1347/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1347/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, μπορούν να προταθούν αντιρρήσεις, που αφορούν: α) την εκτελεστότητα της αποφάσεως, όταν προβάλλεται ότι αυτή δεν κατέστη αμετάκλητη, β) το είδος της ποινής, όταν ο καταδικασμένος ισχυρίζεται ότι ο εκ μέρους του Εισαγγελέα χαρακτηρισμός της ποινής, που έχει επιβληθεί, δεν είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του Π.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1347 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1347/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου I. C. του M., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 780/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 906/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τo άρθρο 565 εδ. α’ και γ’ Κ.Ποιν.Δ., "κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή...Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον εισαγγελέα και από τον καταδικασμένο".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου εκτίσεως της ποινής, στο πλαίσιο της εκδικάσεως αντιρρήσεων του καταδικασμένου σχετικά με την εκτελεστότητα καταδικαστικής ποινικής εις βάρος του αποφάσεως, περιορίζεται μόνο στην εξέταση ζητημάτων περί την εκτέλεση και μόνον αυτών που ανέκυψαν μετά το αμετάκλητο της εκτελούμενης αποφάσεως.
Έτσι, μπορούν να προταθούν αντιρρήσεις, που αφορούν: α) την εκτελεστότητα της αποφάσεως, όταν προβάλλεται ότι αυτή δεν κατέστη αμετάκλητη, β) το είδος της ποινής, όταν ο καταδικασμένος ισχυρίζεται ότι ο εκ μέρους του Εισαγγελέα χαρακτηρισμός της ποινής, που έχει επιβληθεί, δεν είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του Π.Κ.
και γ) στη διάρκεια της ποινής, όταν αυτός επικαλείται εσφαλμένο προσδιορισμό του χρόνου λήξεως της ποινής ή λόγο, που παύει ή κωλύει τη συνέχιση της εκτίσεως αυτής. Κατά δε το άρθρο 551 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου ως άνω Κώδικα, "αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή", ήτοι και του άρθρου 97 Π.Κ., κατά το οποίο "οι διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή", ενώ κατά την παράγρ. 3 εδ.
β’ του ίδιου άρθρου (551 Κ.Ποιν.Δ.), "αν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, εάν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις".
Βασική, επομένως, προϋπόθεση για τον καθορισμό συνολικής ποινής είναι η συνάντηση περισσότερων ποινών κατά του αυτού προσώπου είτε στο στάδιο της επιβολής τους είτε στο πεδίο της εκτελέσεως και εκτίσεώς τους χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε και το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που επέβαλαν τις ποινές αυτές διότι το άνω άρθρο (551) σκοπεί να ρυθμίσει την περίπτωση κατά την οποία δεν έχει καταστεί δυνατός για οποιοδήποτε λόγο ο καθορισμός συνολικής ποινής πριν οι αποφάσεις αυτές καταστούν αμετάκλητες (πλειοψ.
Ολ.Α.Π. 4/2005). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του Π.Κ., αν από την απόλυση, υπό τον όρο της ανακλήσεως, του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής, το οποίο υπολειπόταν για έκτιση σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη, όταν αυτό είναι μικρότερο των τριών ετών, χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, οπότε απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί.
Αν, όμως, μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από ένα έτος (όπως προβλέπεται μετά την αντικατάσταση του άρθρου 108 Π.Κ. με το άρθρ. 67 παρ. 2 Ν. 4139/2013, που ισχύει από 20-3-2013 και εφεξής), τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως.
Η απόλυση, δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή αλλά στάδιο εκτελέσεώς της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ.Α.Π. 106/1991). Επομένως, μπορεί η ποινή, στην οποία αναφέρεται αυτή (υπό όρο απόλυση), να συγχωνευθεί με άλλες ποινές, αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση και εφόσον οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε, κατά το άρθρο 108 Π.Κ., επέρχεται άρση της απολύσεως και οι ποινές εκτίονται αθροιστικά.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η απόφαση που καθορίζει συνολική ποινή δεν είναι καταδικαστική, οι δε ποινές που συρρέουν και προσμετρούνται διατηρούν τη νομική αυτοτέλειά τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής και δεν απορροφώνται από αυτήν αλλά με τη συνολική ποινή και μέσω αυτής εκτελούνται όλες οι προσμετρηθείσες ποινές.
