Legislator Case Law & Legislation
1347/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property dispute, ruling evidence inadmissible due to procedural timing.

Case Number 1347/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellants argued that the Court of Appeals failed to consider witness affidavits and other documents, but the court found these arguments baseless. The court determined that witness affidavits were inadmissible because the initial trial occurred before the relevant law changed, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 226 para. 2 and 270 para. 2 letter b of the Code of Civil Procedure; The witness affidavits presented as evidence in a subsequent appeal are inadmissible if the original trial took place prior to the enactment of the law governing such evidence, as they were not admissible means at the time of the initial proceedings.

Keywords

AI generated
witness affidavits admissibility of evidence procedural timing appeal dismissal legal costs property dispute Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 226 para. 2 and 270 para. 2 letter b of the Code of Civil Procedure
Article 135 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 1 letter g of the Code of Civil Procedure
Law 2915/2001

Cited Case Law

AI generated
AP 1470/1998
AP 625/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1347 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1347/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ντανάκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2α. Ψ2, κατοίκου ..., 2β. Ψ3, κατοίκου ..., 2γ. Ψ4, κατοίκου ..., 2δ. Ψ5, κατοίκου ..., απάντων κληρονόμων εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντα ΑΑ, 3α. Ψ6, 3β. Ψ7, 3γ. Ψ8, 3δ. Ψ9, 3ε. Ψ10, 3στ. Ψ11, 3ζ. Ψ12, κατοίκων απάντων ... και εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στη ... ΒΒ, 4. Ψ13, κατοίκου ..., κληρονόμος του αποβιώσαντα ΓΓ και 5. Ψ13, ως νομίμου επιτρόπου του Ψ14, κατοίκου ... . Οι 2α, 2β, 2γ εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αθανασόπουλο. Οι 1η, 2δ, 4η και 5η παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αθανασόπουλο. Οι υπόλοιποι 3α, 3β, 3γ, 3δ, 3ε, 3στ, 3ζ, ΔΕΝ παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-1988 αγωγή των αρχικών διαδίκων α. Ψ1, β. ΑΑ, γ. ΒΒ, 4. ΓΓ, ως νόμιμος επίτροπος του αδελφού του Ψ14, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/1989 μη οριστική, 6133/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2207/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-7-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 18-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την έκθεση επίδοσης ...του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 26-7-2007 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους υπάριθμούς 3α, 3β, 3γ, 3δ, 3ε, 3στ και 3ζ εκ των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι είναι αγνώστου διαμονής, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα γι' αυτούς, ενώ περίληψη του πιο πάνω κοινοποιηθέντος δικογράφου δημοσιεύθηκε κατ' άρθρο 135 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις ημερησίες εφημερίδες των Αθηνών "..." και "..." (βλέπε τα φύλλα αυτών της 7-6-2008 και 9-6-2008 αντίστοιχα). Όμως οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α και γ του ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρείς εξαιρετικές περιπτώσεις, που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται, αν δηλαδή πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα στον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 593/2003).

Ειδικότερα, αν το αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται (ΑΠ 1647/2005). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, επειδή ενεγράφη αυτή στα βιβλία διεκδικήσεων του υποθηκοφυλακείου ...

και όχι σε εκείνα του υποθηκοφυλακίου ... στα οποία, κατά τις αναιρεσείουσες, έπρεπε να εγγραφεί. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, επειδή, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης, ισχυρισμός απαραδέκτου της αγωγής για μη εγγραφή της στο υποθηκοφυλακείο ... δεν περιέχεται σ' αυτή.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το επίδικο ευρίσκεται στη θέση "... ...", η οποία, όπως και στο αναιρετήριο αναγράφεται, υπάγεται στο υποθηκοφυλακείο ..., στο οποίο και έγινε η εγγραφή της ένδικης διεκδικητικής αγωγής.

Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου και με παράγωγο τρόπο. Πιο συγκεκριμένα με το δεύτερο σκέλος ( υπό ΙΙ) του λόγου αυτού οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι δεν έπρεπε να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση την αγωγή κατά τη βάση της που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας από τους αναιρεσίβλητους, διότι κατά τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου από την Ιερά Μονή ...

στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρου 9 του Κωδ. Ν.4684/1930 (εκποίηση δια δημοσίου πλειστηριασμού μέσω του ΟΔΔΕΠ), με συνέπεια η μεταβίβαση να είναι άκυρη και ότι έτσι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του νόμου αυτού (παραβίαση αρ. 1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης με το τρίτο σκέλος (υπό ΙΙΙ) του ίδιου λόγου οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι δεν έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή κατά τη βάση της που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, διότι η μεταγραφή του υπ' αρ. ...

συμβολαίου έγινε σε αναρμόδιο κατά τόπον υποθηκοφυλάκειο (σε εκείνο του ... αντί του ...) και ότι έτσι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ν. 1953/1951 που καθορίζουν την τοπική αρμοδιότητα των παραπάνω υποθηκοφυλακείων, καθώς και οι σχετικώς διατάξεις των άρθρων 1033 και 1192 Α.Κ. Ο λόγος αυτός κατά τα άνω τμήματά του είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκαν ενώπιον του Εφετείου οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί περί μη τηρήσεως των άνω διατυπώσεων και περί μη νόμιμης μεταγραφής του ...

συμβολαίου, και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την έφεση, ισχυρισμοί για μη τήρηση των άνω διατυπώσεων και για μη νόμιμη μεταγραφή του άνω συμβολαίου στο υποθηκοφυλακείο δεν περιέχονται σ' αυτήν. Ανεξάρτητα απ' αυτά ο λόγος αυτός κατά το άνω τρίτο μέρος του είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο ευρίσκεται στη θέση "... ...", η οποία, όπως και στο αναιρετήριο αναγράφεται, υπάγεται στο υποθηκοφυλακείο ..., στο οποίο και έγινε η μεταγραφή του άνω συμβολαίου.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του υπ. αρ. 4/1959 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, επί των ακινήτων κτημάτων της εκκλησιαστικής περιουσίας εφαρμόζονται ανάλογα οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", καθώς και οι διατάξεις του ν.δ/τος 22/4-16/5/1926 "περί διοικητικής αποβολής από κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 62 παρ. 2 του ν. 590/1977 "Περαιτέρω, κατά το άρθρο 62 παρ. 2 του ν.590/1977 "περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως αυτός μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί των κτημάτων των ανηκόντων στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου τούτου νομ.

πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι Ι. Μονές. Κατά δε το άρθρο 4 του εν λόγω ν. 1938/1938, τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή, και παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου ουδεμία νόμιμη συνέπεια έχει αν αυτή δεν συμπληρώθηκε μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύοντες νόμους.

Προσέτι, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του ν.δ.3432/12/12-11-1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΕΠ νομοθεσίας κλπ", προκειμένου περί ακινήτων της μοναστηριακής περιουσίας που διαχειρίζεται ο ΟΔΕΠ, εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν.4944/1931 "περί Ταμείου του Εθνικού Στόλου", από δε τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η Ι.Μονή θεωρείται ότι έχει αδιαλείπτως τη νομή επί των ακινήτων κτημάτων αυτής από της κτήσεως της κυριότητος ανεξαρτήτως κάθε αφαιρέσεως αυτής από οιονδήποτε τρίτον.

