Legislator Case Law & Legislation
1347/2010 AI generated

Supreme Court allows retrial and reimbursement of court costs after finding a property claim insufficiently specific.

Case Number 1347/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal and ordered a retrial because the original property claim lacked precise identification of the disputed land. The plaintiffs argued the lower court's decision was invalid due to this vagueness, while the defendant contested the procedural defect. The court ruled that the claim failed to meet statutory requirements for specificity, necessitating a new trial and ordering the defendant to reimburse the plaintiffs' court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216(1), 1094, 1108 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A property claim must contain a precise description of the subject matter and a specific request; failure to do so renders the claim inadmissible or requires retrial.

Keywords

AI generated
property claim specificity inadmissible lawsuit retrial order court costs reimbursement Civil Code provisions Code of Civil Procedure vague legal request

Cited Legislation

AI generated
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 1094 of the Civil Code
Article 1108 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1347 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1347/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:Χ1 και 2. Χ2 συζ. Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σωτηρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωκράτη Χυτήρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1510/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7482/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-9-2008 αίτησή τους και με τις από 2-2-2010 προτάσεις τους ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον δεύτερο λόγο αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Μάλιστα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως (ΑΠ 999/2009, ΑΠ 503/2009).

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 493/2007, ΑΠ 1296/1983).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 3-5-2004 σωρευόμενη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της ισχυρίζεται ότι είναι κυρία κατά παράγωγο τρόπο με αγορά κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από το ..., δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Βαλεντίνας Δραγάτση, και με αγορά κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από τους κληρονόμους ..., δυνάμει του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Ράλλη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ενός ακινήτου (αγροτεμαχίου), εμβαδού 400 τ.μ., που βρίσκεται στο ... και περιγράφεται ως εξής: <<Το αγροτεμάχιο αυτό εμφαίνεται με τον αριθμό 37 και περιμετρικώς με τους αριθμούς 24, 25, 26, 27, 24 στο από Αυγούστου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ρ, το οποίο είναι προσηρτημένο στο...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Χαραλάμπους Ράλλη και το οποίο σχεδιάγραμμα αποτελεί μερική τροποποίηση του από Σεπτεμβρίου 1966 ομοίου του ίδιου μηχανικού Ρ, το οποίο είναι προσηρτημένο στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Διαμαντόπουλου και κατά νεότερη καταμέτρηση και αποτύπωση από τον τοπογράφο ..., εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτήθηκε στο ανωτέρω ...

συμβόλαιο, και συνορεύει: Ανατολικώς με ιδιοκτησία Λ επί πλευράς 17 μέτρων, δυτικώς με ιδιωτική οδό, πλάτους 6 μέτρων καλουμένη ... επί πλευράς μέτρων 15 και πέραν αυτής με το 34 αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Σ, βορείως με ρέμα επί πλευράς μέτρων 25 και νοτίως με το 36 αγροτεμάχιο, πρώην ιδιοκτησίας Π και ήδη των εναγομένων επί πλευράς μέτρων 25,50>>.

Ότι οι εναγόμενοι το 1992 απέκτησαν την κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των με στοιχεία 35 και 36 αγροτεμαχίων, το τελευταίο από τα οποία συνορεύει προς τη βόρεια πλευρά του με το προαναφερόμενο δικό της και στις αρχές Φεβρουαρίου 1997, αφού αιφνιδίως κατέστρεψαν τα διαχωριστικά συρματοπλέγματα, τα οποία είχαν τεθεί από τους δικαιοπαρόχους της προς διαχωρισμό από το όμορο αγροτεμάχιο, χρησιμοποιώντας τσιμεντόλιθους, ογκόλιθους και σκυρόδεμα περιέφραξαν με συνεχόμενο τοιχείο α) τμήμα του δικού της ως άνω αγροτεμαχίου με αριθμό 37, ανεγείροντας τοίχο στην ανατολική και βόρεια πλευρά του, καταλαμβάνοντας επιφάνεια 207 τ.μ., εκτεινόμενη εντός του αγροτεμαχίου της, όπως εμφαίνεται στην από Νοεμβρίου 2002 αποτύπωση του πολιτικού μηχανικού Ζ υπό στοιχεία Γ-9-10-11-12-13-14Γ και ειδικότερα προς βορρά επί τεθλασμένης πλευράς με τους αριθμούς 10-11 μήκους 18 μέτρων, με τους αριθμούς 11-12 μήκους 5,50 μ.

