Supreme Court dismisses appeal for vague failure to consider evidence regarding child support contribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision awarding the respondent €49,114.96. The appellant argued the lower court ignored evidence proving the respondent contributed to their daughter's upbringing and increased their assets. The court rejected this claim as inadmissible due to a lack of specificity regarding the evidence cited.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(17), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the specific evidence, its content, and its admissibility are not clearly identified in the appeal petition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1346 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1346/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Γ., κατοίκου …Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κρεμμύδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ό. Γ. του Μ., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Παπαχριστόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/3/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ` αριθ. 227/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, δικάζοντας την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ` αριθμ. 61/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την από 20-3-2011 αγωγή αποκτημάτων της τελευταίας τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας-ήδη αναιρεσίβλητης τυπικά και κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή κατά την επικουρική της βάση, την έκανε δεκτή μερικά και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου-αναιρεσείοντος να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 49.114,96 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016, (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 570/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 87/2013).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β` ΚΠολΔ). Περαιτέρω, δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης, όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει μία μόνο διάταξη (ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 360/2016).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1506/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης με την επίκληση της διάταξης του αρ 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της αντιφατικότητας των διατάξεων του διατακτικού της, στο οποίο ορίζεται επί λέξει ότι: "Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση" και "Δέχεται εν μέρει την αγωγή κατά την επικουρική της βάση", με την αιτίαση ότι, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, "ενώ δέχεται ως ορισμένο το επικουρικό αίτημα της αγωγής, κρίνει ως αόριστο σιωπηρώς, ενώ όφειλε να το αναφέρει ρητώς, το κύριο αίτημα της αγωγής.
Όμως και τα δύο αιτήματα στηρίζονται στα αυτά πραγματικά περιστατικά και δεν είναι δυνατό, άλλως υφίσταται αντίφαση όταν δύο αιτήματα που στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά να κρίνονται το ένα ορισμένο και το άλλο αόριστο". Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει με ακρίβεια την αντίφαση των διατάξεων του διατακτικού της απόφασης.
Εξάλλου, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επέχουν θέση διατακτικού, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη του περιεχομένου του διατακτικού της, αυτό είναι σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις έτσι, ώστε, η εκτέλεση της απόφασης να καθίσταται αδύνατη ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα.
Ούτε εξάλλου υφίσταται αντίφαση μεταξύ της διάταξης του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης περί αποδοχής της έφεσης τυπικά και κατ' ουσίαν και της διάταξης περί καταβολής μέρους των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας και νυν αναιρεσίβλητης, σε βάρος του εφεσιβλήτου και νυν αναιρεσείοντος, απορριπτομένου στο σημείο αυτό ως αβάσιμου και του τρίτου από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Επίσης, για τον ίδιο ως άνω λόγο, ήτοι επειδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επέχουν θέση διατακτικού, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι υφίσταται αντιφατική κρίση ως προς την αγορά και ανοικοδόμηση του ακινήτου στην Πάτρα με χρήματα της εναγομένης, η οποία δεν είχε κανένα εισόδημα κατά τον κρίσιμο χρόνο.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρθ. 9 περ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Για να δημιουργηθεί ο από το άρθρο 559 άρ. 9 γ' KΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσίβλητου, γιατί αν άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσίβλητου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για προσβολή της απόφασης (ΑΠ 1062/2007, ΑΠ 187/2007).
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι, το εφετείο, άφησε την αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας εν μέρει αδίκαστη, κατά το κύριο αίτημά της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στερείται ο αναιρεσείων εννόμου συμφέροντος.
IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 KΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους, ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα (ΑΠ 337/2010, ΑΠ 259/2009).
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (OλΑΠ 43/1990, ΑΠ 191/2019, ΑΠ 1705/2008, ΑΠ 1654/2005). Σύμφωνα με τα παραπάνω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 KΠολΔ, για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου είναι αόριστος, αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό κονδύλιο περί συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της, με την απασχόλησή της ως γραμματέα στην επιχείρηση-φροντιστήριο του τελευταίου, για την οποία απασχόληση οι αποδοχές της ανέρχονται συνολικά για το επίμαχο χρονικό διάστημα σε 84.838 ευρώ, ποσό το οποίο εξοικονόμησε ο εναγόμενος.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσής του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 KΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξαρτήτως του ότι, για το ορισμένο της στηριζόμενης στον τεκμαρτό υπολογισμό αγωγής, η οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη, αρκεί να αναφέρεται η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου (αναιρεσείοντος) κατά τη διάρκεια του γάμου, η τελική περιουσία αυτού (εφόσον σύμφωνα με την αγωγή δεν υπήρχε αρχική περιουσία), καθώς και η σε χρήμα αξία της τελικής περιουσίας κατά το χρόνο που η απόφαση περί διαζυγίου των διαδίκων κατέστη αμετάκλητη, ενώ δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης αυτής της αγωγής η επίκληση και απόδειξη από την ενάγουσα της συμβολής της καθ` εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 76/1997).
