστικά, υπαίτια διακοπή των διαπραγματεύσεων, από την πλευρά της πρώτης εναγομένης, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει η πρώτη των εναγομένων, με τους συναφείς πρώτο, τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους έφεσης .... Περαιτέρω, οι ως άνω ενέργειες των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, οι οποίοι ναι μεν ενήργησαν κατά τη μεταβίβαση των μετοχών τους, ως βασικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης, πλην, όμως, λόγω της διπλής ιδιότητας τους, ως νομίμων εκπροσώπων και ως βασικών μετόχων αυτής, είχαν τον πλήρη και ουσιαστικό έλεγχο της εταιρίας, συμμετείχαν ενεργά στις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα υπό την ως άνω ιδιότητά τους των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, λάμβαναν, ουσιαστικά, οι ίδιοι τις αποφάσεις, γνώριζαν τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη έναντι της ενάγουσας, υπό τις περιστάσεις που τελέστηκαν, αφού προηγουμένως είχε εδραιωθεί, από τις συνεχείς επικοινωνίες και συζητήσεις τους με την ενάγουσα, η πεποίθηση της τελευταίας, ότι θα τηρούνταν τα συμφωνηθέντα και θα υπογραφόταν άμεσα, η τελική σύμβαση, ως φυσική κατάληξη των μακρών και επίπονων διαπραγματεύσεων, συνιστούν συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, εν γνώσει του γεγονότος, ότι μπορούσε να προκαλέσει ζημία στην ενάγουσα, όπως και συνέβη, λόγω της ματαίωσης της σύμβασης, για την οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, υπέχει ευθύνη, σε ολόκληρο με αυτούς (κατ' άρθρο 71 ΑΚ), και η πρώτη εναγόμενη εταιρία.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι αυτοί με τους συναφείς τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσής τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Οι ισχυρισμοί των εναγομένων, που περιέχονται στον τέταρτο λόγο της έφεσης της πρώτης αυτών και στο δεύτερο (λόγο έφεσης) των υπολοίπων, ότι δηλαδή, κατά την επίτευξη της συμφωνίας με τον Όμιλο ..., δεν δεσμεύονταν από το άρθρο 5 του άνω μνημονίου, λόγω παρόδου πλέον της 30ης Απριλίου 2006, μέχρι την οποία είχε παραταθεί η ισχύς του άρθρου αυτού, κατά ρητή πρόβλεψη σε έγγραφο τους, που απεστάλη μέσω φαξ στην ενάγουσα, την 13-4-2006 και ώρα 12.39, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Τούτο δε διότι, μετά την αποστολή του ανωτέρω εγγράφου, επακολούθησε (μετά 45' της ώρας) νέο έγγραφο της πρώτης εναγομένης, με την υπογραφή του δεύτερου εναγομένου, το οποίο στάλθηκε επίσης μέσω φαξ, την 13-4-2006 και ώρα 13.26, στο οποίο ρητά περιέχεται η δήλωση βούλησης της πρώτης εναγομένης για δέσμευσή της "...
από σήμερα και μέχρι την υπογραφή της (τελικής) Σύμβασης εντός ευλόγου χρόνου", που έγινε δεκτή από την ενάγουσα, αναιρώντας έτσι η ίδια (πρώτη εναγομένη), με αυτή τη χρονικά νεότερη συμφωνία, το προηγούμενο έγγραφο της. Άλλωστε, το χρονικό διάστημα του ενός μήνα ήταν εύλογο, εάν ληφθεί υπόψη, αφενός η μέχρι τότε εξάμηνη περίπου διάρκεια των διαπραγματεύσεων, σε συνδυασμό με το οικονομικό, νομικό και τεχνικό αντικείμενο της διερευνώμενης συμφωνίας, αφετέρου η συνέχιση μέχρι την 8-5-2006 των διεργασιών, μεταξύ των δύο πλευρών, για την κατάρτιση της σύμβασης, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επίσπευση από την πλευρά της πρώτης εναγομένης.
Επίσης, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι οι διαλαμβανόμενοι στον έβδομο λόγο της έφεσης των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, ισχυρισμοί των τελευταίων, περί επίδειξης καταχρηστικής συμπεριφοράς της ενάγουσας και συνυπαιτιότητάς της, σε ποσοστό 95%, επειδή αυτή ακολούθησε παρελκυστική τακτική, επιδιώκοντας δυσβάστακτους, για την εκπροσωπούμενη από αυτούς πρώτη εναγομένη, όρους, με τη μείωση του τιμήματος και διέκοψε τις διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις.
