Supreme Court partially allows appeal against forced expropriation compensation determination regarding lawyer fees calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision on forced expropriation compensation. The appellant argued the lower court incorrectly calculated her lawyer fees at 3% instead of the statutory 4% required by law. The court found the lower court erred in interpreting the relevant statutes and remanded the case for retrial with a different panel while ordering the defendants to pay the appellant's costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17(2), 17(3) of the Constitution; Articles 7(1), 13(1), 13(2) of Law 2882/2001; Article 18(4) of Law 2882/2001; Articles 9(5)(b), 176, 189, 191(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 107(2), 110(3), 114(5) of the Lawyers' Code: In proceedings for the determination of compensation for forced expropriation, court costs including the client's lawyer fees are awarded against the obligor, calculated at specific statutory percentages per stage of litigation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1347 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1347/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σταμούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ... και 2. Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών, που εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Γεωργάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Νοεμβρίου 2001 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και την δια των από 16 Απριλίου 2002 προτάσεων ασκηθείσα ανταίτηση του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2511/2002 μη οριστική και 2108/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ.1 και 13 παρ.1 και 2 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο η δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου, β) ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εν λόγω αξίας είναι ο χρόνος της ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου συζητήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ενώ, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση αυτή ή σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, κρίσιμος είναι ο χρόνος της ενώπιον του εφετείου συζητήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και γ) ότι, αν μετά τη δημοσίευση της πράξεως περί κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως επέλθει ανατίμηση του απαλλοτριούμενου ακινήτου μη οφειλόμενη στη δημοσίευση της εν λόγω πράξεως ούτε σε ενέργειες του ιδιοκτήτη επί του ακινήτου, η ανατίμηση αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου.
Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.
Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. 'Ετσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση τον χρόνο της εν λόγω συζητήσεως και όχι εκείνης που γίνεται κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, δικάζοντος επί της ασκηθείσας απευθείας ενώπιον αυτού από 28-11-2001 αιτήσεως της αναιρεσείουσας και επί της δια των προτάσεων ασκηθείσας ανταιτήσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως για το αναφερόμενο σ' αυτές ακίνητο που κηρύχθηκε στις 12-4-2000 αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο υπέρ του πρώτου και με δαπάνες του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, εξέδωσε, αρχικώς μεν, μετά τη γενόμενη στις 15-4-2002 συζήτηση, τη 2511/2002 απόφαση με την οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την αξία του απαλλοτριουμένου, ακολούθως δε, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και τη γενόμενη στις 3-5-2004 νέα συζήτηση, τη 2108/2004 απόφαση με την οποία, αφού έλαβε υπόψη την κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως (15-4-2002) αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου και των συστατικών του, προσδιόρισε οριστικώς την αποζημίωση στα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά. Με το να λάβει υπόψη ως κρίσιμο χρόνο εκείνον της πρώτης της συζητήσεως, το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Εν προκειμένω, το εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της από 28-11-2001 αιτήσεως της αναιρεσείουσας, περί καθορισμού αποζημιώσεως για το επί της απαλλοτριούμενης εκτάσεως υπάρχον και από τέσσερις πηγές αναβλύζον υπόγειο νερό, δεχθέν ότι από τις υπάρχουσες στην εν λόγω έκταση τέσσερις πηγές και μία γεώτρηση αφενός αρδεύονται 250 στρέμματα αγρών και αφετέρου τροφοδοτείται με πόσιμο νερό ο οικισμός ... και ότι το νερό αυτών έχει αέναη και ελεύθερη ροή και συνεπώς αποτελεί πράγμα κοινής χρήσεως, για το οποίο η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται να λάβει ιδιαίτερη αποζημίωση. Αντίστοιχος όμως ισχυρισμός, δηλαδή ότι το νερό των πηγών και της γεωτρήσεως ήταν ελεύθερης και αέναης ροής και εντεύθεν κοινής χρήσεως (άρθρα 966, 967 και 968 Α.