Ειδικότερα, η απαγγελλόμενη συνολική ποινή δεν αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, νέα καταδίκη αλλά παριστά τον ενιαίο τρόπο εκτελέσεως των σε αυτή συνεπιμετρηθεισών επί μέρους ποινών, με αποτέλεσμα οι επί μέρους ποινές, που προσμετρούνται για το σχηματισμό της συνολικής ποινής, να διατηρούν την αυτοτέλειά τους, η οποία αναβιώνει, αν ανακύψει νόμιμος λόγος, μεταγενέστερος της εκδόσεως της συγχωνευτικής αποφάσεως, ο οποίος επηρεάζει την εκτελεστότητα κάποιας από τις εκτιόμενες ποινές, για τις οποίες έχει χωρήσει καθορισμός συνολικής ποινής (βλ.
και άρθρ. 94 παρ. 3 Π.Κ.), όπως συμβαίνει, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση άρσεως της υπό όρο απολύσεως, οπότε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, θα εκτιθεί αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτιθεί κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Εξάλλου, η προβλεπόμενη από το άρθρ. 565 εδ.
γ’ Κ.Ποιν.Δ. αναίρεση κατ’ αποφάσεως, που εκδόθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου εκτίσεως της ποινής επί αντιρρήσεων του καταδικασμένου σχετικά με την εκτελεστότητα καταδικαστικής ποινικής εις βάρος του αποφάσεως, είναι επιτρεπτή για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ήτοι και για τους λόγους α) της υπερβάσεως εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, διακρινόμενη σε θετική υπέρβαση, που συντρέχει, όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα μη υπαγόμενο στη δικαιοδοσία του και σε αρνητική υπέρβαση, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις και γ) για εκείνον της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Η’ , Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ.). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Τέλος, ουσιαστική ποινική διάταξη, η παραβίαση της οποίας μπορεί να ιδρύσει τον ανωτέρω προβλεπόμενο από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικό λόγο, συνιστά και το προαναφερθέν άρθρο 551 Κ.Ποιν.Δ., κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθ. 780/2015, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας (ως δικαστηρίου του τόπου εκτελέσεως ποινής), απορρίφθηκαν οι από 13-10-2014 (με αριθ.
πρωτ. Κατ/ματος Κράτησης Δομοκού .../14-10-2014) αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, με τις οποίες αυτός, ως εκ του δικογράφου τους προκύπτει, εξέθετε, ότι, μετά την αναίρεση της υπ’ αριθ. 3631/2011 συγχωνευτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, παραγγέλθηκε από την Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών η αθροιστική έκτιση του ανασταλέντος υπολοίπου της υπ’ αριθ. 1711/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πλην όμως η προαναφερόμενη 3631/2011 απόφαση έχει απορροφηθεί από την υπ’ αριθ. 1929/2013 νέα συγχωνευτική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, με συνέπεια να απαγορεύεται οποιαδήποτε ανάκληση ή διόρθωσή της, ενώ από το από 13-1-2015 πιστοποιητικό κράτησης του άνω Καταστήματος προκύπτει, ότι αυτός εκτίει, παράνομα, ταυτόχρονα δύο φορές την ποινή της ίδιας ως άνω 1711/2004 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως τμήμα (υπόλοιπο) και ως σύνολο (συγχωνευτική), και ζητούσε να εκτίσει μόνο τη συνολική ποινή, που ορίστηκε με την τελευταία (1929/2013) συγχωνευτική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών χωρίς την έκτιση αθροιστικώς του ανασταλέντος υπολοίπου της άνω αποφάσεως (1711/2004).