Και τούτο, διότι είναι εύλογο και συναλλακτικά θεμιτό τα μέρη να επιδιώκουν, κατά τις διαπραγματεύσεις τους, ευνοϊκότερους γι' αυτά όρους και στόχους στην τελική συμφωνία. Εξάλλου, οι εναγόμενοι, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ουδεμία αντίρρηση ή διαμαρτυρία πρόβαλαν, για τυχόν αντισυναλλακτική συμπεριφορά της ενάγουσας ή των διαπραγματευτών της, σε αντίθεση με την ενάγουσα, η οποία, λόγω των καθυστερήσεων, θεώρησε ότι οι εναγόμενοι δεν επιθυμούσαν περαιτέρω διαπραγμάτευση, η δε πρώτη των εναγομένων, δια του δευτέρου αυτών, ενέμεινε στη δέσμευσή της για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και την υπογραφή της τελικής σύμβασης και συνέχισε κανονικά τις επαφές με την ενάγουσα, μέχρι τελευταία στιγμή (8-5-2006), γεγονός που καταδεικνύει το προφανές μέχρι τότε συμφέρον της, για την πώληση στην ενάγουσα.
Τέλος, μόνη η καθυστέρηση άσκησης των αξιώσεων της ενάγουσας, με την ένδικη αγωγή, επτά μήνες μετά την εξαγορά της πρώτης εναγομένης από τον Όμιλο …, χωρίς την επίκληση πρόσθετων ειδικών περιστάσεων και συνθηκών, προερχόμενων κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά της δικαιούχου ενάγουσας, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της.
Περαιτέρω, εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, τρώθηκε το κύρος και η φήμη της ενάγουσας, προσβλήθηκε η εμπορική της πίστη, η επαγγελματική της υπόληψη και γενικά το εμπορικό της μέλλον, λόγω της μειωτικής εικόνας που σχηματίστηκε γι' αυτή, δεδομένου ότι πρόκειται για εταιρία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, η δε εξαγορά της πρώτης εναγομένης από τον Όμιλο ...
και η εντεύθεν ματαίωση των διαπραγματεύσεων με την ενάγουσα, ερμηνεύθηκε ως μεγάλη αποτυχία της τελευταίας και συνοδεύτηκε από πληθώρα σχετικών δημοσιευμάτων στον οικονομικό τύπο, με δυσμενή γι' αυτή σχόλια και αρνητική δημοσιότητα. Κατ' ακολουθία, με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα την καταπεσούσα ποινική ρήτρα ...
Επίσης η ενάγουσα δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία της προσβολής της φήμης της, της εμπορικής πίστης και της επαγγελματικής της υπόληψης, εξαιτίας της ως άνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγόμενων. Λαμβάνοντας δε υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, το βαθμό πταίσματος της πρώτης εναγομένης, τη βλάβη που υπέστη η ενάγουσα και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, όπως ανωτέρω αναλύεται, το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογο και δίκαιο, στην προκειμένη περίπτωση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας είναι το ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο οφείλουν σε ολόκληρο, οι εναγόμενοι να της καταβάλουν...".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την από 10-9-2010 έφεση της αναιρεσίβλητης και απέρριψε τις από 30-7-2010 και 13-9-2010 εφέσεις των αναιρεσειόντων και της εταιρείας "... ΑΕ Όμιλος Επιχειρήσεων" αντίστοιχα. Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 415 και 919 ΑΚ.
Ο συγκεκριμένος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ευθεία παραβίαση από το Εφετείο του άρθρου 415 ΑΚ, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι το Δικαστήριο εκείνο δεν εφάρμοσε την διάταξη αυτή, ούτε αυτή ήταν εφαρμοστέα με βάση τις παραδοχές του (ΑΠ 1668/2008).