Θεωρείται δε η Ι.Μονή νομέας ανεξαρτήτως της επ' αυτών πραγματικής καταστάσεως και είναι αυτά ανεπίδεκτα χρησικτησίας. Τέλος σαφώς προκύπτει, ότι για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του α.ν. 1539/1938, του ν.δ/τος 22/4-16/5/1926 και του ν. 4944/1931 απαιτείται, όπως τα εν λόγων ακίνητα ανήκουν οπωσδήποτε κατά κυριότητα στα νομικά πρόσωπα των ιερών μονών (ΑΠ 1650/1981, ΑΠ 1041/1977).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 974,1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε την νομή του με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης ΔΔ (η οποία απεβίωσε στις 17-4-2007 και στη θέση της στη δίκη υπεισήλθαν οι θυγατέρες της αναιρεσείουσες) κατά της υπ' αρ. 6133/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της ανωτέρω, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, τα ακόλουθα: "Ο ΕΕ, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας Ψ1, αδελφός των αρχικών διαδίκων-δευτέρου και τρίτου εναγόντων ΑΑ και ΒΒ και θείος των αρχικών τετάρτου και πέμπτου εναγόντων ΓΓ και Ψ14 (νομίμως εκπροσωπουμένου) κατέλαβε το 1954, ένα οικόπεδο επιφανείας 1.000 τ.μ.

στη θέση ..., ήδη Δήμου ..., που ανήκε στην περιουσία της Ιεράς Μονής ... . Μετά από αίτησή του στο Ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής, η τελευταία του πώλησε νομίμως την καταληφθείσα έκταση, αντί τιμήματος 2.500 δραχμών, που καταβλήθηκε στο Ταμείο της Μονής με τμηματικές καταβολές, συνταχθέντος του ... συμβιβαστικού συμβολαίου πώλησης του Συμ/φου Αθηνών Χαραλ.

Βλαβιανού, που έχει μεταγραφεί νόμιμα (τομ. ... αριθμ. ...των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...). Στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφεται η θέση του ακινήτου "... ... της Κοινότητας ... τέως Δήμου ..." στο τετράγωνο ... (...), περιγράφονται δε σ' αυτό, κατά το από 20 Νοεμβρίου 1956 σχεδιάγραμμα (απόσπασμα εκ του γενικού σχεδιαγράμματος) του Τοπογράφου ..., που προσαρτήθηκε στο ως άνω συμβόλαιο.

Κατά το σχεδιάγραμμα αυτό συνορεύει: ανατολικά με αγροτική οδό, (που αφέθηκε από την Ιερά Μονή), επί προσώπου μέτρων 25, δυτικά με το με αριθμό (...) αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου, επί πλευράς 25 μέτρων, βόρεια με το με αριθμό ... (...) αγροτεμάχιο του ίδιου τετραγώνου, επί πλευράς 40 μ. νότια με αγροτική οδό (που αφέθηκε από την πωλήτρια), επί προσώπου 40 μ.

Ήδη η οδός, που βρίσκεται στα ανατολικά του ονομάζεται οδός ... και η οδός που βρίσκεται νότια από αυτό, οδός ... . Το έδαφος του ακινήτου αυτού είναι άγονο. Από το χρόνο αγοράς του, υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα σ' αυτό πέντε μεγάλα πεύκα. Τα δύο εξ αυτών είναι κοντά στη διασταύρωση των δύο ως άνω οδών, το τρίτο δυτικά, στα όρια με το όμορο ακίνητο, το τέταρτο κοντά στο βορειοδυτικό όρια και το πέμπτο στο κέντρο του ακινήτου.

Ελιές ή άλλα δένδρα, μικρά ή μεγάλα δεν υπήρχαν μέσα σ' αυτό. Επίσης δεν καλλιεργήθηκε ποτέ κανένα τμήμα του. Κατά μήκος του βορείου ορίου, υπήρχε τοίχος από ξερολιθιά. Ο ΕΕ από το 1954, που το κατέλαβε, το επισκεπτόταν τακτικά μέχρι το Σεπτέμβριο του 1987. Ξεκινούσε από τον ..., όπου κατοικούσε, μαζί με το μάρτυρα ΣΤ, (ο οποίος δυνάμει του ...

