Legislator Case Law & Legislation
1347/2014 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on appeal grounds regarding evidence consideration and denial of claim.

Case Number 1347/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Regional Court of Crete's decision regarding property ownership. The State argued the lower court failed to consider specific evidence and incorrectly calculated land area ratios, while the defendants contended their possession was established through various documents. The court ruled that the defendants' denial of the claim and arguments derived from evidence evaluation do not constitute 'facts' under Article 559 of the Code of Civil Procedure, thereby rejecting the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it challenges a denial of the claim or arguments derived from the evaluation of evidence, as these do not constitute 'facts' requiring judicial reconsideration.

Keywords

AI generated
appeal grounds inadmissibility denial of claim evaluation of evidence Code of Civil Procedure property ownership dispute land area calculation judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 12 of Law 2898/1995
Article 2 of Law 147/1914
Articles 1, 5 no. 3 of the Entry into Force of the Civil Code
Article 1, paragraph 1 of Presidential Decree of 7/10/1946
Articles 206, 239 no. E', 295, 296, 299 and 302 of the Cretan Civil Code
Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 no. 1 and 3 of Law 3693/1957
Article 52 no. 18 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5, paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of Presidential Decree 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1347 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1347/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Α., 2) Π. Κ. του Α. και 3) Γ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 633/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 12/1/2006 αίτηση και τους από 31/10/2013 προσθέτους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 28/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται προς κρίση η από 12-1-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 633/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης ως και ο από 31-10-2013 πρόσθετος λόγος αυτής αντίγραφο του οποίου επιδόθηκε εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Ε. Κ., Π. Κ., Γ. Κ.. Ο πρόσθετος λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος που ασκείται κατά του μη καταστάντος αναιρεσιβλήτου Ι.

Κ.. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος κατά των ως άνω αναιρεσιβλήτων, παραδεκτά ασκούνται εφόσον εκδόθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 12 ν.2898/1995, η υπ' αριθμ. 566/2006 γνωμοδότηση του Ε' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους η οποία κατατέθηκε εμπροθέσμως, εντός τριμήνου από την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, στη Γραμματεία του Εφετείου Κρήτης, στις 13-4-2006, περί του παραδεκτού και του βασίμου αυτών.

Επειδή, ο Κρητικός Αστικός Κώδικας άρχισε να ισχύει στην Κρήτη από 23-9-1904. Η ισχύς αυτού διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα και μέχρι την κατάργησή του η οποία επήλθε με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, γιατί στις 3 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα.

Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. Ε', 295, 296, 299 και 302 Κρητικού Αστικού Κώδικα, καθιερώνουν ως τρόπο κτήσεως της κυριότητας σε ακίνητο, την έκτακτη χρησικτησία. Αυτή συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, δηλαδή στην αυτοπρόσωπη ή με άλλο πρόσωπο φυσική και καθολική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου.

Η δε νομή θεωρείται συνεχής, εφόσον δεν διακόπηκε πέραν του έτους. Κάθε διάδοχος, καθολικός ή ειδικός, συνυπολογίζει τη νομή του προκατόχου του για τη συμπλήρωση της χρησικτησίας, ενώ στους ορισμούς αυτής, υπόκεινται και τα ακίνητα τα οποία αποτελούν περιουσία του Κράτους, όπως προκύπτει από το άρθρο 362 του ως άνω Κώδικα.

Η διάταξη αυτή καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 ν.δ. 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" με το οποίο εξαιρέθηκαν από τη χρησικτησία τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι της ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Επιπλέον η συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε εφαρμογή του με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και παραγραφή επί αστικών διαφορών και ίσχυσαν στην Κρήτη από 11-5-1915. Ο θεσμός της χρησικτησίας, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσεως κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας, όσο και για τις δημόσιες γαίες.

Επομένως, ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια της ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας, δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ο Κρητικός Αστικός Κώδικας όμως, θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.

Η πρώτη διάταξη καθορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση της κυριότητας με χρησικτησία, αρχίζει αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη της ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε (5) έτη από την ισχύ του νόμου.

Η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά τη οποία άρχισε εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο χρόνος της νομής που διανύθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα, υπολογίζεται στην περίπτωση της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον η νομή υπήρχε πριν από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα αυτού και ότι εάν η εικοσαετία έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο της ενάρξεως της ισχύος του Κώδικα ή υπολείπεται χρονικό διάστημα το οποίο είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα αποκτάται μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών που άρχισε από την ισχύ του Κώδικα και συμπληρώθηκε στις 23-9-1909 (ΑΠ 880/2002).

Εφόσον δε, συμπληρώθηκε ο αναγκαίος για την απόκτηση της κυριότητας με χρησικτησία χρόνος, ειδικά στην περίπτωση που πρόκειται για ακίνητο υπαγόμενο στη κατηγορία των δημοσίων κτημάτων, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκού νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής ήδη κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 ν.3077/1924 "περί δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 α.ν. 192/1946 με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1858) του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν.147/1914, η κυριότητα των δημοσίων γαιών ανήκει στο Δημόσιο στην κατηγορία δε αυτών υπάγονται "οι αγροί, οι λειμώνες, τα χειμαδιά, τα θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια".