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής: Ο αντιλέγων και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε α) με την υπ’ αριθ. 1711/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε κάθειρξη δεκαέξι (16) ετών και χρηματική ποινή δεκαεπτά χιλιάδων (17.000) ευρώ και, αφού εξέτισε μέρος αυτής, δυνάμει του υπ’ αριθ. 112/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας, αποφυλακίστηκε στις 11-10-2006 (χρόνος ενάρξεως της δοκιμασίας) υπό τον όρο της ανακλήσεως, με υπόλοιπο ποινής 5 ετών, 5 μηνών και 24 ημερών, β) με την υπ’ αριθ. 66372/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών και γ) για αδίκημα που τέλεσε εντός του χρόνου της δοκιμασίας με την υπ’ αριθ. 1708/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε κάθειρξη εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
Οι πιο πάνω ποινές, κατ’ αίτησή του, συγχωνεύθηκαν με την υπ’ αριθ. 3631/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και καθορίστηκε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και δύο (2) μηνών και συνολική χρηματική ποινή πενήντα οκτώ χιλιάδων (58.000) ευρώ. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων, με την υπ’ αριθ. 1826/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάστηκε σε κάθειρξη είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, η οποία, κατόπιν αιτήσεώς του, συγχωνεύθηκε με την ποινή της προηγούμενης συγχωνευτικής αποφάσεως (3631/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών), που αποτέλεσε την ποινή βάση της νέας συγχωνευτικής αποφάσεως με αριθμό 1929/2013 του Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε συνολική ποινή καθείρξεως τριάντα (30) ετών και δύο (2) μηνών και συνολική χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, καταστάσα αμετάκλητη.
Στις 9-8-2013 η προμνημονευθείσα υπ’ αριθ. 1708/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 1103/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η εναντίον εκείνης ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος και ήδη αναιρεσείοντος. Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την υπ’ αριθ. 468/3-4-2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η ανωτέρω πρώτη συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (3631/2011), η οποία είχε ως ποινή βάση την υπ’ αριθ. 1711/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι η επιβληθείσα σ’ αυτόν με εκείνη ποινή, για την οποία είχε χωρήσει υπό όρο απόλυσή του, δεν μπορούσε κατά το νόμο να συγχωνευθεί με την υπ’ αριθ. 1708/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω άρσεως της υπό όρο απολύσεως, αφού μέσα στο χρόνο δοκιμασίας του τέλεσε νέα εγκλήματα από δόλο, για τα οποία καταδικάστηκε με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 1708/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη από ένα έτος, οπότε το υπόλοιπο ανασταλέν μέρος της υπ’ αριθ. 1711/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έπρεπε να εκτιθεί αθροιστικά.
Στη συνέχεια, η Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την ΕΚΤ 26046/29-4-2014 παραγγελία της προς το Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού, όπου κρατείται ο αναιρεσείων, παρήγγειλε την αθροιστική έκτιση του υπολοίπου της ποινής των 5 ετών, 5 μηνών και 24 ημερών, που του είχε επιβληθεί με την άνω υπ’ αριθ. 1711/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για το οποίο (υπόλοιπο ποινής) είχε χωρήσει υπό όρο απόλυσή του, λόγω άρσεως αυτής, αφού μέσα στο χρόνο δοκιμασίας του τέλεσε νέο αδίκημα από δόλο, για το οποίο καταδικάστηκε με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 1708/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη από ένα έτος και όρισε (η Εισαγγελέας) χρόνο ενάρξεως της εκτίσεως του άνω υπολοίπου την 29-4-2014, οπότε παρήγγειλε την εκτέλεση της εν λόγω ποινής.