και με τους αριθμούς 12-13 μήκους 2,80 μ., ανατολικά επί πλευράς με τους αριθμούς 13-14 μήκους 14,80 μ., νότια επί πλευράς με τους αριθμούς και κεφαλαίο στοιχείο 14-Γ μήκους 22,50 μ. περίπου και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς υπό το κεφαλαίο στοιχείο και αριθμό Γ-9 μήκους 8,50 μ. και με τους αριθμούς 9-10 μήκους 3,60 μέτρων, β) περιτοίχισαν 146 τ.μ.

του αγροτεμαχίου της Σ με αριθμό 34 κατά το μήκος της βόρειας και δυτικής πλευράς του, το οποίο είναι όμορο με το με στοιχεία 35 αγροτεμάχιο συγκυριότητας των εναγομένων, γ) περιέφραξαν με το ίδιο συνεχόμενο τοιχίο ανατολικά, βόρεια και δυτικά τα αυτοτελή και ανεξάρτητα αγροτεμάχια ιδιοκτησίας των εναγομένων με αριθμούς 35 και 36, αποκλείοντας έτσι την ιδιωτική οδό ...

στην οποία είχαν πρόσβαση τα τέσσερα εν λόγω αγροτεμάχια, εντάσσοντας αυτήν ως συνεχόμενη και ενιαία επιφάνεια 110 τ.μ. με τα αγροτεμάχιά τους και καθιστώντας την ιδιοκτησία της τυφλή. Ότι ακόμη κατέλαβαν και ένα τμήμα από την κεντρική οδό ..., το οποίο ενέταξαν μέσα στην περίφραξη στο όλο ενιαίο ακίνητο.

Ότι κατά τον Μάρτιο του 1997 σταδιακά άρχισαν να επεκτείνουν το αυθαίρετο κτίσμα τους επί του με αριθμό 36 αγροτεμαχίου τους και να ανοικοδομούν διαδοχικώς μέσα στην ιδιοκτησία της πεζούλια τα οποία επιχωμάτωσαν και διαμόρφωσαν κήπο, προσβάλλοντας έτσι την ιδιοκτησία της από την οποία την απέβαλαν κατά το τμήμα των 207 τ.μ.

Ότι καθόλο μέχρι το 1997 χρονικό διάστημα τόσο η ίδια (η ενάγουσα) όσο και οι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν επί του επιδίκου όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του και αναφέρονται λεπτομερώς στην αγωγή, συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς να οχληθούν, με αποτέλεσμα αυτή να έχει καταστεί κυρία του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).

Ζητούσε δε α) να αναγνωριστεί η κυριότητά της στο ανωτέρω με τον αριθμό 37 αγροτεμάχιο εμβαδού 400 τ.μ., β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν το καταληφθέν τμήμα αυτού εμβαδού 207 τ.μ., γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αφαιρέσουν από το καταληφθέν τμήμα της ιδιοκτησίας της τις ως άνω κατασκευές και την περίφραξη, άλλως να της επιτραπεί να προβεί η ίδια στην αφαίρεσή τους με δαπάνη των εναγομένων και δ) να απαγορευθεί στους εναγομένους με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κάθε μελλοντική διατάραξη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η σωρευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο διεκδικητική αγωγή είναι αόριστη, διότι τα επικαλούμενα στοιχεία δεν αρκούν για να προσδιοριστεί η ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, το οποίο, όπως εκτίθεται σε αυτήν, αποτελεί τμήμα μείζονος αγροτεμαχίου, καθόσον η ενάγουσα δεν προσδιορίζει σε ποιο σημείο του μεγαλύτερου ακινήτου βρίσκεται τούτο, το γεγονός δε ότι αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου δεν αρκεί για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του, δεδομένου ότι τα τοπογραφικά διαγράμματα στα οποία παραπέμπει και ιδίως στο από Νοεμβρίου 2002 του πολιτικού μηχανικού Ζ δεν έχουν ενσωματωθεί στο δικόγραφο της αγωγής, ώστε να αποτελέσουν περιεχόμενο αυτής και να μη γεννάται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του επιδίκου.