Αντίθετα, όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 919 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός, κατά το μέρος τούτο, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή της πληττόμενης απόφασης δικαιολογούσαν οι παραδοχές του Εφετείου ότι: α) η αναιρεσίβλητη εταιρεία ξεκίνησε τον Οκτώβριο 2005, επαφές και διαπραγματεύσεις με την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Τ.Ε.", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, μετά την άσκηση της αγωγής, ως καθολική διάδοχος η εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε. ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, για να διερευνήσει το ενδεχόμενο αγοράς της επιχείρησης της τελευταίας, στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, β) στις διαπραγματεύσεις από την πλευρά της πρώτης εναγομένης έπαιρναν μέρος, εκτός άλλων και οι αναιρεσείοντες, γ) υπογράφηκε μεταξύ τους αρχικά το από 1-12-2005 συμφωνητικό εμπιστευτικότητας, με το οποίο συμφωνήθηκε, ρητά, η έναρξη των διαπραγματεύσεων και η τήρηση αποκλειστικότητας και εμπιστευτικότητας από την πλευρά των συμβληθέντων μερών και στη συνέχεια το από 20-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με τον τίτλο "Μνημόνιο Συνεννόησης" (Memorandum Of Understanding-M.O.U), με το οποίο τα μέρη, διευκρίνιζαν τα πλαίσια διαπραγμάτευσης, για την επιδιωκόμενη πιθανή συναλλαγή και όριζαν τις εκατέρωθεν προσυμβατικές υποχρεώσεις και τα αντίστοιχα δικαιώματα, δ) στο άρθρο 6 του ίδιου συμφωνητικού - μνημονίου, προβλέφθηκε ποινική ρήτρα για την περίπτωση παραβίασης από την πωλήτρια των συμβατικών της υποχρεώσεων ορίστηκε δε το ποσό αυτής σε 2.500.000 €, το οποίο η τελευταία αναγνώρισε ότι είναι δίκαιο και σωστό, ε) με την προοπτική αυτής της συνεργασίας, η αναιρεσίβλητη εγγυήθηκε στις 8-2-2006, υπέρ της θυγατρικής εταιρίας της πρώτης εναγομένης "... ...
ΑΕ", για τη λήψη δανείου ποσού 1.200.000 ευρώ, από την Τράπεζα ..., με σκοπό τη χρηματοδότηση των επενδυτικών σχεδίων της, υπογράφοντας "ως εγγυήτρια", στη με αριθμό .../8-2-2006 σύμβαση δανείου, στ) τη Δευτέρα 8-5-2006, εντελώς απροειδοποίητα, δημοσιεύτηκε στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ανακοίνωση της πρώτης εναγομένης και του Ομίλου Επιχειρήσεων ...
Α.Ε., σχετική με την υπογραφή δεσμευτικής συμφωνίας των πέντε βασικών μετόχων της πρώτης, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, για τη μεταβίβαση ποσοστού 52,624% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της, στην εταιρία "... ΑΕ - Όμιλος Επιχειρήσεων" και στον Ε. Μ., κατά ποσοστό 44,624% και 8%, αντίστοιχα, ζ) η εν λόγω εξαγορά αποσκοπούσε στην επέκταση του Ομίλου ..., που αποτελεί ανταγωνιστή της αναιρεσίβλητης, στο χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έχοντας στην ουσία το ίδιο αντικείμενο με αυτό της σύμβασης, στην οποία αποσκοπούσαν τα διάδικα μέρη και την οποία διαπραγματευόταν η εκείνη (αναιρεσίβλητη) με την πρώτη εναγομένη, από τον Οκτώβριο του 2005, η) η πρώτη εναγομένη, μέσω των αναιρεσειόντων, ενώ συνέχιζε τις διαπραγματεύσεις με την αναιρεσίβλητη, βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις και με τον Όμιλο ..., θ) η μεταβίβαση των μετοχών της εναγόμενης εταιρίας από τους βασικούς μετόχους της, συνιστά παράβαση του άρθρου 5 του μνημονίου, με την οποία, εγκύρως, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, χωρίς τούτο να συνιστά υπέρμετρη δέσμευση, η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη να μην προβεί άμεσα ή έμμεσα σε διαπραγματεύσεις, συζητήσεις ή συμφωνίες, με οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για πιθανή συναλλαγή και να μη προβεί σε πώληση ή διάθεση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ολόκληρου ή οποιουδήποτε μεριδίου του ενεργητικού τομέα της ίδιας ή των θυγατρικών της και ι) οι ως άνω ενέργειες των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ναι μεν ενήργησαν κατά τη μεταβίβαση των μετοχών τους, ως βασικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης, πλην, όμως, λόγω της διπλής ιδιότητας τους, ως νομίμων εκπροσώπων και ως βασικών μετόχων αυτής, είχαν τον πλήρη και ουσιαστικό έλεγχο της εταιρίας και συμμετείχαν ενεργά στις διαπραγματεύσεις με την αναιρεσίβλητη, συνιστούν συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, εν γνώσει του γεγονότος, ότι μπορούσε να προκαλέσει ζημία στην τελευταία, όπως και συνέβη, λόγω της ματαίωσης της σύμβασης.
Επομένως, οι τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 115/2013).
Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου του αναιρετηρίου, επικαλούνται την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και, ειδικότερα, των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζόμενοι, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης, ότι το Εφετείο, προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου της δήλωσης βουλήσεως που διατυπώθηκε στο μνημόνιο συνεννόησης, μετά τη διαπίστωση κενού και αμφιβολίας σχετικά με την έννοιά της, χωρίς να προσφύγει στην εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων.