Εξάλλου, προκειμένου να στηρίξει την απορριπτική των πιο πάνω αντιρρήσεων του αναιρεσείοντος κρίση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη τα κατ’ είδος αναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού αυτής αποδεικτικά μέσα (αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχτηκε τα ακόλουθα:
Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι ο αιτών, C. G. K. I. A. A. του M. S., καταδικάστηκα α) με την απόφαση 1711/15-10-2004 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε ποινή κάθειρξης 16 ετών και χρηματική ποινή 17.000 ευρώ, εξέτισε μέρος αυτής και απολύθηκε στις 11-10-2016 (έναρξη του χρόνου δοκιμασίας) υπό τον όρο της ανάκλησης με το βούλευμα 112/2006 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας με χρόνο δοκιμασίας το υπόλοιπο ποινής από 5 έτη, 5 μήνες και 10 ημέρες, β) με την απόφαση 66372/15-10-2004 του Τριμελούς Πλημμελειοδικών Αθηνών σε ποινή 4 μηνών, και γ) με την απόφαση 1708/6-6-2011 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, και στη συνέχεια οι ανωτέρω ποινές συγχωνεύθηκαν με την απόφαση 3631/19-12-2011 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε συνολική ποινή 20 ετών και 2 μηνών και χρηματική ποινή 58.000 ευρώ.
Ακολούθως, ο αιτών καταδικάστηκε με την απόφαση 1826/3-4-2013 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε ποινή κάθειρξης 20 ετών και χρηματική ποινή 80.000 ευρώ, η οποία συγχωνεύτηκε με την προαναφερόμενη ποινή που προήλθε από τη συγχωνευτική απόφαση (3631/19-12- 2011) και αποτέλεσε την ποινή βάση στην απόφαση 1929/26-9-2013 του Γ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με συνολική ποινή κάθειρξης 30 ετών και 2 μηνών και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ.
Στις 5-7-2013 κατέστη αμετάκλητη η απόφαση 1708/6-6-2011 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την απόφαση 1103/2013 του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, μετά από αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών αναιρέθηκε με την απόφαση 468/2014 του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η απόφαση 3631/19-12-2011 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, διότι στον υπολογισμό της συνολικής ποινής προσμετρήθηκε η πρώτη ποινή που του επιβλήθηκε με την απόφαση 1711/2004 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για την οποία απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης, με την ποινή που του επιβλήθηκε με την απόφαση 1708/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για αδικήματα του νόμου περί ναρκωτικών που τελέστηκαν από δόλο εντός του χρόνου δοκιμασίας από την προηγούμενη ποινή, δηλαδή μεταξύ 11-5-2007 και 11-7-2007, η οποία έπρεπε να εκτιθεί αθροιστικά μετά την έκτιση ολόκληρου του υπόλοιπου της πρώτης ποινής, χωρίς να είναι αναγκαίο να καταστεί αμετάκλητη η νέα αυτή καταδίκη για την αυτοδίκαιη άρση της απόλυσης υπό τον όρο της ανάκλησης.
Στη συνέχεια, με την απόφαση 2950/24-9-2014 του Δ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και μετά την ανωτέρω απόφασης αναίρεσης, απορρίφθηκε σχετική αίτηση του αιτούντος για νέα συγχώνευση των προαναφερόμενων ποινών (από τις αποφάσεις 1711/2004 και 1708/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών) μεταξύ άλλων.
Κατόπιν αυτών, εκδόθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου .../29-4-2014 παραγγελία εκτέλεσης της Εισαγγελέα Εφετών Αθήνας (Τμήμα Εκτελέσεων) προς τον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού, με την οποία ενημέρωνε το κατάστημα ότι ο αιτών υποχρεούται σε αθροιστική έκτιση ανασταλέγτος υπολοίπου 5 ετών, 5 μηνών και 24 ημερών της απόφασης 1711/2004 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κατ’ άρθρο 108 ΠΚ γιατί μέσα στο χρόνο δοκιμασίας του από την αποφυλάκισή του (11-10-2006 μέχρι 11-10-2009) υπέπεσε σε νέο αδίκημα που πηγάζει από δόλο και καταδικάστηκε με την αμετάκλητη απόφαση 1708/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε ποινή κάθειρξης 9 ετών για ναρκωτικά (χρόνος τέλεσης 11-7-2007), όριζε έναρξη έκτισης στις 29-4-2014 και παρήγγειλε την εκτέλεσή της.
