Legislator Case Law & Legislation
1347/2011 AI generated

1347/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1347/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Πολιτική δικονομία. Αναίρεση. Διαταγή πληρωμής. Αντικείμενο της αίτησης είναι μόνον ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης. Αντικείμενο δε της επί της ανακοπής δίκης του άρθρου 632 ΚΠολΔ είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης. Αν από τα προσκομισθέντα στο δικαστή, που έχει εκδώσει τη διαταγή πληρωμής, έγγραφα για την έκδοση της, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί το δικαστήριο της ανακοπής να διαγνώσει την ουσιαστική αξίωση του καθού, αλλά θα πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής. Τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάσει αποζημίωση από αδικοπραξία για προγενέστερο χρονικό διάστημα. Δεν αποτελεί δεδικασμένο και δεν αποδεικνύει απαίτηση για αποζημίωση μεταγενέστερου χρόνου. Με βάση αυτήν δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ ( Επικυρώνει 3058/2008 απόφαση Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1347/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την υπ' αριθ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ. ως αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη από την αντικειμένη στη καλή πίστη και τα χρηστά ήθη άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της συμπληρωματικής υποθήκης 800.881 δρχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1347 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Πολιτική δικονομία. Αναίρεση. Διαταγή πληρωμής. Αντικείμενο της αίτησης είναι μόνον ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης. Αντικείμενο δε της επί της ανακοπής δίκης του άρθρου 632 ΚΠολΔ είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης. Αν από τα προσκομισθέντα στο δικαστή, που έχει εκδώσει τη διαταγή πληρωμής, έγγραφα για την έκδοση της, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί το δικαστήριο της ανακοπής να διαγνώσει την ουσιαστική αξίωση του καθού, αλλά θα πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής. Τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάσει αποζημίωση από αδικοπραξία για προγενέστερο χρονικό διάστημα. Δεν αποτελεί δεδικασμένο και δεν αποδεικνύει απαίτηση για αποζημίωση μεταγενέστερου χρόνου. Με βάση αυτήν δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ ( Επικυρώνει 3058/2008 απόφαση Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών.

Αριθμός 1347/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σταυρούλα Καραθάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου εκδόθηκε 3058/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2009 αίτησή της και τους από 30-12-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ' αριθ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ. ως αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη από την αντικειμένη στη καλή πίστη και τα χρηστά ήθη άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της συμπληρωματικής υποθήκης 800.881 δρχ.

που είχε εγγράψει επί δύο ακινήτων της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η πώληση των εν λόγω ακινήτων της αντί του ποσού των 25.000.000 δρχ. και να απολέσει η αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ., το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε από την έντοκη κατάθεση του ποσού των 25.00.000 δρχ.

σε προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-12-1991. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-6-2005 αίτησή της με την οποία, επικαλούμενη το παραχθέν από την ανωτέρω απόφαση δεδικασμένο, ζήτησε να εκδοθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης διαταγή πληρωμής για διαφυγόντας τόκους κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-2002.

Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 6380/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 464.144,07 ευρώ. Κατ' αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 4-7-2005 ανακοπή της, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη 3058/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 929 ΑΚ, 321, 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι η τελεσίδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί προηγουμένης αγωγής αποζημιώσεως του παθόντος, στηριζομένης στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στην νέα (διαγνωστική) δίκη, στην οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως για μεταγενέστερο χρόνο, ως προς τις συνθήκες επελεύσεως αυτής (αδικοπραξίας), την υπαιτιότητα του εναγομένου, την συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, καθώς και τις ζημίες (θετικές και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη, για το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα.

Δεν αποτελεί, όμως, δεδικασμένο για απαιτήσεις μεταγενεστέρου χρόνου, κατά την διάρκεια του οποίου είναι δυνατόν να εξακολουθήσει η αδικοπραξία να επιφέρει επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες δεν προβλήθηκαν με την προηγουμένη αγωγή, διότι αυτές δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη (Α.Π.938/2010, 1428/2009).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ` ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων (ΑΠ 448/06, ΑΠ 665/06).

Κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 623 ΚΠολΔ, στην έννοια του δημοσίου εγγράφου περιλαμβάνεται και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την απαίτηση ή το οφειλόμενο ποσό, η οποία εκδόθηκε σε άλλη δίκη επί αγωγής του ζητούντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατά του καθ' ου πρόκειται να εκδοθεί αυτή.

Έτσι, εκείνος που πέτυχε να εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση υπέρ αυτού, η οποία αναγνωρίζει τη χρηματική απαίτηση και αποτελεί δεδικασμένο στις μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του σχέσεις (άρθρα 321, 325 αρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς την ύπαρξη της διαγνωσθείσας απαίτησης, μπορεί, προκειμένου να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο για την αναγνωρισθείσα τελεσιδίκως απαίτηση του, να ζητήσει να εκδοθεί υπέρ αυτού διαταγή πληρωμής κατά τη διαδικασία των άρθρων 623 επ.

