Legislator Case Law & Legislation
1346/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment, ruling guarantor's claims lack legal basis.

Case Number 1346/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a third-instance judgment ordering him to pay a bank €419,662.51 as a guarantor. The appellant argued the judgment was flawed regarding asset liquidation and enforcement priorities, but the court found these arguments unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that cassation grounds based on alleged procedural errors or insufficient asset valuation are inadmissible if the lower court's decision is supported by the evidence presented and the judgment explicitly states it considered all submitted documents.

Keywords

AI generated
cassation appeal guarantor liability bankruptcy proceedings asset liquidation legal costs Code of Civil Procedure enforcement priorities

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1346 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1346/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Α., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 8-11-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "…ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δήλωσε ότι παρίσταται στο ακροατήριο η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "….ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "….ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2010 ανακοπή και τους από 7-11-2011 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23137/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2609/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την από 29/10/2010 ανακοπή του και τους από 7/11/2011 πρόσθετους λόγους αυτής ζήτησε να ακυρωθεί η 29175/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε, εις ολόκληρον με άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα, να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 419.662,51 ευρώ (ισόποσο των 143.000.000 δραχμών), το οποίο αποτελεί το κατάλοιπο του οριστικά κλεισθέντος στις 19/4/2010 λογαριασμού της ...

σύμβασης πίστωσης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό και των προσθέτων πράξεων αυτής, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης "….Α.Ε", ως παρεχούσης την πίστωση, και της ανώνυμης εταιρείας "…. Α.Ε.", ως πιστούχου, και της οποίας την εμπρόθεσμη πληρωμή μέχρι του ποσού των 143.000.000 δραχμών εγγυήθηκε ο ίδιος με τις από 13/1/1992 και 26/4/1994 συμβάσεις παροχής εγγυήσεως.

Με την υπ' αριθμ. 23137/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκαν η ως άνω ανακοπή και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, η δε ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ανακόπτοντος, υπ' αριθμ. 2609/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει:

α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού (ΑΠ 368/2019), στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, εκτός αν από την έγγραφη σύμβαση εγγύησης προκύπτει σχετικός περιορισμός της υποχρέωσής του (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).

Η ενοχή δε για το κατάλοιπο, που προκύπτει από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, γεννάται ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων κονδυλίων του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένως ή υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός ή και πριν το κλείσιμο, την οφειλή αυτή (ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 192/05, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991, ΑΠ 1226/1982).

Αν αναγνωρίσθηκε το κατάλοιπο δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού, αλλά αρκεί να γίνεται επίκληση της αναγνώρισης (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 192/2005, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991). Στην περίπτωση δε που, κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού, αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό υπόλοιπο, που προέκυψε απ` αυτό, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο, στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση (ΑΠ 1106/1994).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη.

Πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', ε', στ και ζ' του άρθρου 630 του ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ' αυτήν η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής.

Δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1215/1995, ΑΠ 54/1990).

Συνεπώς, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσεται ο καθ' ού να πληρώσει, ως εγγυητής, το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια συμβάσεως παροχής πιστώσεως από Τράπεζα σε τρίτον, αρκεί να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, η κατάρτιση της συμβάσεως πιστώσεως από την αιτούσα δανείστρια Τράπεζα με τρίτον, η εκ μέρους του καθ' ού παροχή εγγυήσεως για την πληρωμή του καταλοίπου, το κλείσιμο του λογαριασμού, καθώς και ότι το ποσό, το οποίο διατάσσεται ο καθ' ού να πληρώσει, αποτελεί το σε βάρος του πρωτοφειλέτου κατάλοιπο (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 1215/1995).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι, που στρέφονται κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014), ώστε να μπορεί ο μεν καθ'ού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 999/2019).

Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).

Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).

Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005).

Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, το οποίο αναγνωρίστηκε από τον πιστούχο, ο ανακόπτων εγγυητής της πίστωσης έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στον λογαριασμό αυτό με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002).

Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 168/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013 ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί ,αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε( ΑΠ 695/2020).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός (αγωγή, ένσταση κ.λ.π.) κρίθηκε απορριπτέος ως απαράδεκτος ή ως ως μη νόμιμος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, αφ' ενός μεν γιατί δεν έχει νομική θεμελίωση, αφού σ' αυτήν αναφέρονται μόνο τα άρθρα 623 επ. Κ. Πολ. Δ., 112 Εισ. ΝΑΚ και 847 επ. ΑΚ και δεν περιλαμβάνεται νομική σκέψη για το ποία ήταν η σύμβαση, με βάση την οποία εκδόθηκε, αφ' ετέρου δε γιατί δεν αναφέρει το αριθμό κατάθεσης της αίτησης, με βάση την οποία εκδόθηκε, ενώ με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής υποστηρίζει ότι η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ήταν αόριστη και σε κάθε περίπτωση αναπόδεικτη και συνεπώς απαραδέκτως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, γιατί στην υπ' αριθμ. 40813/2010 αίτηση, που βρήκε στον φάκελλο της δικογραφίας, περιλαμβάνονται οι καταχωρήσεις στον αλληλόχρεο λογαριασμό της πίστωσης μόνο του χρονικού διαστήματος από 4/1/2010 έως τις 19/4/2010, που έκλεισε η πίστωση, οι οποίες προσδιορίζονται με ακατάληπτα ακρωνύμια, που τον εμποδίζουν να ελέγξει την βασιμότητά τους και αφορούν σε ανύπαρκτες αξιώσεις, που κακώς έχουν περιληφθεί στον λογαριασμό, καθώς δεν αντιστοιχούν σε καμμία οφειλή και δεν καλύπτονται από τις συμβάσεις εγγύησης, ενώ για το προηγούμενο χρονικό διάστημα λειτουργίας της πίστωσης αναφέρεται μόνο ότι στις 4/1/2010 έγινε από την πιστούχο αναγνώριση του προσωρινού τότε καταλοίπου της πίστωσης χωρίς να προσδιορίζονται οι χρεωπιστώσεις του χρονικού αυτού διαστήματος, τις οποίες σε κάθε περίπτωση αρνείται και χωρίς να προσδιορίζεται πόσο ήταν το προσωρινό κατάλοιπο, που αναγνωρίστηκε από την πιστούχο στις 4/1/2010.

Οι λόγοι αυτοί, μετά την απόρριψή τους πρωτοδίκως επαναφέρθηκαν με την έφεση και απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ειδικότερα για την πληρότητα και εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται η παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, ούτε η αναφορά του αριθμού καταθέσεως της αίτησης ,επί της οποίας αυτής εκδόθηκε, η οποία άλλωστε εν προκειμένω, από την απλή επισκόπηση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι προσδιορίζεται επαρκώς με αναφορά στην ημερομηνία κατάθεσης, στους διαδίκους και το περιεχόμενό της...

Στην περίπτωση που, κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, αναγνωρίστηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό κατάλοιπο, που προέκυψε από αυτό, όπως συνέβη και στην ένδικη περίπτωση κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, το κατάλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής του οριστικού υπόλοιπου των κονδυλίων του λογαριασμού, για την περίοδο στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση...

Από την απλή επισκόπηση της ίδιας της αίτησης... προκύπτει ότι αναφέρεται με σαφήνεια ότι η πιστούχος εταιρεία αναγνώρισε την 4/1/2010 με επιστολή της προς την καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητη) το χρεωστικό υπόλοιπο, που εμφάνιζε ο λογαριασμός κατά τον χρόνο εκείνο, ποσού 595.395,45 ευρώ. Περαιτέρω ο... λόγος ανακοπής...

ότι δεν αιτιολογούνται επαρκώς κάποια κονδύλια, που αναφέρονται στην αίτηση με ακρωνύμια και ότι... οι χρεώσεις αυτές δεν συμφωνήθηκαν ..... πέραν της αοριστίας του, αφού δεν αμφισβητείται το ύψος συγκεκριμένων κατ' ιδίαν ....κονδυλίων... είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι... για το ορισμένο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν είναι απαραίτητη η αναφορά των κατ' ιδίαν συμφωνιών των μερών".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεν ακύρωσε την διαταγή πληρωμής λόγω αοριστίας τόσον της ιδίας, όσον και της αίτησης, με βάση την οποία εκδόθηκε, όχι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από το αριθμό 14 του άρθρου 559 ΑΚ αναιρετική πλημμέλεια, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης νομίμως, κατά το άρθρο 578 Κ.