συμβολαίου του ιδίου, ως άνω Συμ/φου, είχε αγοράσει από την ως άνω Ιερά Μονή οικόπεδο ευρισκόμενο σε απόσταση 200 μ. από εκείνο του ΕΕ), δύο φορές της εβδομάδα, έως το έτος 1972, για επίσκεψη και επίβλεψη. Από το 1972 οι επισκέψεις περιορίστηκαν σε μία την εβδομάδα. Σε καμμιά επίσκεψη τους δεν αντελήφθησαν επέμβαση τρίτου, όπως καλλιέργεια κηπευτικών, φύτευμα δένδρων, καθάρισμα από χόρτα.

Το 1975 αυτό περιφράχθηκε με αγκαθωτά σύρματα και πόρτα στο ανατολικό μέρος του. Η εναγομένη κατέλαβε όμορο ακίνητο δυτικά του επιδίκου επιφανείας 337 τ.μ. με διαστάσεις πλευρών, 14,10 νότια, 2,80 + 10,60 βόρεια (τεθλασμένη γραμμή), 23,80 ανατολικά (όπου το όριο με το επίδικο) 26,50 δυτικά. Το οικόπεδο αυτό αυτή μεταβίβασε, με γονική παροχή στις κόρες της Χ2 και Χ3, δυνάμει του ...

συμβολαίου της Συμ/φου Πειραιά Μαρίας Τρανταλλίδου-Κρητικού που μεταγράφηκε. Τον Ιανουάριο 1988 η εναγομένη κατέστρεψε το σύρμα, που χώριζε τα δύο ακίνητα στο κοινό όριο (δυτικό του επιδίκου) και από εκεί εισήλθε στο επίδικο, με σκαπτικό μηχάνημα και φύτευσε μικρές ελιές φυτωρίου. Αυτά διαπίστωσαν οι κληρονόμοι του ΕΕ μαζί με το μάρτυρα ΣΤ τον Φεβρουάριο του 1988, που το επισκέφτηκαν.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι ελιές προϋπήρχαν και επειδή ήταν καχεκτικές τις ξερίζωσε και φύτευσε νέες. Ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, όπου οι καχεκτικές (λόγω του αγόνου εδάφους και της έλλειψης ποτίσματος) ελιές δεν χρειάζονται αντικατάσταση με διαφορετική ποικιλία ελαιοκάρπου, απλώς (χρειάζονται) φροντίδα για να αναπτυχθούν.

Επίσης, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της ότι φύτευσε κηπευτικά, αφού και αυτά χρειάζονται γόνιμο έδαφος, πότισμα και φροντίδα. Κατά την έκθεση φωτοερμηνείας του Τεχνικού Συμβούλου ..., με ημερομηνία Ιανουαρίου 2007, που συντάχθηκε με επιμέλεια της εναγομένης, το έδαφος του επιδίκου, κατά τις αεροφωτογραφίες, δεν καλλιεργήθηκε ποτέ σε κανένα τμήμα του και το έδαφος του αξιολογείται άγονο.

Εκτός από τα πεύκα εντός αυτού, ο ως άνω Τεχνικός Σύμβουλος αναφέρει διαχρονική ύπαρξη μεμονωμένων μονάδων χαμηλής βλάστησης, εικόνας συμβατής με μικρά δενδρύλλια ή θάμνους. Ο ως άνω δεν είναι σαφής αν πρόκειται για δενδρύλλια και τι είδους ή αν πρόκειται για θάμνους ή αυτοφυή δενδρύλλια. Μολονότι, δε εξέτασε τις αεροφωτογραφίες 1962, 1978, 1983 δεν αναφέρει σαφώς πόσα ήταν τα δενδρύλλια αυτά (καθόσον αν πρόκειται για ελιές θα φυτεύθηκε συγκεκριμένος αριθμός αυτών) και αν παρουσιάζουν κάποια ανάπτυξη στο πέρασμα των χρόνων.