Επίσης, για τον ίδιο ως άνω λόγο, ήτοι επειδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (κατ' ορθή υπαγωγή και όχι από τον αρ. 1, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή και κατά την επικουρική βάση του τεκμαρτού υπολογισμού, αφού και οι δύο βάσεις της (κύρια και επικουρική) στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1132/2019).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 560 αρ.1, αντίστοιχο του άρθ. 559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).
Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020). Εξάλλου, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Επί πλέον από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 445/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και έβδομο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται στο ότι : α) το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης συμμετείχε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, με την παροχή, χωρίς αμοιβή, υπηρεσιών γραμματειακής υποστήριξης στην επιχείρηση-φροντιστήριο του τελευταίου, καθώς και με την παροχή μισθώματος, κατά παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, διότι καθ' α διατείνεται οι απαιτήσεις αυτές της ενάγουσας δεν επαύξησαν την περιουσία του, αφού δεν υφίστανται απέναντί του αλλά έναντι της ομόρρυθμης εταιρίας που εκμεταλλευόταν το φροντιστήριο, και αφετέρου διότι β) προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ωφέλειας του εναγομένου από τη μη καταβολή αμοιβής στην ενάγουσα για εργασία που προσέφερε, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωσή τους και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τη συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, υπό τα οποία συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγων αναίρεσης, παρά μόνο ένα μικρό απόσπασμα αυτής, το οποίο επέλεξε, κατά το δοκούν, ο αναιρεσείων, αλλά με βάση αυτό και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.
Επί πλέον δε, αναφορικά με την επικαλούμενη πλημμέλεια της παραβίασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο και οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθούν ως απαράδεκτοι προεχόντως λόγω αοριστίας.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ως άνω διατάξεων πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. VI. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/ 2019).
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 1486/2018, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, o αναιρεσείων, με τον δέκατο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο που δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ενάγουσα εδικαιούτο να εισπράττει ως αμοιβή για την εργασία που προσέφερε στην επιχείρηση του εναγομένου ως γραμματέας το ποσό των 3,87 ευρώ ως ωρομίσθιο, ποσό κατά το οποίο ωφελήθηκε ο εναγόμενος που δεν το κατέβαλε, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού η ενάγουσα δεν είχε ισχυριστεί ορισμένο ποσό, για την απασχόλησή της αυτή.
Όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός, αναφορικά με την αποτίμηση σε χρήμα των υπηρεσιών της ενάγουσας ως γραμματέως και ειδικότερα ως προς το ποσό της αμοιβής της, που ερευνήθηκε από το Εφετείο κατά την εξέταση της επικουρικής βάσης της αγωγής του τεκμαρτού υπολογισμού, στα πλαίσια της προβληθείσας προς απόκρουση του τεκμηρίου, νόμιμης ένστασης από τον εναγόμενο περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας, και που φέρεται ότι τον δέχθηκε το Εφετείο χωρίς να έχει προταθεί, ανεξάρτητα από το ό,τι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής της ενάγουσας είχε προταθεί από αυτήν προς υποστήριξη της αγωγής της, η οποία σημειωτέον είχε απορριφθεί στο σύνολό της ως αόριστη στον πρώτο βαθμό, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά συνιστά επιχείρημα του ενισταμένου προς ενίσχυση της προβληθείσας προς απόκρουση του τεκμηρίου, ένστασης αυτού περί μηδενικής συμβολής, καθώς και συμπέρασμα του δικαστηρίου, το οποίο συνάγεται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αφορά αυτοτελή ισχυρισμό, και επομένως, ο ως άνω σχετικός δέκατος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VIΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και
προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 424/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναίρεσης, ορθώς εκτιμώμενο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι και από τους αριθμούς 8 και 10 (όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα αναφορικά με τη μη συμβολή της ενάγουσας στην ανατροφή της θυγατέρας τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του και με τις υπηρεσίες φροντίδας στη θυγατέρα τους.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και δεν εξειδικεύει τα αποδεικτικά μέσα που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ούτε γίνεται επίκληση του περιεχομένου τους και του παραδεκτού της προσαγωγής τους, ώστε από το περιεχόμενο αυτών να κριθεί αν αυτά ήταν ή όχι κρίσιμα για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο ένατος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-3-2019 αίτηση του Π. Μ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 227/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