Πολ. Δ, προστεθεί και η αιτιολογία ότι σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της αίτησης, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, προκύπτει ότι στην σελ. 13 αυτής αναφέρεται αναλυτικά η ακριβής σημασία των ενδείξεων, που προσδιορίζονται με ακρωνύμια στον λογαριασμό της πίστωσης και αφού απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος ο προβαλλόμενος για πρώτη φορά με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι είναι καταχρηστική και μη εφαρμοστέα η ρήτρα της σύμβασης ότι η αναγνώριση του υπολοίπου της πίστωσης από την πιστούχο δεσμεύει και την ίδια ως εγγυήτρια, γιατί τον ισχυρισμό αυτό δεν τον προέβαλε με τους ανωτέρω δυο πρώτους λόγους, αλλά ούτε και με τους λοιπούς λόγους της ανακοπής της.

Στον ίδιο πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 111 και 112 ΕισΝΑΚ, 847 επ., 361, 806 επ. και 345 ΑΚ, αρκεσθείς σε λιγότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους και έτσι αναγνώρισε εγγυητική ευθύνη εις βάρος του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά μεν την από τον αριθμό 1 πλημμέλεια λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζεται καθόλου το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, κατά δε την από τον αριθμό 19 πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, για την απόρριψη των δύο πρώτων λόγων της ανακοπής, δεν εξέτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 368/2019), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019).

Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2, παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ` αμάχητο τεκμήριο ως καταχρηστικών (ΑΠ 1138/2020 ΑΠ 368/2019, 1463/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ.

α` του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ,που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.

Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών, με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.

Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.

Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους.

Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019).

Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ` άρθρο 847 Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.

Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ' του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017).

Επομένως ο εγγυητής δεν είναι καταναλωτής, κατά την έννοια του Ν.2251/1994, εάν υπέγραψε την σύμβαση εγγύησης στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, τέτοια δε περίπτωση αποτελεί και η παροχή εγγύησης από τον μέτοχο της πιστούχου εταιρείας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δανειοδότησή της και η ανάπτυξή της, από την οποία ο εγγυητής προσδοκά κέρδος.

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 383/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο ανακοπής, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι τα έτη 1992 και 1994, που σύναψε τις δύο επίδικες συμβάσεις εγγύησης, όντας μέτοχος της πιστούχου εταιρείας με ποσοστό 16%, το οποίο μεταβίβασε στις 20/4/2000 αντί τιμήματος 45.000.000 δραχμών και αποχώρησε από αυτήν, έχοντας άμεσο συμφέρον να αγωνισθεί για την πιστούχο εταιρεία, αναγκάσθηκε και δέχθηκε δίχως διαπραγμάτευση προδιατυπωμένους έγγραφους όρους στις συμβάσεις εγγυήσεως, με τους οποίους α) παραιτήθηκε όλων των ενστάσεων του εγγυητή από τα άρθρα 853, 854, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ, β) εγγυήθηκε στο διηνεκές δίχως χρονικούς περιορισμούς, "δι' απάσας τας ήδη υφιστάμενας ως και εν τω μέλλοντι οποτεδήποτε αναληφθησομένας υποχρεώσεις του υπέρ ου η εγγύησις προς την Τράπεζαν και εν γένει οφειλάς αυτού εκ της ρηθείσης συμβάσεως ως και πάσης άλλης σχετικής και προσθέτου συναφθησομένης μεταξύ Τραπέζης και πιστούχου" και γ) δήλωσε ότι έχει λάβει γνώση του περιεχομένου της σύμβασης πίστωσης με τις μέχρι τότε πρόσθετες πράξεις της, όλοι δε οι όροι αυτοί αποτελούν Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ), οι οποίοι είναι άκυροι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6, 7 περ.

ε', στ', κδ', κστ' κζ' λ'και 10 Ν. 2251/1994 "περί προστασίας του καταναλωτή". Ο λόγος αυτός, μετά την απόρριψή του πρωτοδίκως, επαναφέρθηκε με την έφεση του αναιρεσείοντος και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τα εκτιθέμενα στο ίδιο το δικόγραφο της ανακοπής προκύπτει ότι ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων), με δύο συμβάσεις εγγυήσεως, που συνήψε με την δικαιοπάροχο της καθ'ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητης), Τράπεζα Εργασίας, κατά τα έτη 1992 και 1994, χρόνους κατά τους οποίους, όπως ο ίδιος συνομολογεί, ήταν μέτοχος της ως άνω πιστούχου εταιρείας (ΕΥΡΩΒΑΦΗ Α.Ε.), εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα, ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος της ενστάσεως της διζήσεως και όλων των απορρεόντων υπέρ των εγγυητών δικαιωμάτων των άρθρων 853, 862, 863, 866, 867 και 868 του ΑΚ, για την εμπρόθεσμη πληρωμή εκ μέρους της ως άνω πιστούχου κάθε οφειλής της και εν γένει υποχρεώσεώς της προς την δικαιοπάροχο της καθ'ης η ανακοπή τράπεζα, υφιστάμενης και μέλλουσας, προερχόμενης από την υπ'αριθμ. ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, που είχαν συναφθεί μεταξύ της δικαιοπαρόχου της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας και της πιστούχου εταιρείας, ενεργώντας στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και συνεπώς δεν θεωρείται καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 στοιχ.

ββ' του ν. 2251/1994, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 3587/2007. Ειδικότερα ο ανακόπτων, ως μέτοχος της πιστούχου μέχρι τον χρόνο της παροχής των εγγυήσεων, κατά τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, παρείχε τις ένδικες εγγυήσεις υπέρ της πιστούχου εταιρείας αποβλέποντας στα κέρδη που θα επέφερε σε αυτήν η χορήγηση μίας τόσο σημαντικής πίστωσης (143.000.000 δραχμών το έτος 1994) και έμμεσα στον ίδιο ως μέτοχο, δηλαδή ενήργησε στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και συνεπώς αυτός (ανακόπτων) δεν εμπίπτει στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως ασθενέστερο μέρος της προκειμένης σύμβασης, βάσει των επικαλούμενων από τον ίδιο διατάξεων του ν. 2251/1994, για την ακυρότητα των όρων των ένδικων συμβάσεων περί παραίτησης από τα ευεργετήματα εκ των άρθρων 853, 854, 858, 862, 863, 866, 867, 868 ΑΚ και τη γενικότερη προσχώρησή του σε αυτές, αφού,...

η ηθελημένη από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 και του μεταγενέστερου ν. 3587/2007 ιδιαίτερη προστασία δεν δικαιολογείται στην περίπτωση εγγυητή που εγγυήθηκε ως πρωτοφειλέτης και ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Πέραν τούτου, όμως, ο ως άνω λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται στην ακυρότητα ως καταχρηστικού του όρου των συμβάσεων εγγυήσεως περί παραιτήσεως του ανακόπτοντος - εγγυητή από τα δικαιώματά του είναι απορριπτέος, καθώς η παραίτηση του εγγυητή τραπεζικής σύμβασης από την ένσταση διζήσεως, δεν αντίκειται κατ'αρχήν στο νόμο, καθόσον η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητά στις διατάξεις των άρθρων 851 και 857 αρ. 1 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή ωστόσο είναι ενδοτικού δικαίου και η ένσταση διζήσεως μπορεί έγκυρα να αποκλειστεί με παραίτηση του εγγυητή (ανάληψη ευθύνης από εγγυητή ως αυτοφειλέτη), υπό τον όρο ότι η παραίτηση περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο της ΑΚ 849....... Και τούτο διότι με την παραίτηση από τα δικαιώματα αυτά, δεν συνομολογείται ευθύνη μεγαλύτερη από όση καθορίζει η διάταξη του άρθρου 851 ΑΚ, καθώς ο εγγυητής αναλαμβάνει την ευθύνη για την κύρια οφειλή και τις συνέπειες που προκαλούνται σε αυτήν από πταίσμα ή υπερημερία του πρωτοφειλέτη, και όχι για άσχετες οφειλές προς αυτήν.