ΚΠολΔ (ΑΠ 665/2006, ΑΠ 448/2006, ΑΠ 124/2005, ΑΠ 1424/2004). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 632 επ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αντικείμενο της αίτησης δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης του αιτούντος, αλλά μόνον ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης. Αντικείμενο δε της επί της ανακοπής δίκης του άρθρου 632 ΚΠολΔ είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης (ΑΠ 1870/86) και συνεπώς αν από τα προσκομισθέντα στο δικαστή, που έχει εκδώσει τη διαταγή πληρωμής, έγγραφα για την έκδοση της, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί το δικαστήριο της ανακοπής να διαγνώσει την ουσιαστική αξίωση του καθού, αλλά θα πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής : Με την υπ' αριθ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ. ως αποζημίωση για τη ζημιά που η τελευταία υπέστη από την αντικειμένη στη καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 Α.Κ ) άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της άκυρης συμπληρωματικής υποθήκης 800.881 δρχ.

που είχε εγγράψει επί δύο ακινήτων της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η πώληση των εν λόγω ακινήτων της αντί του ποσού των 25.000.000 δρχ. και να απολέσει η αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ., το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε από την έντοκη κατάθεση του ποσού των 25.00.000 δρχ.

σε προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-12-1991. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-6-2005 αίτησή της με την οποία, επικαλούμενη το παραχθέν από την ανωτέρω απόφαση δεδικασμένο, ζήτησε να εκδοθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης διαταγή πληρωμής για διαφυγόντες τόκους κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-2002.

Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 6380/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι από τη συνημμένη στην αίτηση 358/1999 ως άνω τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και για τη ζημιά που υπέστη η αναιρεσείουσα σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και έτσι υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 464.144,07 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-2002.

Κατ' αυτής άσκησε η αναιρεσίβλητη την από 4-7-2005 ανακοπή της, με την οποία αμφισβήτησε ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας αποδεικνυόταν από τα συνημμένα στη αίτηση έγγραφα και ιδίως από την άνω τελεσίδικη απόφαση, από την οποία ισχυρίσθηκε ότι δεν υφίστατο δεδικασμένο για την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Επί της ανακοπής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 3058/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι η τελεσίδικη 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων, παράγει δεδικασμένο μόνο για τα στοιχεία της αδικοπραξίας και τη ζημιά που προκλήθηκε στην αναιρεσείουσα για το προγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-12-1991, το οποίο και αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, όχι δε και για τη ζημιά της αναιρεσείουσας (διαφυγόν κέρδος) την οποία αυτή υπέστη κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-2002 για το οποίο ζητήθηκε και εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού η ζημιά αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο διάγνωσης από το ουσιαστικό δικαστήριο και συνεπώς δεν αποδεικνυόταν από την τελεσίδικη απόφαση.

Με τις σκέψεις αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμη την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Έτσι, που έκρινε : α) δεν παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη από την υπ' αριθ. 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον αυτό δεν εκτείνεται και στη ζημιά (διαφυγόν κέρδος) που φέρεται ότι υπέστη η αναιρεσείουσα κατά το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, η οποία δεν είχε καταστεί αντικείμενο της προηγούμενης δίκης και δεν έχει διαγνωσθεί με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, ούτε μπορούσε να διαγνωσθεί στα πλαίσια της έκδοσης διαταγής πληρωμής και της εκδίκασης της κατ' αυτής ανακοπής, αφού, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αντικείμενο αυτών δεν είναι η διάγνωση της απαίτησης, αλλά στην πρώτη περίπτωση ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό και στη δεύτερη ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρώτος του κυρίου δικογράφου και πρώτος του πρόσθετου δικογράφου λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και β ) δεν κήρυξε παρά τον νόμο διαδικαστικό απαράδεκτο και οι από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ δεύτερος του κύριου δικογράφου και δεύτερος του πρόσθετου δικογράφου λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αποδίδοντας σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη (βαρύτητα) μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζει δεσμευτικά για το δικαστήριο ο νόμος.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά το περιεχόμενο τελεσίδικης δικαστικής απόφασης για να διαπιστώσει την έκταση του παραγόμενου από αυτήν δεδικασμένου. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος του κύριου αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αποδεικτική δύναμη της υπ' αριθ. 358/1999 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μη δεχόμενο την ύπαρξη δεδικασμένου για την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η 6380/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-6-2009 αίτηση της Σ. Κ., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 30-12-2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3058/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Αυγούστου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