Η παραχώρηση στους ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) με το οποίο παρέχεται στους ίδιους δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ). Από το άρθρο 78 του νόμου "περί γαιών", σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών για έγγραφα ταπία της 7 Σαμπάν 1276, συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος της εξουσίασης (τεσσαρούφ), αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας από εκείνου που εξουσιάζει για δέκα έτη χωρίς δικαστική αμφισβήτηση τις γαίες στις οποίες αναφέρεται το ανωτέρω δικαίωμα.

Δεν απαιτείται δε η έκδοση στο όνομα του εξουσιαστή τίτλου (ταπίου), ο οποίος είναι απλώς αποδεικτικό στοιχείο και όχι συστατικό στοιχείο του δικαιώματος της εξουσίασης (ΑΠ 1080/1994). Τέλος, κατά τα άρθρα 1045 και 1047 ΑΚ "εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος του πράγματος" (έκτακτη χρησικτησία) και "εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος" (τακτική χρησικτησία).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση που παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, το Εφετείο, μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 75.568 τ.μ., βρίσκεται στη θέση Βουνιδαρόλιθος ή Μέλισσα ή Βαθιάρης της κτηματικής περιφέρειας του χωριού Παναγιά Κυδωνιάς Χανίων του Δήμου Κεραμειών (πρώην Κοινότητας Παπαδιανών Κυδωνιάς) και συνορεύει βόρεια και νότια με συνεχόμενο ακίνητο των εναγόντων, ανατολικά με ακίνητο του Κ.

Κ. και δυτικά με ακίνητο του Π. Μ., περιγράφεται δε και αποτυπώνεται στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πιο πάνω πραγματογνώμονα ως δύο συνεχόμενα τμήματα με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-ΣΤ-Τ-Υ-Υ-Β-Φ-Γ και Α-Β-Γ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α-5-6-7-8-Α αντίστοιχα. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στους ενάγοντες κατά το ένα τέταρτο εξ αδιαιρέτου στον καθένα κατά το έτος 1970 μετά από άτυπη δωρεά του πατέρα τους Α.

Κ., στον οποίο είχε περιέλθει κατά ένα μέρος με αιτία την πώληση από τον Π. Β., για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. .../1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Κωνσταντίνου Γεωργουσάκη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων (αρ.τ. ... και αρ. μετ. 79346) και κατά το υπόλοιπο μέρος με αιτία επίσης την πώληση από τον Ι.

Χ.. με βάση το υπ' αριθμ. .../1966 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ίδια βιβλία (αρ.τ. ... και αρ. μετ. 90705). Ειδικότερα, με το πρώτο συμβόλαιο μεταβιβάζεται ακίνητο έκτασης 15 στρεμμάτων περίπου ή όσης και αν είναι,: ενώ με το δεύτερο μεταβιβάζεται ακίνητο έκτασης 65 στρεμμάτων περίπου ή όσης και αν είναι.

Στον εκ των δικαιοπαρόχων του πατέρα τους Π. Β. το ακίνητο που μεταβιβάστηκε σ' αυτόν, περιήλθε από άτυπη διανομή της κληρονομιάς του πατέρα του Α. Β. μεταξύ αυτού και των υπολοίπων συγκληρονόμων κατά το έτος 1921, ενώ ο Α. Β., είχε στην κατοχή του το ακίνητο από το 1875 που περιήλθε σ' αυτόν μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος το είχε στην κατοχή του ήδη από το έτος 1850 κατόπιν παραχώρησης προς αυτόν από Μουσουλμάνο με ταπί, το οποίο όμως δεν διασώθηκε λόγω των αλλεπαλλήλων επαναστάσεων που έγιναν κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Εξάλλου στον έτερο εκ των δικαιοπαρόχων του πατέρα τους Ι. Χ. το ακίνητο που μεταβιβάστηκε σ'αυτόν περιήλθε από άτυπη διανομή της κληρονομιάς του πατέρα του Ν. Χ., που έγινε κατά το έτος 1931 μεταξύ αυτού και των υπόλοιπων κληρονόμων. Στον Ν. Χ. το ακίνητο είχε περιέλθει με αιτία την πώληση από τη Δ. Κ. με βάση το υπ' αριθμ. .../1906 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Ιάκωβου Κουφάκη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 4.7.1906 (αρ.

τ. ... και αρ.μετ. 22333). Στην τελευταία δε (πωλήτρια) το ακίνητο είχε περιέλθει από το έτος 1870 από κληρονομιά του πατέρα της Ι. Κ. και σ' αυτόν από το έτος 1850 μετά από παραχώρηση προς αυτόν από Μουσουλμάνο με ταπί, το οποίο όμως δεν διασώθηκε κατά τα ως άνω. Όλοι οι παραπάνω (εγγύτεροι και απώτεροι) δικαιοπάροχοι των εναγόντων, καθώς οι τελευταίοι (ενάγοντες) από το έτος που περιήλθε σ' αυτούς το ακίνητο (1970) νέμονταν αυτό και ασκούσαν σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής που άρμοζαν στη φύση και τον προορισμό του (βοσκότοπος).