Με τις κρινόμενες αντιρρήσεις ο αιτών εκθέτει ότι μετά την αναίρεση της συγχωνευτικής απόφασης 3631/19-12-2011 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών παραγγέλθηκε από την Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών η αθροιστική έκτιση του ανασταλέντος υπολοίπου της απόφασης 1711/2004 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ωστόσο η προαναφερόμενη απόφαση 3631/19-12-2011 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών έχει απορροφηθεί από την απόφαση 1929/26-9-2013 του Γ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, με συνέπεια να απαγορεύεται οποιαδήποτε ανάκληση ή διόρθωσή της, ενώ με το από 13-1-2015 πιστοποιητικό κράτησης προκύπτει ότι εκτίει ταυτόχρονα δύο φορές την ποινή της ίδιας καταδικαστικής απόφασης, ως τμήμα (υπόλοιπο) και ως σύνολο (συγχωνευτική), γεγονός που απαγορεύεται από τον ποινικό νόμο, ζητά δε να εκτίσει τη συνολική ποινή που ορίστηκε με την απόφαση 1929/26-9-2013 του Γ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, χωρίς τη διάσπαση αυτής και χωρίς την έκτιση αθροιστικώς του ανασταλέντος υπολοίπου της απόφασης 1711/2004 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Με το περιεχόμενο αυτό, οι κρινόμενες αντιρρήσεις προβάλλονται απαράδεκτα, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αιτών εκτίει μόνον το υπόλοιπο της απόφασης 1711/2004 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κατά τη με αριθμό πρωτοκόλλου .../29-4-2014 παραγγελία εκτέλεσης της Εισαγγελέα Εφετών Αθήνας (Τμήμα Εκτελέσεων) και όχι οποιαδήποτε άλλη συνολική ποινή και ειδικότερα, όπως ισχυρίζεται, αυτή της απόφασης 1929/26-9-2013 του Γ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Η αναφορά δε στο προαναφερόμενο πιστοποιητικό κράτησης του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού της τελευταίας συγχωνευτικής απόφασης (1929/26-9-2013), προφανώς από παραδρομή, δεν μεταβάλλει το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε ανωτέρω, ούτε ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ταυτότητα της ποινής που εκτελείται.
Επομένως, εφόσον η εκτέλεση αφορά στην έκτιση του υπόλοιπου της συγκεκριμένης ποινής της απόφασης 1711/2004 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σύμφωνα με την παραγγελία της Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, η οποία είναι μόνη αρμόδια να καθορίσει τη σειρά εκτέλεσης περισσότερων ποινών που συντρέχουν και δεν έχουν συγχωνευτεί, όπως αναφέρεται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, οι κρινόμενες αντιρρήσεις πρέπει να απορριφθούν.
Με αυτά που δέχτηκε το ως άνω δικαστήριο και απέρριψε τις προεκτεθείσες αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος κατά της εκτελέσεως, δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, εφόσον δεν παρέλειψε να αποφασίσει κάτι, που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στην απόφαση αυτή εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους νομίμως απέρριψε τις αντιρρήσεις του αντιλέγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκτελεστότητας του προεκτεθέντος υπολοίπου ποινής αθροιστικά και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 551 Κ.Ποιν.Δ.
σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 94 και 97 Π.Κ., τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ορθώς και αιτιολογημένα έκρινε, ότι με βάση την προμνημονευόμενη εισαγγελική παραγγελία ο αναιρεσείων εκτίει μόνο το άνω ανασταλέν υπόλοιπο της ποινής της υπ’ αριθ. 1711/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (και όχι την ποινή της 1929/2013 αμετάκλητης συγχωνευτικής αποφάσεως), λόγω αυτοδίκαιης άρσεως της υπό όρο απολύσεώς του κατά τα άνω, η εκτέλεση του οποίου (υπολοίπου), σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, νομίμως χωρεί δια της ως άνω εισαγγελικής παραγγελίας, καθόσον τούτο πρέπει να εκτιθεί αθροιστικά με την ποινή, που επιβλήθηκε σ’ αυτόν για το αδίκημα, που ο ίδιος τέλεσε από δόλο κατά το χρόνο της δοκιμασίας του, αφού η ποινή που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθ. 1711/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών διατηρεί την αυτοτέλειά της, εξακολουθούσα να ισχύει και μετά τη συγχώνευσή της δια της υπ’ αριθ. 3631/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτέλεσε την ποινή βάση της νέας συγχωνευτικής αποφάσεως (1929/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), διότι η τελευταία συγχωνευτική απόφαση δεν συνιστά καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αποτελεί απλώς τρόπο εκτελέσεως των κατά τα άνω συγχωνευθεισών ποινών, οπότε η αυτοδίκαιη άρση της υπό όρο απολύσεως και η εκτέλεση της ποινής του αναιρεσείοντος και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο του χορηγήθηκε η απόλυση αυτή, δεν εμποδίζεται από το γεγονός, ότι μεσολάβησε η πιο πάνω νέα αμετάκλητη συγχωνευτική απόφαση.