Το Εφετείο, επομένως, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κρινόμενη αγωγή ως προς την περιγραφή του επίδικου τμήματος και του μείζονος ακινήτου της ενάγουσας, υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 Α.Κ., αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.

Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος (ΑΠ 1062/2006).

Έτσι, όπως προκύπτει, από τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 1094 και 1108 AΚ και του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής λόγω αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής.

Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω, αν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακρατήσεως του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη από 3-5-2004 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο αφενός μεν αρνητική αγωγή αφετέρου δε αγωγή από προσβολή προσωπικότητας λόγω παρακώλυσης στη χρήση κοινόχρηστης οδού, έκρινε ως νόμιμη και τη σωρευόμενη με την διεκδικητική αγωγή αρνητική αγωγή, διότι <<εξαιρετικώς είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση στην περίπτωση, που είτε εκάστη αγωγή αφορά συγκεκριμένο και διαφορετικό τμήμα του ίδιου ακινήτου, είτε όταν με τη σωρευόμενη αρνητική αγωγή ζητείται η κατεδάφιση ανεγερθέντος από τον εναγόμενο προσβολέα κτίσματος στο διεκδικούμενο ακίνητο>>, την οποία (αρνητική αγωγή) το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, επειδή η αρνητική αγωγή δεν σωρεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, και στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσία και τη σωρευόμενη αυτή αρνητική αγωγή, καθώς και την επίσης σωρευόμενη αγωγή της ενάγουσας λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, και κατόπιν τούτου υποχρέωσε τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να καθαιρέσουν και κατεδαφίσουν από το εμφαινόμενο στο από Νοεμβρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ζ, τμήμα του αγροτεμαχίου της ενάγουσας, την περίφραξη-περιτοίχιση καθώς και τα πεζούλια και κάθε προσθήκη, που βρίσκονται εντός του καταληφθέντος τμήματος του ακινήτου, την απόδοση του οποίου, κατά παραδοχή της σωρευόμενης διεκδικητικής αγωγής, είχε διατάξει το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 1510/2005 απόφασή του, την οποία και επικύρωσε το Εφετείο με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1108 και 1094 ΑΚ, αφού δέχτηκε ότι η διεκδικητική αγωγή σωρεύεται νόμιμα με την αρνητική τοιαύτη, μολονότι αυτές αφορούν το ίδιο τμήμα του ακινήτου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1, όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν όλω η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται, εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης της αναίρεσης, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τις από 2-2-2010 προτάσεις του, που κατατέθηκαν αυθημερόν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, υπέβαλαν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 1120 ευρώ που εκουσίως κατέβαλαν σ' αυτή για επιδικασθείσα με την ως άνω απόφαση δικαστική δαπάνη και έξοδα εκτελέσεως προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των από 20-2-2008 δύο επιταγών προς εκτέλεση κάτω από δύο αντίγραφα από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις, είναι νόμιμη και στηρίζεται στην προπαρατεθείσα διάταξη. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας και, ειδικότερα, από την με ημερομηνία 20-1-2009 απόδειξη του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης ..., αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν, καθένας από αυτούς, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρούμενης 7482/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, το ποσό των 1.120 ευρώ που επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη προς πλήρη και οριστική εξόφληση των ως άνω δύο επιταγών προς εκτέλεση.

Επομένως, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον καθένα από τους αναιρεσείοντες το ως άνω χρηματικό ποσό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7482/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Δέχεται την υποβληθείσα με τις από 2-2-2010 ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις των αναιρεσειόντων αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε καθένα από τους αναιρεσείοντες το ποσό των χιλίων εκατόν είκοσι (1.120) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