Κατά συνέπεια, ο όρος της παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση της διζήσεως δεν ελέγχεται ως παράνομος και καταχρηστικός λόγω πρόδηλης αντίθεσής του στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, καθώς θεωρείται καταρχήν ότι δεν επιφέρει διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του εγγυητή, με την επιφύλαξη όμως και τον περιορισμό για την δανείστρια τράπεζα, ότι ο εγγυητής, κατά τη σύναψη της σύμβασης, στο τέλος της οποίας θέτει την υπογραφή του, πρέπει να ενημερώνεται πλήρως από την τράπεζα, προκειμένου να πληρούται και η νόμιμη υποχρέωση της τράπεζας για σαφήνεια και διαφάνεια των όρων της σύμβασης πίστωσης όχι μόνο έναντι στον πρωτοφειλέτη, αλλά και έναντι στον εγγυητή.

Επομένως, βάσει των ανωτέρω, προέκυψε ότι είναι απορριπτέος ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής, διότι εκτός του (ενν. ότι) δεν προέκυψε συγκεκριμένη προσβολή των συμφερόντων του ανακόπτοντος εγγυητή από αυτή την αιτία, οι όροι διαφάνειας έχουν ικανοποιηθεί με την σχετική αναφορά περί της παραιτήσεως από (το) σχετικό δικαίωμά του στις συμβάσεις εγγυήσεως, που υπέγραψε ο ανακόπτων με την δικαιοπάροχο της καθ'ης η ανακοπή".

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ. Πολ. Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 περ. α' στοιχ. ββ'του Ν. 2251/1994, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 5 παρ. 1του Ν. 3587/2007 και του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994 και έτσι δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν είναι καταναλωτής και συνεπώς δεν εμπίπτει στην προστασία του Ν. 2251/1994, αντίθετα με την πιστούχο, που την θεώρησε καταναλωτή.

Ο λόγος αυτός ως προς τους προσβληθέντες με την ανακοπή ανωτέρω υπό στοιχεία α' και γ' όρους των συμβάσεων εγγυήσεως είναι αλυσιτελής και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφαση, το αίτημα της ανακοπής να κηρυχθούν άκυροι οι όροι αυτοί απορρίφθηκε τόσον με την κύρια αιτιολογία της απόφασης ότι ο αναιρεσείων δεν είναι καταναλωτής και συνεπώς δεν εφαρμόζεται ο Ν. 2251/1994, όσο και με επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό απόρριψης, ότι οι όροι αυτοί δεν αντίκεινται ως ΓΟΣ στον Ν. 2251/1994, πλην όμως με τον λόγο αναίρεσης δεν προσβάλλεται η επάλληλη αυτή αιτιολογία.

Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο τόσο για τους ανωτέρω ΓΟΣ όσο και για τον υπό στοιχείο β' ΓΟΣ, για την απόρριψη του οποίου δεν υπάρχει επάλληλη αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, δεχόμενο, με την κύρια αιτιολογία του, ότι ο αναιρεσείων δεν είναι καταναλωτής κατά την έννοια του νόμου 2251/1994, αφού αυτός, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, παρέσχε τις ένδικες εγγυήσεις ως μέτοχος της πιστούχου αποβλέποντας στα κέρδη, που θα επέφερε και στον ίδιο η χορήγηση της πίστωσης και συνεπώς, ενόψει του ότι ενήργησε στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, δεν εμπίπτει στην προστασία του Ν. 2251/1994, και έτσι ορθώς απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, δεν αποτελεί δε αντίφαση προς τα ανωτέρω η αναφορά ότι η πιστούχος, που επίσης ενήργησε στα πλαίσια της επαγγελματικής της δραστηριότητας είναι καταναλωτής, γιατί αυτό προβλέπεται στον ανωτέρω νόμο.

Η περαιτέρω αιτίαση για πλημμέλεια και από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ., που περιλαμβάνεται στον λόγο αναίρεσης αυτόν, είναι απαράδεκτη γιατί το Εφετείο ,για την απόρριψη του λόγου ανακοπής, δεν εξέτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και επομένως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 218/2020). Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Με το δεύτερο σκελος του τρίτου λόγου ανακοπής και με τον τέταρτο λόγο ανακοπής ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη, αν και γνώριζε, άλλως δε όφειλε να γνωρίζει, ότι ο ίδιος είχε αποχωρήσει από την πρωτοφειλέτρια - πιστούχο εταιρεία στις 20/4/2000, όταν πώλησε τις 4704 ονομαστικές μετοχές ,που είχε σε αυτήν, στον Ν.

Κ. αντί τιμήματος 45.000.000 δραχμών, γι' αυτό δε και δεν τον περιέλαβε στις πρόσθετες συμβάσεις εγγύησης της πίστωσης, που σύναψε αυτή τα έτη 2003 και 2004 με τις ανώνυμες εταιρείες "Μ. Κ. Α.Ε." και "…Α.Ε.", που ανήκαν στους μεγαλομετόχους της πιστούχου, αν και για μία δεκαετία δεν τον είχε πληροφορήσει, ούτε τον είχε αναζητήσει για να τον πληροφορήσει για τίποτα, αποδεχόμενη προφανώς την ελευθέρωσή του από την ευθύνη του ως εγγυητή για το χρονικό διάστημα από την αποχώρησή του από την πιστούχο και στην συνέχεια, γιατί εξέλιπε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης εγγύησης, που ήταν η συμμετοχή του στην πιστούχο και αν και κατά το χρονικό διάστημα μετά την αποχώρησή του μηδενίστηκε τρείς φορές, στις 8/4/2002, στις 11/3/2003 και στις 3/7/2003 ο λογαριασμός της πίστωσης, το κλείσιμο του οποίου η αναιρεσίβλητη δεν του το κοινοποίησε στις 19/4/2010, που το κοινοποίησε στην πιστούχο και στους άλλους εγγυητές της πίστωσης, αλλά στις 30/9/2010, γιατί αμφιταλαντεύθηκε ,γεγονός που δείχνει ότι δεν τον θεωρούσε πια εγγυητή, όμως τελικά επέδωσε και σε αυτόν την επίδικη διαταγή πληρωμής, ενεργοποιώντας κατά τρόπο καταχρηστικό και συνεπώς άκυρο την ευθύνη του από τις συμβάσεις εγγύησης, από δε τις ανωτέρω πρακτικές της του δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι τον είχε απαλλάξει από την εγγυητική του ευθύνη και ζήτησε να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής.

Ο λόγος αυτός, απορρίφθηκε πρωτοδίκως, επαναφέρθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Τα ανωτέρω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης καταχρηστική, διότι δεν συνιστούν συμπεριφορά αυτής προς τον ανακόπτοντα η οποία να μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι του δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, όπως λ.χ.

ως εάν είχαν λάβει χώρα προφορικές διαβεβαιώσεις εκπροσώπων της καθ' ης προς τον ανακόπτοντα, μετά από την αποχώρησή του από την πιστούχο εταιρεία, περί απαλλαγής του από την εγγυητική του ευθύνη. Σημειωτέον ότι μόνο το γεγονός της αποχώρησης του ανακόπτοντος από την πιστούχο εταιρεία, ακόμη κι αν ήταν σε γνώση της καθ' ης, δεν επέφερε απόσβεση της ευθύνης του ανακόπτοντος από τις ένδικες συμβάσεις εγγύησης, καθότι δεν υπάρχει επίκληση (ούτε άλλωστε αποδείχθηκε) ότι δικαιοπρακτικό θεμέλιο των επίδικων συμβάσεων εγγυήσεως ήταν η συμμετοχή του ανακόπτοντος στην πιστούχο εταιρεία.

Ούτε, εξάλλου, εκτίθεται ότι η άσκηση εκ μέρους της καθ' ης του ένδικου δικαιώματός της, επιχειρήθηκε χωρίς οικονομικό όφελος γι' αυτήν, καθόσον δεν υπάρχει επίκληση (ούτε αποδείχθηκε) ότι η απαίτηση της καθ' ης είναι επαρκώς εξασφαλισμένη με την ακίνητη περιουσία του πραγματικού λήπτη των πιστώσεων ή των άλλων αναφερόμενων εγγυητών.