Ο λόγος όμως αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και, συνεπώς, απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, όπως αυτή διατυπώθηκε στο μνημόνιο συνεννόησης και ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες προς διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 353/2011).
Εξάλλου, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων και ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 881/2011).
Με τους πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερο λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, 11β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, δεδομένου ότι η "...αντίδικος επεσύναψε στο φάκελο της τα αποδεικτικά μέσα αυτής, και ιδίως τα σχετικά με αριθμούς 6 έως και 80 χωρίς να γίνεται οιαδήποτε ειδική μνεία και επίκληση τούτων στις πρωτόδικες προτάσεις της".
Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο δικόγραφο της αναίρεσης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (ΚΠολΔ 561 § 2) των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, έγινε σαφής επίκληση από την τελευταία των εγγράφων που προσκόμισε, τα οποία, ας σημειωθεί, αναφέρονται με τα προσδιοριστικά τους στοιχεία.
Κατά το άρθρο 409 § 2 ΚΠολΔ, "ο μάρτυρας οφείλει να δηλώσει πως έμαθε αυτά που καταθέτει και αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν έχει άμεση αντίληψη, οφείλει να δηλώνει και το πρόσωπο από το οποίο πληροφορήθηκε όσα καταθέτει". Η παράλειψη ή ενδεχομένως η άρνηση του μάρτυρα να αποκαλύψει την πηγή της γνώσης του, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της κατάθεσής του, αλλά εναπόκειται στο δικαστήριο να εκτιμήσει την αξιοπιστία του.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο και έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. … και …/2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ελληνικής Προξενικής Αρχής στη Μαδρίτη Ισπανίας, παρά το ότι οι συγκεκριμένοι μάρτυρες δεν αναφέρουν την πηγή της πληροφόρησής τους για γεγονότα που δεν κατέθεσαν εξ ιδίας αντιλήψεως.
Ενόψει όμως των όσων προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι η ρήτρα αποκλειστικότητας των διαπραγματεύσεων ίσχυε "για εύλογο χρόνο". Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου, τις με αριθμούς …/1-4-2009 και …/1-4-2009 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων A.
I. B. M. και X. V. S., αντίστοιχα, ενώπιον του Έλληνα Προξένου στη Μαδρίτη Ισπανίας, που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις με αριθμούς .../18-3-2009, .../18-3-2009 και .../18-3-2009 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Αθηνών, Θ. Χ., οι δύο πρώτες και Λαμίας, Α.
Π., η τρίτη από αυτές), τη με αριθμό .../6-5-2009 ένορκη βεβαίωση του Ε. Σ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Φ. - Ψ., που λήφθηκε με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. τη με αριθμό .../ 30-4-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Π.
Γ.) και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα οποία αναφέρονται ειδικά και ορισμένα τόσο στις προτάσεις των εναγομένων, όσο και στις προτάσεις της ενάγουσας, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών, όπως, άλλωστε, και πρωτοδίκως".
Κατόπιν τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των αρθρ. 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου, ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) του από 4-5-2006, ώρα 21:47 μ.μ. ηλεκτρονικού μηνύματος του τότε Οικονομικού Διευθυντή της ενάγουσας Σ. Κ., β) του από 5-5-2006 ηλεκτρονικού μηνύματος της Ισπανίδας δικηγόρου A.
B. M., γ) του από 08.02.2006 μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του X. V., κύριου διαπραγματευτή της μετόχου της ενάγουσας ..., δ) του από 16.02.2006 μηνύματος του Κ., ε) των παραρτημάτων των από 11 Μαρτίου, 2006 νέων εκδοχών της δεσμευτικής συμφωνίας μεταβίβασης μετοχών και των παραρτημάτων, που εστάλησαν από τον X. και στ) του από Δευτέρα 13 Μαρτίου, 2006 μηνύματος του Κ., στ) του νέου σχεδίου παραρτήματος 6.1.Β του X.
V. σε απάντηση του από 10-3-2006 μηνύματος του Μ., ζ) των από 14-3-2006 διορθώσεων των Κ., V. και M. A., η) των νέων σχεδίων της βασικής συμφωνίας που απέστειλε η H. P. D., σύμβουλος της αναιρεσίβλητης και θ) του από 17-3-2006 μηνύματος του V. προς τον Κ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν με πληρότητα το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος.
Επειδή, η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού (ΚΠολΔ 561 § 1) και συνεπώς ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1596/2005, ΑΠ 223/2006).
Επομένως ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψης, αφού αναφέρεται σε πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 10-10-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 180, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2014 αίτηση των Α. Δ. και Κ. Κ. για αναίρεση της 2453/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