Σύμφωνα με όλα όσα εξέθεσε ο εν λόγω Τεχνικός Σύμβουλος σε συνδυασμό προς το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, το Δικαστήριο συμπεραίνει πως πρόκειται για αυτοφυείς θάμνους και όχι φυτευμένα δενδρύλλια. Πρέπει, δε, να σημειωθεί, ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται απόλυτα προς το ακίνητο, που περιγράφεται στο ...

συμβόλαιο πώλησης και με εκείνο ακριβώς, που ο ΕΕ, κατέλαβε το 1954 και νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1987. Αυτό προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τοπογράφου Πολιτικού Μηχανικού ..., σε συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Δεν αντικρούεται δε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από την από Ιανουαρίου 2007 Τεχνική Έκθεση του Τεχνικού Συμβούλου ..., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, ο οποίος αναφέρει ότι "το οικοδομικό τετράγωνο, στο οποίο βρίσκεται το επίδικο, όπως αυτό απεικονίζεται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1962, 1978, 1983 βρίσκεται σε εμφανή δυσαρμονία (ως προς τις διαστάσεις και τα σχήματα) με το από 1951 (γενικό) και με το από 1954 τοπογραφικό διάγραμμα του ..., στα οποία αναφέρεται ο τίτλος ..., το υλοποιηθέν στο έδαφος οικοδομικό τετράγωνο δεν αποτελεί υλοποίηση των τοπογραφικών διαγραμμάτων του τίτλου του κ. ..., κατόπιν δε τούτου η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του κ. ...

αξιολογείται ελλιπής, αν όχι πεπλανημένη". Ο ανωτέρω Τεχνικός Σύμβουλος, που οδηγήθηκε στο ως άνω συμπέρασμα, δεν εξήγησε με τρόπο, κατανοητό σε μη ειδικό, αναλυτικά, με ποια λογική σκέψη καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό. Περαιτέρω η κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ενώπιον του Εισηγητή, ... δεν κρίνεται πειστική και ικανή να δημιουργήσει δικανική πεποίθηση περί της καλλιέργειας του επιδίκου, από το 1960, από τον σύζυγο της εναγομένης με τομάτες, πιπεριές, κρεμμύδια, μαρούλια σε διάφορα σημεία του οικοπέδου, αλλά και τριφύλλι, αφού οι καλλιέργειες αυτές δεν συμβιβάζονται με το άγονο του εδάφους και με την επικαλούμενη από την εναγομένη "καχεξία" των ελαιοδένδρων, λόγω εδάφους, περιποίησης και έλλειψης ποτισμάτων.

Τέτοιες, άλλωστε καλλιέργειες θα είχαν ως συνέπεια την καταστροφή της αυτοφυούς βλάστησης και οπωσδήποτε η μεταβολή αυτή θα είχε διαπιστωθεί από τη μελέτη των αεροφωτογραφιών. Οι ενάγοντες είναι οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ΕΕ που απεβίωσε στις 26-12-1987 (οι κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά και μετέγραψαν την αποδοχή) και ήδη μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής συνέχισαν τη δίκη οι κληρονόμοι των αρχικών δεύτερου, τρίτου, τέταρτου εξ αυτών, οι οποίοι είναι ήδη εφεσίβλητοι.

Μετά από όσα αναφέρθηκαν, ο ΕΕ και εν συνεχεία οι ενάγοντες έχουν γίνει κύριοι παραγώγως και πρωτοτύπως του επιδίκου ακινήτου. Δεν απώλεσαν δε ποτέ τη νομή τους σ' αυτό ούτε η εναγομένη την απέκτησε ποτέ. Το αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές να δημιουργήσει την πλήρη περί τούτου δικανική πεποίθηση". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί αυτών κρίση του, ότι η Ιερά Μονή ...

μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Χαραλάμπους Βλαβιανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, το επίδικο ακίνητο στο ΕΕ, δικαιοπάροχο των εναγόντων, ο οποίος το νεμήθηκε έκτοτε και μέχρι τον κατά την 26-12-1987 θάνατό του, στη συνέχεια δε οι ενάγοντες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, που αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομία του και μετέγραψαν νόμιμα την αποδοχή τους, νεμήθηκαν αυτό με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας και έτσι έγιναν συγκύριοι αυτού με πρωτότυπο τρόπο.

Επομένως το Εφετείο, με το να κάνει δεκτή τη βάση της αγωγής, η οποία στηρίζεται στη χρησικτησία, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε εκείνη του άρθρου 1045 ΑΚ, ενόψει του ότι, όπως αυτό δέχθηκε, οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχός τους νεμήθηκαν αυτό με τα σχετικά προσόντα της χρησικτησίας όχι έναντι της Ιεράς Μονής ..., αφού η τελευταία από του έτους 1965 το είχε μεταβιβάσει, αλλά έναντι των τρίτων, το δε διάστημα 1965-1988 (άσκηση της αγωγής) αρκεί για τη συμπλήρωση τακτικής αλλά και έκτακτης χρησικτησίας.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του (Ι), με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (τακτική αλλά και έκτακτη χρησικτησία), επειδή το ακίνητο αυτό, περιλαμβανόμενο στην περιουσία της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου ..., είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στο διάστημα 1954-1965 που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού το υπόλοιπο διάστημα αρκεί για τη συμπλήρωση της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων. Τέλος με τον ίδιο λόγο, τελευταίο μέρος του, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την πιο πάνω βάση της αγωγής (παράγωγο τρόπο), διότι δεν αναφέρει τον αριθμό των συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής της κληρονομίας από τους ενάγοντες και της μεταγραφής αυτών.

Ο λόγος αυτός, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού το Εφετείο δέχτηκε α) ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων νόμιμα απέκτησε την κυριότητα με συμβόλαιο αγοράς που νόμιμα μεταγράφηκε (παραδοχή που δεν πλήττεται επιτυχώς με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, κατά τα προεκτιθέμενα) και β) ότι οι ενάγοντες έγιναν κύριοι του επιδίκου με χρησικτησία, προσθέτοντας στο χρόνο της δικής τους νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους, και, συνεπώς, δεν είναι απαραίτητη η μεταγραφή των συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής της κληρονομίας.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερα σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα (Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1072-3/2005).

Στην υπόθεση που κρίνεται από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων και ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με εκείνο που περιγράφεται στο πιο πάνω ... συμβόλαιο και ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου πρωτοτύπως (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απωλέσουν ποτέ τη νομή αυτού, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν "είτε αναγράφονται ονομαστικά παρακάτω είτε όχι" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγος της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι τις υπ' αρ. ...

και ... βεβαιώσεις της Κοινότητας ..., αποσπάσματος του κτηματολογικού πίνακα, την υπ' αρ. ... βεβαίωση της Κοινότητας ..., την υπ' αρ. ... βεβαίωση της τεχνικής υπηρεσίας Δήμου ... και το υπ' αρ. ... υπόμνημα του ΖΖ προς την υπηρεσία κτηματογράφησης της Γενικής Επιθεώρησης Δασών. Επομένως ο δεύτερος λόγος (κατά τα μέρη του I και ΙΙ), με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ., όπως ίσχυαν πριν από το ν.2915/2001 και τη με το νόμο αυτό κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό (341), δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΑΠ 1470/1998, ΑΠ 625/1999). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του (III), λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τις υπ. αρ. ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ενόψει όμως του ότι η πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου έγινε στις 15-10-1988, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του ν.2915/2001 και δεν πρόκειται για περίπτωση που εφαρμόζονται οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 22 του νόμου αυτού, οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν επιτρεπτό νόμιμο αποδεικτικό μέσο και, συνεπώς, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος.

VI. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2007 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 2207/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