Περαιτέρω, το ότι η καθ' ης συνήψε και άλλες συμβάσεις εγγύησης με άλλα νομικά πρόσωπα και ότι κοινοποίησε στον ανακόπτοντα το κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού με χρονική καθυστέρηση έξι (6) μηνών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιούργησαν σε αυτόν εύλογη πεποίθηση περί μη άσκησης του δικαιώματος της, αφού αυτά έρχονται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος ότι δεν είχε καμία επαφή με την πιστούχο εταιρεία μετά από την αποχώρησή του και συνεπώς δημιουργείται το ερώτημα, πώς είναι δυνατό αυτός να ήξερε, πριν από την κοινοποίηση σε αυτόν του κλεισίματος του λογαριασμού και την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αν υπήρξαν πρόσθετες εγγυήσεις και πότε έλαβε χώρα το κλείσιμο του λογαριασμού, ώστε να του δημιουργηθεί πεποίθηση περί απαλλαγής του από την ευθύνη του, ούτε άλλωστε το χρονικό διάστημα των έξι (6) μηνών, αν εκληφθεί ως αδράνεια της καθ' ης, είναι αρκετό και ικανό για να του δημιουργήσει την πεποίθηση αυτή, χωρίς να συνοδεύεται και από άλλα σχετικά περιστατικά συμπεριφοράς της καθ' ης προς τον ανακόπτοντα, κατά τα προαναφερόμενα.

Αντίθετα, από το περιεχόμενο του κρινόμενου λόγου ανακοπής προκύπτει ότι ο ίδιος ο ανακόπτων θεωρούσε ότι με τη μεταβίβαση των μετοχών του και την αποχώρησή του από την πιστούχο εταιρεία, θα απαλλασσόταν από την ευθύνη του, πλην όμως αβάσιμα. Επομένως, ο σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.

Σημειωτέον ότι αναφορικά με τον ειδικότερο ισχυρισμό του ανακόπτοντος, που περιλαμβάνεται σε αυτόν τον λόγο της ανακοπής, για ελευθέρωσή του από τις συμβάσεις εγγύησης λόγω μηδενισμού του λογαριασμού που εξυπηρέτησε την επίδικη σύμβαση πίστωσης, με την οποίο επιχειρείται, κατ' εκτίμηση, να θεμελιωθεί ισχυρισμός περί απόσβεσης της εγγύησης κατ' άρθρο 864 ΑΚ, λεκτέα τα εξής :

Ο ανακόπτων, όπως συνομολογεί με την ανακοπή του, εγγυήθηκε για την πληρωμή του υπολοίπου ,που επρόκειτο να προκύψει στο μέλλον από τον λογαριασμό που εξυπηρετούσε την επίδικη σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και μέχρι του ποσού των 419.662,51 ευρώ. Κατά συνέπεια, η ευθύνη του δεν επηρεάζεται από τις κατά τη διάρκεια της λειτουργίας σύμβασης, διακυμάνσεις του λογαριασμού, δεδομένου ότι τα κατ' ιδίαν κονδύλια χρεοπιστώσεων χάνουν την αυτοτέλειά τους και μεταβάλλονται σε αριθμητικά κονδύλια, ώστε το κατάλοιπο του λογαριασμού, που θα υπάρξει μετά το κλείσιμο, το οποίο (κατάλοιπο) προσδιορίζει την ύπαρξη και το ποσό της πίστωσης, να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση....

Ο εν λόγω, δηλαδή, ισχυρισμός του ανακόπτοντος για ελευθέρωσή του από τις επίδικες συμβάσεις εγγύησης για τον λόγο ότι, μετά την αποχώρησή του ως εταίρου από την πιστούχο εταιρεία, ο λογαριασμός μηδενίστηκε σε κάποιες χρονικές στιγμές και άρα αυτός ελευθερώθηκε, είναι νόμω αβάσιμος, αφού για τον προσδιορισμό της έκτασης της εγγύησης λαμβάνεται υπόψη μόνο το τελικό κατάλοιπο κατά το κλείσιμο του λογαριασμού και όχι τα ενδιάμεσα, των οποίων το ύψος παραμένει αδιάφορο και η ασφάλεια ,που δόθηκε, δεν αποσβένεται, εάν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του τρέχοντος λογαριασμού το υπόλοιπο, που σχηματίσθηκε μετά την επίδικη σύμβαση εγγύησης, μηδενίσθηκε σε ορισμένη χρονική στιγμή.

Άλλωστε, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ο τηρούμενος για την επίδικη πίστωση λογαριασμός ήταν μηδενικός, παρά μόνο υπήρξε μεταφορά του υπολοίπου από λογαριασμό σε λογαριασμό για λόγους λειτουργικούς της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας, η μεταφορά δε αυτή δεν συνεπάγεται εξόφληση της οφειλής από την επίδικη σύμβαση πίστωσης.

Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος περί μη νόμιμης δέσμευσής του για μελλοντική οφειλή της πιστούχου και περί μη ενημέρωσής του από την καθ' ης για τις πρόσθετες πράξεις, που έλαβαν χώρα μετά από την αποχώρησή του και την κίνηση εν γένει του λογαριασμού, πρέπει να σημειωθεί ότι από την επίδικη σύμβαση πίστωσης δεν συνάγεται ότι ορίσθηκε χρονικός περιορισμός δανειοδότησης εκ μέρους της καθ' ης τράπεζας, ούτε επικαλείται τέτοιον όρο ο ανακόπτων, αλλά αντίθετα αναφέρεται στη σύμβαση ότι η διάρκεια του τρέχοντος λογαριασμού είναι αόριστη.

Ενώ, εξάλλου, η μη συμμετοχή του ανακόπτοντος σε πρόσθετες πράξεις της επίδικης πίστωσης ουδόλως κατέστησε τη θέση του δυσχερέστερη και αλυσιτελώς προβάλλεται, δεδομένου ότι αυτός υποχρεώθηκε να καταβάλει μόνο το ποσό των 419.662,51 ευρώ, για το οποίο υφίστατο η εγγυητική του ευθύνη, ούτε η καθ' ης είχε υποχρέωση να τον ενημερώνει για την κίνηση του λογαριασμού, αλλά ο ίδιος είχε τη δυνατότητα, αν ήθελε, να ενημερώνεται σχετικά».

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε με την κύρια αιτιολογία του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί τα περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι είναι αληθινά, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να επιδώσει την διαταγή πληρωμής στον αναιρεσείοντα, αντίθετη στα χρηστά ήθη, στην καλή πίστη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος και συνεπώς καταχρηστική, ενόψει ιδίως και του ότι δεν γίνεται επίκληση οποιασδήποτε ενέργειας της αναιρεσίβλητης από την αποχώρηση του αναιρεσείοντος από την πιστούχο εταιρεία και μέχρι το κλείσιμο του λογαριασμού της πίστωσης, που να δημιούργησε στον αναιρεσείοντα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα στραφεί και κατ' αυτού, αντίθετα δε ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει στον κρινόμενο λόγο της ανακοπής του ότι "ίσως να ήταν λάθος που δεν επιχείρησα μονομερώς να προβώ στην καταγγελία των συμβάσεων εγγύησης".

Επομένως ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ.

Πολ. Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο για την απόρριψη με επάλληλη αιτιολογία και ως ουσιαστικά αβάσιμης της ανωτέρω εκ του άρθρου 281 Α.Κ. ένστασης, δεν έλαβε υπόψη του τον υποφάκελλο με τις κινήσεις των αναφερόμενων στην αίτηση αναίρεσης τεσσάρων λογαριασμών της πίστωσης, τον οποίο είχε προσκομίσει με επίκληση και από τον οποίο αποδεικνύεται η πλήρης απαλλαγή του από κάθε εγγυητική ευθύνη, γιατί οι τρείς πρώτοι λογαριασμοί μηδενίστηκαν, ενώ ο τέταρτος με αριθμό ...

ήταν νέος λογαριασμός, που άρχισε να ισχύει από 23/5/2003 και δεν έχει σχέση με τον προηγούμενο, που κλείστηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την αδιάστικη διατύπωση της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν, συνεπώς και τους επίδικους λογαριασμούς με την κίνησή τους, τους οποίους και σχολιάζει αναφέροντας ότι κάθε λογαριασμός κατέστη μηδενικός όχι γιατί εξοφλήθηκε αλλά γιατί το υπόλοιπο του μεταφέρθηκε στον επόμενο.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ.

Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.

στ` της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου".

Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του".

Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β`). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (ΑΠ 368/2019).

Περαιτέρω, όμως ο ανωτέρω Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας του άρθρου 2 παρ.1 και 2 Ν.2251/1994, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.

Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.

Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ` επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005).

Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ` αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α` 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης (ΑΠ 368/2019).

Σημειωτέον, πάντως, ότι η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του σχετικού λόγου της ανακοπής επιφέρει, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνο τη μερική ακύρωση αυτής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 753/1995). Τέλος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ.

περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 169/2019, 692/2017, ΑΠ 646/2017). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013).

Με τον πέμπτο λόγο ανακοπής ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η διαταγή πληρωμής ως προς αυτόν γιατί μετά την αποχώρηση του από την πιστούχο εταιρεία έλαβαν χώρα δύο τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης πίστωσης χωρίς να λάβει γνώση τους και να τις προσυπογράψει, οι οποίες αλλοιώνουν και χειροτερεύουν την θέση του, χωρίς την συναίνεσή του και σηματοδοτούν την εκκίνηση μίας νέας σύμβασης και γι' αυτό οδηγούν στην ελευθέρωσή του από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητή.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι με την από 14/1/2004 τροποποιητική σύμβαση ορίστηκε ότι ο τόκος που υποχρεούται να καταβάλει ο πιστούχος υπολογίζεται τοκαριθμικώς με βάση έτος 360 ημερών και ότι το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να μεταβάλει το βασικό επιτόκιο της σύμβασης ασκείται όχι με την υπογραφή πρόσθετης πράξης στην σύμβαση πίστωσης αλλά με ανακοίνωση της αναιρεσίβλητης, που δημοσιεύεται δια του τύπου ή με άλλον τυχόν επιβαλλόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις τρόπο και ότι με την από 5/2/2009 τροποποιητική της αρχικής σύμβαση ορίστηκε ότι η πιστούχος είναι υποχρεωμένη με δαπάνη της να δέχεται τον έλεγχο της οικονομικής της κατάστασης από όργανα της αναιρεσίβλητης ή ορκωτούς ελεγκτές οριζόμενους από αυτήν.

Περαιτέρω με τους συναφείς προς τον ανωτέρω λόγο, έβδομο, όγδοο και δέκατο λόγους ανακοπής ο ενάγων ισχυρίζεται, με τον έβδομο λόγο ότι είναι αόριστη η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, γιατί δεν αναφέρεται σε αυτήν το ακριβές ύψος του συμβατικού επιτοκίου, που εφαρμόσθηκε μετά την πρώτη από 14/1/2004 τροποποιητική σύμβαση, αφού η αναιρεσίβλητη δεν του γνωστοποίησε ποτέ τις εκάστοτε μεταβολές αυτού, ούτε συντάχθηκε ποτέ πρόσθετη πράξη για την εκάστοτε μεταβολή, όπως προέβλεπε η αρχική σύμβαση πίστωσης, με τον όγδοο λόγο ότι είναι αόριστη η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και γι' αυτό πρέπει να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, γιατί με αυτήν έχουν επιδικασθεί κονδύλια τόκων, που υπολογίστηκαν με μη σύννομο τρόπο και δεν καλύπτονται από την αναγνώριση της έως τότε οφειλή της, που έκανε η πιστούχος στις 4/1/2010, γιατί είναι άκυρος ως αντιτιθέμενος στο Ν. 2251/1994 αλλά και στο άρθρο 281 Α.Κ.

ο όρος της αρχικής σύμβασης πίστωσης ότι η αναιρεσίβλητη έχει δικαίωμα να προσδιορίζει το ποσοστό του επιτοκίου και με τον δέκατο λόγο ότι διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί γιατί για το χρονικό διάστημα από 14/1/2004, που υπογράφηκε η ανωτέρω πρώτη τροποποιητική σύμβαση και εφεξής περιλαμβάνει τόκους υπολογιζόμενους τιμαριθμικά με βάση έτος 360 αντί 365 ημερών με αποτέλεσμα έτσι να επιβαρυνθεί ετησίως με περισσότερους τόκους κατά ποσοστό 1,3889%.

Το Εφετείο απέρριψε τους επαναφερθέντες με την έφεση, μετά την απόρριψή τους με την πρωτόδικη απόφαση, ανωτέρω λόγους ανακοπής και η απόρριψη αυτή προσβάλλεται με λόγους αναίρεσης και ειδικότερα: α) Ο πέμπτος λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος "διότι τα .....εκτιθέμενα (εν. σε αυτόν) και αληθή υποτιθέμενα δεν οδηγούν σε απόσβεση της εγγύησης σύμφωνα με τον νόμο (άρθρα 862-865 ΑΚ) ή τυχόν την σύμβαση" και γιατί "ως προς τον υπολογισμό των τόκων με βάση το έτος 360 ημερών ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν προσβάλλεται συγκεκριμένο κονδύλιο του τηρηθέντος λογαριασμού...

ώστε μόνο κατ' αυτό το ποσό να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851, 862 Α.Κ. 47 του Ν.Δ. της 17/7-13/8/1923 και 112 ΕισΝΑΚ και έτσι δέχθηκε ότι οι ερήμην του αναιρεσείοντος τροποποιήσεις της αρχικής συμβάσεις, που έγιναν με τις από 14/1/2004 και 5/2/2009 πρόσθετες πράξεις, που δεν συνυπέγραψε αυτός ως εγγυητής δεν μπορούν κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή να επιφέρουν την κατά το άρθρο 862 Α.Κ.

ελευθέρωσή του και τον δεσμεύουν, αφού, όπως αναφέρεται και στην ανακοπή, ο αναιρεσείων με τις συμβάσεις εγγύησης, που είχε υπογράψει, είχε εγγυηθεί και για κάθε οφειλή, που θα προκύψει "εκ των ως άνω συμβάσεων και πάσης άλλης σχετικής και προσθέτου συμβάσεως συναφθησομένης μεταξύ τραπέζης και πελάτου".

Σε κάθε περίπτωση οι επίδικες τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης δεν ήταν ουσιώδεις και δεν επέφεραν ουσιαστικά την σύναψη νέας σύμβασης, η οποία δεν δεσμεύει τον αναιρεσείοντα, όπως αυτός ισχυρίζεται, ενόψει του ότι 1) όπως αναφέρεται στην ίδια την ανακοπή, στην αρχική σύμβαση και στο άρθρο 1 αυτής ορίζεται ότι η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλει μονομερώς το επιτόκιο της σύμβασης πίστωσης με απλή γνωστοποίηση στην πιστούχο, η μεταβολή δε που επήλθε με την από 14/1/2004 τροποποιητική σύμβαση είναι μόνον ότι η μονομερής αυτή αλλαγή του επιτοκίου θα γίνεται με ανακοίνωση της αναιρεσίβλητης δια του τύπου ή με άλλο τυχόν τρόπο που επιβάλλεται από τις ισχύουσες διατάξεις, 2) ο αντίθετος στον Ν. 2251/91994 ΓΟΣ ότι ο υπολογισμός του τόκου θα γίνεται με έτος 360 και όχι 365 ημερών δεν οδηγεί στην απαλλαγή της πιστούχου και επομένως και των εγγυητών της πίστωσης, αλλά στην δυνατότητα τους να προσβάλλουν με λόγο ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής τους παράνομα χρεωθέντες τόκους και να επιτύχουν μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό (όπως έκανε και ο ανακόπτων με τον δέκατο λόγο ανακοπής) και 3) ο όρος που προστέθηκε με την πρόσθετη σύμβαση της 5/2/2009 δεν επιφέρει μεταβολή της σύμβασης, αλλά μόνο διευκολύνει τον έλεγχο της πιστούχου από την αναιρεσίβλητη.

Επομένως αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες του Εφετείου με τις ανωτέρω αιτιολογίες (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο ως προς την απόρριψη του πέμπτου λόγου της ανακοπής, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.