Ειδικότερα προέβαιναν στη συνεχή επίβλεψη του, στη βοσκή εντός αυτού των ζώων τους (αιγοπροβάτων), στην κοπή ξύλων για τις ανάγκες των οικογενειών τους και τη συλλογή από αυτό λίθων, χωρίς καθόλου το μακροχρόνιο αυτό διάστημα να ενοχληθούν από κανένα ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμα της κυριότητας τους σ' αυτό, οι ίδιοι δε εξεδήλωναν με την ως άνω συμπεριφορά τους τη θέλησή τους να έχουν το ακίνητο όπως αρμόζει στον κύριο.

Με βάση όλα τα παραπάνω η επίδικη έκταση ουδέποτε αποτέλεσε δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια του νόμου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, αλλά ούτε ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ώστε μετά την απελευθέρωση της Κρήτης, να περιέλθει κατά διαδοχή στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού και τα δύο τμήματα του ακινήτου παραχωρήθηκαν με ταπία κατά το έτος 1850 στους δικαιοπαρόχους της Δ.

Κ. και Α. Β., όπως αυτό σαφώς προέκυψε από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, ηλικίας πέραν των ογδόντα ετών, οι οποίοι όσα κατέθεσαν τα εγνώριζαν εξ ιδίας αντιλήψεως αλλά και εκ διηγήσεων τρίτων και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγόμενου, οι οποίοι για πρώτη φορά επισκέφθηκαν το ακίνητο και ασχολήθηκαν με αυτό κατά τα τρία τελευταία χρόνια πριν από την άσκηση της αγωγής.

Οι παραπάνω Δ. Κ. και Α. Β. μετά τον θάνατο των δικαιοπαρόχων τους (1870 και 1875) είχαν στην κατοχή τους το ακίνητο με τα προσόντα που αναφέρθηκε παραπάνω και συνεπώς η έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπο τους είχε συμπληρωθεί κατά την έναρξη της ισχύος του Κρ. Α.Κ και έτσι με βάση το άρθρο 1356 αυτού, η κυριότητα είχε αποκτηθεί μετά παρέλευση πέντε ετών από την ισχύ του Κώδικα αυτού, δηλαδή στις 23.9.1909.

Έτσι ο Α. Β. και ο Ν. Χ., στον οποίο εν τω μεταξύ είχε μεταβιβαστεί το ένα τμήμα του ακινήτου από τη Δ. Κ. με το συμβόλαιο που αναφέρθηκε, και ο οποίος μπορούσε να προσμετρήσει στο χρόνο της νομής της δικαιοπαρόχου του (1875-1906) και τον δικό του χρόνο νομής (1906-1909), κατέστησαν κύριοι των αντιστοίχων εδαφικών με έκτακτη χρησικτησία.

Από κανένα δε ασφαλές αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι το όλο ακίνητο ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ώστε μετά την απελευθέρωση της Κρήτης να περιέλθει; κατά διαδοχή στο Ελληνικό Δημόσιο. Εφόσον δε όλοι οι παραπάνω, που διαδέχθηκαν τον Α. Β. και ο Ν. Χ. στη νομή στο όλο ακίνητο, συνέχισαν να ασκούν σ' αυτό φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, παρέπεται ότι και οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και απέρριψε την ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, του κυρίου δικογράφου και ο πρόσθετος συναφής λόγος αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338-341 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τ' άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίσης του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 14/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα και ακολούθως να δεχθεί την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα α) το υπ' αριθμ.

πρωτ. 3915 ΠΕ/8-12-1995 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Χανίων με το συνημμένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα β) την υπ' αριθμ 3/1997 απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Χανίων γ) την από 31-7-1997 αίτηση της εταιρείας ΑΚΜΗ Α.Ε. προς τη Διεύθυνση Δασών Χανίων δ) την υπ' αριθμ. πρωτ. 5580/4-11-1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης ε) την υπ' αριθμόν 1264776/15-10-1997 απόδειξη κατάθεσης ανταλλάγματος από παραχώρηση δημόσιας δασικής έκτασης για δημιουργία λατομείου στ) την από 30-12-1998 έκθεση αυτοψίας της Δ/νσης Δασών Χανίων ζ) την υπ' αριθ.

πρωτ. 826 ΠΕ/7-1-1999 πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών Χανίων. Ο ερευνώμενος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως κυριότητας από τους αναιρεσίβλητους επί του επιδίκου ακινήτου αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων "και από όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται μομφή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη το λόγο έφεσης που προέβαλε με την έφεσή του κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης το αναιρεσείον ότι η έκταση που ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι ότι κατέχουν δεν συμπίπτει με την έκταση του επιδίκου αφού η σωστή αναλογία κοιλού προς στρέμμα είναι 1 προς 1 ή 1 προς 1,5 και όχι 1 προς 2 όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως εκ του πράγματος, αποτελεί άρνηση της αγωγής και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 12-1-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ 633/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και να καταδικασθεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημά τους, μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και άρθρο 2 της Υ.Α. 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-1-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ 633/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και τον πρόσθετο αυτής λόγο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