Άλλωστε, η άποψη του αναιρεσείοντος, ότι η νέα αμετάκλητη συγχώνευση παλαιών ποινών αποκλείει την εκτέλεση τούτων (λόγω απορροφήσεώς τους από την αμετάκλητη συγχωνευτική απόφαση), θα οδηγούσε, και σε κάθε περίπτωση νέας συγχωνεύσεως προκαλουμένης με πρωτοβουλία του καταδίκου, στο νομικό παράδοξο της μη εκτελέσεως καταδικαστικών αποφάσεων, που επιγενομένως συγχωνεύθηκαν, κάτι το οποίο είναι άτοπο, δοθέντος ότι, όπως προεκτέθηκε, οι συγχωνευόμενες ποινές εξακολουθούν να διατηρούν την αυτοτέλειά τους, η δε συγχωνευτική απόφαση δεν είναι καταδικαστική, οπότε η εκτέλεση αυτής (συγχωνευτικής αποφάσεως) δεν αποκλείει ούτε καταργεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 108 Π.Κ., περί αθροιστικής εκτίσεως ποινής, οι οποίες ρυθμίζουν άλλο ζήτημα και δεν συνέχονται με το άρθρο 551 Κ.Ποιν.Δ., που αφορά τον ενιαίο τρόπο εκτελέσεως συνεπιμετρηθεισών ποινών.
Η επί μέρους αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε αιτιολογία περί της εκτελέσεως της τελευταίας, υπ’ αριθ. 1929/2013, αμετάκλητης συγχωνευτικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αβάσιμη, ως στηριζόμενη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι δεν ήταν αναγκαία τέτοια αιτιολογία, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν έχει τεθεί θέμα εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής δια εισαγγελικής παραγγελίας, οπότε το εν λόγω ζήτημα κείται εκτός του αντικειμένου της συγκεκριμένης δίκης περί την εκτέλεση, οι αντιρρήσεις κατά της οποίας στρέφονται, άλλωστε, ειδικά κατά της αθροιστικής εκτίσεως του ανασταλέντος υπολοίπου της ποινής που επιβλήθηκε με την υπ’ αριθ. 1711/2004 απόφαση Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία αφορά η περί ής ο λόγος ως άνω εισαγγελική παραγγελία (που είναι νόμιμη, κατά τα προεκτεθέντα), η δε επικαλούμενη αναφορά στο από 13-1-2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού, ότι ο ήδη αναιρεσείων κρατείται σε εκτέλεση και της εν λόγω συγχωνευτικής αποφάσεως, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και η εσφαλμένη αυτή αναφορά δεν μεταβάλλει το περιεχόμενο της άνω σαφούς εισαγγελικής παραγγελίας προς έκτιση του υπολοίπου της προαναφερόμενης ποινής, ούτε ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ταυτότητα (του υπολοίπου) της ποινής που εκτελείται, αφού, κατά το άρθρ. 549 Κ.Ποιν.Δ., ο μόνος αρμόδιος προς εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που εξέδωσε την εκτελούμενη απόφαση.
Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η’ , Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της υπερβάσεως εξουσίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-7-2015 αίτηση του I. C. του M. και της M., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 780/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Αυγούστου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