Πολ. Δ. πλημμέλεια είναι απαράδεκτος γιατί το Εφετείο για την απόρριψη του πέμπτου λόγου ανακοπής δεν εξέτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση. β) Ο δέκατος λόγος ανακοπής απορρίφθηκε από το Εφετείο ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας "εφόσον δεν προσβάλλεται συγκεκριμένο κονδύλιο του τηρηθέντος λογαριασμού, ούτε ο ανακόπτων επικαλείται αν πράγματι η καθ' ης έκανε χρήση του σχετικού όρου και ποιο είναι το παρανόμως επιδικασθέν ποσό, ώστε μόνον κατά το ποσό αυτό να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής", ο έβδομος λόγος ανακοπής απορρίφθηκε "διότι για το ορισμένο της αίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται αναφορά των κατ' ιδίαν συμφωνιών μεταξύ των μερών, όπως το επιτόκιο, που εφαρμόσθηκε για την διαμόρφωση των κονδυλίων των τόκων" και ο όγδοος λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως αόριστος "καθόσον εντελώς γενικά αναφέρεται μη σύννομος υπολογισμός των τόκων, χωρίς να αμφισβητείται το ύψος των κατ' ιδίαν κονδυλίων, ώστε ο λόγος να είναι σαφής και ορισμένος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αόριστους και γι' αυτό απαράδεκτους τους έβδομο, όγδοο και δέκατο λόγους ανακοπής όχι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού η τυχόν ευδοκίμηση των λόγων αυτών δεν θα επέφερε την ολική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, αλλά μόνο την μερική ακύρωσή της κατά τα παρανόμως συμπεριληφθέντα στην διαταγή πληρωμής ποσά τόκων, γεγονός που καθιστά αναγκαίο να προσδιορίζονται συγκεκριμένα αυτά στην ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και γι' αυτό ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω κρίνοντας το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων με την ανακοπή του είχε το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει το ακριβές ποσό των παρανόμως συμπεριληφθέντων τόκων και όχι η αναιρεσίβλητη δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, όπως προαναφέρθηκε, και γι' αυτό ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναίρεσης, στον οποίο κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.

Πολ. Δ., υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ και θα ήταν άκυρη.

Επίσης, η αγωγή ή ανακοπή από την ως άνω διάταξη πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της και συγκεκριμένα ποια ακριβώς ήταν η οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη πριν γίνει αναξιόχρεος, δηλαδή ποια ήταν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε και ποια η αξία τους, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η έγκαιρη και ορθή συναλλακτικά συμπεριφορά του δανειστή θα είχε λογικά ως αποτέλεσμα την ικανοποίησή του (Ολ ΑΠ 6/2000, ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 419/2013, ΑΠ 1230/1997).

Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή ιδίως όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος ο οφειλέτης, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο, από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ' αυτόν.

Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του. Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαρείας αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια φέρει τη μορφή εκείνης της βαρείας, αξιολογική κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1296/2017, ΑΠ 1886/2014).Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1137/2019 , ΑΠ 185/2019, ΑΠ 326/2018).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ανακοπής ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 862 ΑΚ ένσταση ελευθερώσεως του από την σύμβαση εγγύησης ισχυριζόμενος ότι από βαρειά αμέλεια της αναιρεσίβλητης - δανείστριας έγινε αδύνατη η ικανοποίηση της από την οφειλέτη, υπό τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό περιστατικά: Η ένσταση αυτή, μετά την απόρριψή της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέρθηκε με την έφεση και απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ'αριθμ. ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ, αφ'ενός μεν της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…Α.Ε.", της οποίας η καθ' ης η ανακοπή είναι καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, ως δανείστριας και αφετέρου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ..", ως πιστούχου, χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 22.000.000 δραχμών (ήδη 64.563,46 ευρώ), η οποία στη συνέχεια με τις υπ'αριθμ. 1039/1/17-9-1991, 1039/2/11-11-1991, 1039/3/18-11-1991 και 1039/4/13-1-1992 πρόσθετες πράξεις αυξήθηκε σε 87.000.000 δραχμές (ήδη 255.319,15 ευρώ), υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που διαλαμβάνονται στην ως άνω σύμβαση.

Με την από 13-1-1992 σύμβαση παροχής εγγύησης, ο ανακόπτων, ο οποίος ήταν μέτοχος της πιστούχου εταιρείας με ονομαστικές μετοχές που αντιπροσώπευαν το 16% του μετοχικού κεφαλαίου της πιστούχου, εγγυήθηκε κάθε οφειλή της μέχρι το ως άνω ποσό των 255.319,15 ευρώ, ενεχόμενος εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης με αυτήν και παραιτούμενος ανεπιφύλακτα του δικαιώματος της δίζησης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ.

Ακολούθως, με την υπ'αριθμ. 1039/5/26-4-1994 πρόσθετη πράξη το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε σε 143.000.000 δραχμές (ήδη 419.662,51 ευρώ) και ο ανακόπτων με την από 26-4-1994 σύμβαση παροχής εγγύησης εγγυήθηκε κάθε οφειλή της πιστούχου εταιρείας μέχρι το ως άνω ποσό των 419.662,51 ευρώ, ενεχόμενος ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος της ένστασης της δίζησης και των ως άνω δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ.

Ειδικότερα, ο ανακόπτων εγγυήθηκε για την τήρηση όλων των όρων της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης και την ολοσχερή εξόφληση του καταλοίπου κατά το οποτεδήποτε κλείσιμό της και συμφωνήθηκε ότι η εγγύηση ισχύει για όλες τις υφιστάμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της υπέρ ης η εγγύηση προς την τράπεζα. Στη συνέχεια, με τις από 29-8- 1995, 8-7-1996, 18-6-1997, 18-1-1999 και 31-8-2000 πρόσθετες πράξεις, τις οποίες δεν υπέγραψε πλέον ο ανακόπτων ως εγγυητής, το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε σε 2.924.702,86 ευρώ.

Με το από 15-3-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ανακόπτων μεταβίβασε το σύνολο των ονομαστικών μετοχών του στον Ν. Κ.. Την 4-1-2010 ο λογαριασμός που τηρούταν από την καθ' ης προς εξυπηρέτηση της εν λόγω σύμβασης (με αριθμό ...) παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 595.395,35 ευρώ, το οποίο η οφειλέτις- πιστούχος εταιρεία αναγνώρισε με την από 4-1-2010 επιστολή της προς την καθ' ης.

Την 19-4-2010 η καθ' ης προέβη (σε) κλείσιμο του λογαριασμού με χρωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου, ύψους 611.370,90 ευρώ. Επειδή η πιστούχος, ο ανακόπτων και οι λοιποί εγγυητές της σύμβασης δεν εξόφλησαν την ανωτέρω οφειλή, η καθ' ης ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με την οποία, εκτός των άλλων, υποχρεώθηκε και ο ανακόπτων, ως εγγυητής, σε ολόκληρο με τους λοιπούς (πρωτοφειλέτιδα και εγγυητές) να καταβάλει στην καθ' ης το ποσό των 419.662,51 ευρώ, ως οφειλόμενο από αυτόν εκ του ανωτέρω συνολικού χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, εντόκως από την 20-4-2010.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων επικαλείται βαριά αμέλεια της καθ' ης τράπεζας, εξαιτίας της οποίας κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή της από την πιστούχο εταιρεία για τους εξής λόγους : α) Διότι η καθ' ης, δια των οργάνων της, δεν άσκησε έλεγχο φερεγγυότητας της εκδότριας εταιρείας "…..ΟΕ" των αναφερόμενων τεσσάρων τραπεζικών επιταγών (και δη των υπ'αριθμ. ..., ..., ...