Κ.), δεν προκύπτει ότι είχε προβληθεί από τα αναιρεσείοντα, κατ' ένσταση, στην ενώπιον του εφετείου δίκη, κατά την οποία το πρώτο μόνο από αυτά κατέθεσε προτάσεις, όπως αναφέρεται στις 2511/2002 (παρεμπίπτουσα) και 2108/2004 (οριστική) αποφάσεις του εφετείου. Επομένως, το εφετείο, που δέχθηκε τα ανωτέρω, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο προς τούτο τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτού, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου, με τον οποίο πλήττεται για έλλειψη νόμιμης βάσεως το ίδιο ως άνω κεφάλαιο της εφετειακής αποφάσεως.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, άρα και κάθε μία από τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ. περισσότερες αιτήσεις. Εξάλλου, "αδίκαστη" μένει μία αίτηση, όταν το δικαστήριο, καίτοι υπεχρεούτο, παρέλειψε να αποφανθεί επί αυτής, δηλαδή να την δεχθεί ή την απορρίψει. Η ίδρυση έτσι του αναιρετικού αυτού λόγου προϋποθέτει παντελή σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, επί αυτοτελούς αιτήσεως του διαδίκου. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο λαμβάνοντας υπόψη τον δασικό χαρακτήρα της απαλλοτριούμενης εδαφικής εκτάσεως και τα προβλεπόμενα από το άρθρο 6 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" κριτήρια για τον προσδιορισμό της αξίας του δάσους, καθόρισε την αποζημίωση σε 0,36 ευρώ κατά μ2, ενιαίως, για την εδαφική έκταση και την υπάρχουσα σ' αυτή δασική βλάστηση, δηλαδή τα δένδρα. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.9 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της αναιρεσείουσας περί καθορισμού αποζημιώσεως, διακεκριμένως, για τα δένδρα, είναι αβάσιμος.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.4 του ΚΑΑΑ ν. 2882/2001), 9 παρ.5 εδ.β' του ν. 1093/1980, 176, 189, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) προκύπτει ότι στη δίκη του προσδιορισμού (προσωρινού ή οριστικού) της αποζημιώσεως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου τα δικαστικά έξοδα του δικαιούχου της αποζημιώσεως επιδικάζονται, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, σε βάρος του υποχρέου για την πληρωμή της αποζημιώσεως και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου, η οποία ορίζεται σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης αποζημιώσεως και δη σε 2% για τη σύνταξη της αιτήσεως και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως, επιπλέον δε σε 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί εκάστης των επομένων συζητήσεων (άρθρα 107 παρ.2, 110 παρ.3 και 114 παρ.5 Κώδικα Δικηγόρων).
Εν προκειμένω, η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας συνέταξε, αφενός μεν, τις από 15-4-2002 προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε κατά την πρώτη ενώπιον του εφετείου συζήτηση, κατά την οποία με παρεμπίπτουσα απόφαση διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογωμοσύνης, αφετέρου δε, τις από 3-5-2004 προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε κατά τη, γενόμενη μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, νέα συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, η αμοιβή της εν λόγω δικηγόρου, περιλαμβανόμενη στα δικαστικά έξοδα και υπολογιζόμενη επί του ποσού της αποζημιώσεως, ανέρχεται σε ποσοστά 2% για τη σύνταξη της από 28-11-2001 αιτήσεως, 1% για τη σύνταξη των από 15-4-2002 προτάσεων και 1% για τη σύνταξη των από 3-5-2004 προτάσεων, δηλαδή συνολικώς σε ποσοστό 4%. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όμως, το εφετείο, επιδικάζοντας τα δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσείουσας και σε βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, καθόρισε την αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσείουσας σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως. Ως εκ τούτου παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. απορρέων πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η ως άνω πλημμέλεια είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η ως άνω οριστική απόφαση του εφετείου κατά το μέρος που πλήττεται με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Αναιρεί την 2108/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
-Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
-Καταδικάζει τα αναιρεσίβλητα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