επιταγών της Τράπεζας Πειραιώς και υπ' αριθμ. ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος), συνολικού ποσού 75.497,25 ευρώ, που οπισθογράφησε η πιστούχος-στην καθ' ης λόγω - ενεχύρου, από τον Μάιο του 2009 έως τον Ιούλιο του 2009, επιβαρύνοντας ανάλογα τον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό, παρά το ότι το μοναδικό ακίνητο της εν λόγω εκδότριας ήταν βεβαρυμμένο με δύο προσημειώσεις υποθήκης, εγγραφείσες την 25-6-2001 και 7-10-2005 υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, για ποσά 234.776,22 ευρώ και 350.000 ευρώ αντίστοιχα και κατασχέθηκε αναγκαστικά την 11-3-2010.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως κατατέθηκε και από τον μάρτυρα, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επιμέλεια της καθ' ης, μόνη η ύπαρξη προσημειώσεων υποθήκης σε ακίνητο του εκδότη επιταγών δεν τον καθιστά αφερέγγυο, αφού κατά τον χρόνο οπισθογράφησης των επιταγών αυτών στην καθ' ης, δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω εκδότρια εταιρεία είχε δυσμενή εις βάρος της στοιχεία στο διατραπεζικό σύστημα "…..", ενώ η αναφερόμενη από τον ανακόπτοντα αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου της έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο της λήψης των επιταγών αυτών από την καθ' ης.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει αμέλεια της καθ' ης για τον λόγο αυτό. Άλλωστε, το συνολικό ποσό των επιταγών αυτών δεν θα ήταν ικανό να μειώσει την οφειλή του ανακόπτοντος από τις επίδικες συμβάσεις εγγύησης και κατά τούτο ο εν λόγω ισχυρισμός είναι και αλυσιτελής, β) Διότι η καθ' ης, από βαριά αμέλεια των οργάνων της, συνέχισε να χρηματοδοτεί την πιστούχο εταιρεία και μετά την 10-12-2008, οπότε ήταν σε γνώση της ότι ο εκ των εγγυητών και νομίμων εκπροσώπων της Ν. Κ. είχε καταστεί αφερέγγυος με την έκδοση εις βάρος του διαταγής πληρωμής για το ποσό των 457.825,66 ευρώ, ενώ θα έπρεπε να προβεί σε κλείσιμο του λογαριασμού κατά τον χρόνο εκείνο, που εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 511.631,05 ευρώ, ή σε πρόσθετες εγγυήσεις. Ο ισχυρισμός αυτός είναι κατ'ουσίαν αβάσιμος, διότι αποδείχθηκε ότι κατά την 10-12-2008 ο λογαριασμός της επίδικης σύμβασης εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 1.525.553,51 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως από την καθ'ης αποσπάσματα κίνησης των υπ'αριθμ. ... και ... λογαριασμών) και όχι 511.631,05 ευρώ, που λανθασμένα υπολαμβάνει ο ανακόπτων, μη λαμβάνοντας προφανώς υπ' όψιν τον με αριθμό ... λογαριασμό, ο οποίος συνεξυπηρετούσε την επίδικη σύμβαση μέχρι.την 26- 2-2009,. οπότε έκλεισε, και το υπόλοιπό του, ύψους 1.013.922,46 ευρώ μεταφέρθηκε στον με αριθμό ... λογαριασμό.

Συνεπώς, δεν βαρύνει αμέλεια της καθ' ης που δεν έκλεισε τον λογαριασμό κατά την 10-2-2008, αφού κατά το οριστικό κλείσιμό του την 19-4-2010, το χρεωστικό υπόλοιπο είχε σημαντικά μειωθεί στο ποσό των 611.370,90 ευρώ. Η μείωση αυτή, άλλωστε, καταδεικνύει ότι η οφειλή των 457.825,66 ευρώ του ..., που προερχόταν από τη λειτουργία της εταιρείας "…..ΑΕ", μη σχετιζόμενης με την πιστούχο εταιρεία, δεν επηρέαζε την κατά τον χρόνο εκείνο κανονική λειτουργία της επίδικης σύμβασης και της πιστούχου εταιρείας, που αποδείχθηκε ότι διοικείτο κυρίως από τον έτερο νόμιμο εκπρόσωπό της και εγγυητή Π.

Κ.. γ) Διότι η καθ' ης, από βαριά αμέλεια των οργάνων της, συνέχισε να χρηματοδοτεί την πιστούχο εταιρεία καθ' όλο το έτος 2009 χωρίς να ζητήσει και να λάβει ασφαλιστική ενημερότητα από την πιστούχο εταιρεία, με αποτέλεσμα, κατά τον πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας της πιστούχου ,που έλαβε χώρα με επίσπευση της καθ'ης στις 8-12-2010, να καταταχθεί προνομιακά το Ι.Κ.Α.

για απαίτησή του ύψους 142.043,49 ευρώ (καθώς και 23 εργαζόμενοι της πιστούχου) και η καθ' ης να μην μπορέσει καθόλου να ικανοποιηθεί από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα των 454.600 ευρώ, που ,κατάβαλε η ίδια ως υπερθεματίστρια. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον αποδείχθηκε ότι η τελευταία χρηματοδότηση της πιστούχου εταιρείας από την καθ' ης, με ποσό 12.900 ευρώ, έγινε στις 28-7-2009...

η δε πιστούχος ήταν ασφαλιστικά ενήμερη μέχρι και την 30-7-2009... Να σημειωθεί, εξάλλου, ότι, όπως προκύπτει από τον προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ανακόπτοντα υπ'αριθμ. 2666/2011 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Λ. Ι. Α., εκτός από τη συνολική αναγγελθείσα απαίτηση του Ι.Κ.Α. που ήταν 364.052,39 ευρώ, οι αναγγελθείσες απαιτήσεις των εργαζομένων της πιστούχου ήταν ύψους 761.338,59 ευρώ και συνεπώς σε κάθε περίπτωση η οφειλή -του ανακόπτοντος δεν θα μειωνόταν, δ) Διότι η καθ' ης, από βαριά αμέλεια των οργάνων της, δεν ζήτησε από την πιστούχο εταιρεία φορολογική ενημερότητα, τουλάχιστον από την 7-4-2009 και εντεύθεν, με αποτέλεσμα να αναγγελθεί στον προαναφερόμενο πλειστηριασμό του ακινήτου της πιστούχου η Δ.Ο.Υ.

Λαγκαδά για απαίτησή της συνολικού ύψους 67.922,18 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής δεδομένου ότι, όπως και ο ίδιος ο ανακόπτων αναφέρει, η ανωτέρω Δ.Ό.Υ. δεν κατατάχθηκε στον συνταχθέντα πίνακα κατάταξης και σε κάθε περίπτωση η απαίτηση αυτή δεν θα επηρέαζε την οφειλή του ανακόπτοντος.

ε) Διότι η καθ' ης, από βαριά αμέλεια των οργάνων της, δεν προέβη σε ενέργειες για κατάσχεση, εκτός του ακινήτου (εργοστασίου) της πιστούχου, και του μηχανολογικού εξοπλισμού που υπήρχε σε αυτό, συνολικής αξίας 2.000.000 ευρώ, με αποτέλεσμα ο εξοπλισμός αυτός να μεταβιβασθεί καταδολιευτικά σε αγοραστές του εσωτερικού και του εξωτερικού και να απολεσθεί η δυνατότητα να ικανοποιηθούν από την εκπλειστηρίασή του οι λοιποί προνομιούχοι δανειστές της πιστούχου και η καθ' ης.

Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, καθότι ο ανωτέρω εξοπλισμός περιγράφεται όλως ενδεικτικά στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ανακοπής, δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, η περί του ζητήματος αυτού κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με επιμέλεια του ανακόπτοντος, ήταν ασαφής ως προς την περιγραφή των μηχανημάτων, τις ειδικότερες αξίες τους και την επικαλούμενη καταδολιευτική απομάκρυνσή τους με φορτηγά από τον χώρο του ακινήτου της πιστούχου, ενώ και από τις προσκομιζόμενες από τον ανακόπτοντα φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζονται φορτηγά στον χώρο του εν λόγω ακινήτου, δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι μεταφέρονται μηχανήματα αξίας, ποιά συγκεκριμένα και πότε.

Εξάλλου, από τον προσκομιζόμενο από την καθ' ης ισολογισμό της πιστούχου εταιρεία της χρήσης του έτους 2008 προκύπτει ότι δηλώνεται ως αναπόσβεστη αξία του όλου μηχανολογικού εξοπλισμού της το ποσό των 374.946,65 ευρώ, που πολύ απέχει από την επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα αξία του, και η οποία, ακόμη κι αν υποτεθεί αληθής και κατά τον χρόνο που επιβλήθηκε η κατάσχεση του ακινήτου της πιστούχου, δηλαδή κατά την 25-10-2010, και αν η καθ' ης προέβαινε στην κατάσχεση του εξοπλισμού αυτού, και πάλι δεν θα επαρκούσε για την ικανοποίηση ,ούτε των προαναφερόμενων απαιτήσεων των λοιπών προνομιούχων δανειστών της πιστούχου (ΙΚΑ, ΔΌ.Υ.

και κυρίως των εργαζομένων), στ) Διότι η καθ' ης, από βαριά αμέλεια των οργάνων της, συνέχιζε τη χρηματοδότηση της πιστούχου εταιρείας και μετά το έτος 2008, παρά τον υπερδανεισμό και αντίστοιχη επιβάρυνση με προσημειώσεις υποθηκών και υποθήκες της ακίνητης περιουσίας των μεγαλομετόχων της πιστούχου και συνεγγυητών της επίδικης σύμβασης πίστωσης Π.

Κ., ... και των επίσης εγγυητριών εταιρειών τους. Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι, παρά τον μεγάλο δανεισμό από άλλες τράπεζες, που πράγματι βάρυνε ιδίως τον Π. Κ. και άλλες εταιρείες συμφερόντων του, η επίδικη σύμβαση πίστωσης εξυπηρετείτο κανονικά τα προηγούμενα χρόνια , και, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, το χρεωστικό υπόλοιπό της μειώθηκε σημαντικά από τα έτη 2008 και 2009, που είχε ανέλθει στο ύψος των 1,5 - 1,7 εκ.

ευρώ, στο ποσό των 611.370,90 ευρώ την 19-4-2010, οπότε έκλεισε οριστικά ο λογαριασμός, ύστερα και από τη διακοπή .της λειτουργίας του εργοστασίου της πιστούχου. Άλλωστε, η καθ' ης τράπεζα είχε εγγράψει πρώτες προσημειώσεις υποθήκης στο ακίνητο της πιστούχου εταιρείας και προέβη αμέσως μετά την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής σε κατάσχεση και πλειστηριασμό αυτού, ωστόσο η ικανοποίησή της δεν κατέστη δυνατή και λόγω προτίμησης των προνομιούχων απαιτήσεων του Ι.Κ.Α.

και ιδίως των εργαζομένων της πιστούχου, για την ύπαρξη των οποίων δεν αποδείχθηκε βαριά αμέλεια της καθ' ης. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε βαριά αμέλεια των οργάνων της καθ' ης να ικανοποιηθεί αυτή από την οφειλέτρια εταιρεία, αποκλείεται, η κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ελευθέρωση του ανακοπτοντος εγγυητή, ο οποίος είχε παραιτηθεί της σχετικής ένστασης και άρα ερευνητέα ήταν μόνον η ύπαρξη βαριάς αμέλειας της καθ' ης, όπως προβάλλεται και από τον ανακόπτοντα, απορριπτομένου του πρώτου πρόσθετου λόγου ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμου".

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ. Πολ. Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 862 Α.Κ. απαιτώντας περισσότερα κρίσιμα στοιχεία για την εφαρμογή του, ενώ αρκούσαν για την κατάφαση της βαρειάς αμέλειας της αναιρεσίβλητης και συνεπώς την ελευθέρωσή του, την παραδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου ανακοπής και την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, οι ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, που επέβαλαν στην αναιρεσίβλητη την λήψη αμυντικών μέτρων προστασίας από την επικείμενη αφερεγγυότητα της οφειλέτη της, τα οποία μέτρα δεν έλαβε και συγκεκριμένα: 1) Η ύπαρξη βεβαρυμένων ακινήτων των εκδοτών των επιταγών, που προεξοφλούσε η καθ' ης και το συνολικό ύψος τους, 2) η ύπαρξη απλών ληξιπρόθεσμων οφειλών, η καταγγελία των συμβάσεων και η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον δανειοδοτούμενου ή εγγυητή, 3) η σημαντική επιβάρυνση των ακινήτων των δανειοδοτούμενων, 4) η ύπαρξη οφειλών της πιστούχου προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, 5) οι πληροφορίες περί μη πληρωμής των εργαζομένων της οφειλέτριας, ενός μεγάλου δανείου της ή των προμηθευτών της και 6) η μη είσπραξη μεγάλου μέρους των απαιτήσεων της οφειλέτριας.

Ο λόγος αυτός ως προς τις υπό στοιχεία 5 και 6 φερόμενες ως παραδοχές του Εφετείου είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν περιλαμβάνει τις παραδοχές αυτές στην απόφασή του, καθόσον δεν προβλήθηκαν τα σχετικά πραγματικά περιστατικά με λόγο ανακοπής. Ως προς τις λοιπές παραδοχές του, κρίνοντας το Εφετείο ότι μόνο τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σε αυτές, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, δεν στοιχειοθετούν βαρεία αμέλεια της δανείστριας, που επιφέρει την απελευθέρωση του εγγυητή, γιατί αυτά δεν αποτελούν εξαιρετικά αλλά συνήθη γεγονότα στις συναλλακτικές σχέσεις που δικαιολογούν την καθυστέρηση του δανειστή να στραφεί κατά του οφειλέτη, καθυστέρηση η οποία στην συγκριμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ήταν επιτυχής, αφού επέφερε την μείωση του οφειλόμενου καταλοίπου της σύμβασης από το ποσό των 1.525.553,51 ευρώ στις 10-12-2008 στο ποσό των 611.370,90 ευρώ στις 19-4-2000, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ και γι' αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 862, 361 και 330 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής τους, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν οφείλεται σε βαρεία αμέλεια της αναιρεσίβλητης η μη ικανοποίηση της απαίτησής της κατά της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….Α.Ε." και ότι συνεπώς η σχετική από το άρθρο 862 ΑΚ ένσταση του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνεται στο πρώτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής του, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, με τις ακόλουθες ειδικότερα παραδοχές της: 1) Ότι η συνέχιση χρηματοδότησης της πιστούχου και μετά την 10/12/2008 και η μη καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, παρά την γνώση της αναιρεσίβλητης ότι κατά του νομίμου εκπροσώπου αυτής και εγγυητή της πίστωσης Ν.

Κ. υπήρχε απαίτηση από άλλη σύμβαση ποσού 457.825,66 ευρώ, και παρά την γνώση της ότι τόσον ο ανωτέρω όσο και ο έτερος μεγαλομέτοχος της πιστούχου και επίσης εγγυητής της πίστωσης, είχαν μεγάλο δανεισμό και από άλλες Τράπεζες, δεν ήταν αμελής ενέργεια, αφού οδήγησε στην μείωση του κατάλοιπου της ένδικης πίστωσης από το ποσό των 1. 525. 553,31 ευρώ στις 10/12/2008 στο ποσό των 611.370,90 ευρώ στις 19/4/2010, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού 2) Ότι κατά τον χρόνο λήψης από την αναιρεσίβλητη των επιταγών συνολικού ποσού 75.497,25 ευρώ, εκδόσεως της ομόρρυθμης εταιρείας "….Ο.Ε." εις διαταγήν της πιστούχου, που ακολούθως τις οπισθογράφησε εις διαταγήν της αναιρεσίβλητης, η εκδούσα τις επιταγές εταιρεία δεν είχε καταχωρηθεί ως εκδότρια ακάλυπτων επιταγών στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ώστε να καταστεί γνωστή στην αναιρεσίβλητη η αφερεγγυότητά της, μη αρκούσης προς τούτο μόνο της ύπαρξης προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητό της. 3) Ότι, όταν στις 28/7/2009 η αναιρεσίβλητη προέβη στην τελευταία χρηματοδότηση της πιστούχου με το ποσό των 12.900 ευρώ, η πιστούχος καλύπτετο από ασφαλιστική ενημερότητα. 4) Ότι στον πλειστηριασμό των ακινήτων της πιστούχου, που έγινε στις 8/12/2010 με επίσπευση της αναιρεσίβλητης, αναγγέλθηκαν προνομιούχες απαιτήσεις, που προηγούντο της δίκης της τόσο από το ΙΚΑ ποσού 364.052,39 ευρώ όσο και από 23 εργαζομένους της πιστούχου ποσού συνολικά 761.338,59 ευρώ και, συνεπώς, ακόμα κι αν είχε κλείσει νωρίτερα τον λογαριασμό δεν θα ικανοποιείτο, αφού δεν θα επαρκούσε το εκ ποσού 454.600 ευρώ εκπλειστηρίασμα, όπως δεν στάθηκε αρκετό και για την ικανοποίησή της αναγγελθείσας απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, δια της ΔΟΥ Λαγκαδά, ποσού 67.922,18 ευρώ. 5) Με επάλληλη αιτιολογία (η οποία για την πληρότητα της απόφασης αναφέρεται, αφού με την κύρια αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος λόγω μη προσδιορισμού στην ανακοπή των μηχανημάτων, που αποτελούσαν τον μη κατασχεθέντα κατά τον αναιρεσείοντα μηχανολογικό εξοπλισμό της πιστούχου), έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη των μηχανημάτων αυτών και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε αξία τους μεγαλύτερη των 374.946,65 ευρώ η οποία δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των ανωτέρω προνομιούχων δανειστών.

Επομένως ο ίδιος έκτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Τέλος αβάσιμος είναι και ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 11γ'ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη η προσκομισθείσα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 3654/19-7-2010 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Κ.

Τ., με την οποία κατασχέθηκε, με επίσπευση της …Α.Ε., η ακίνητη περιουσία της ανώνυμης εταιρείας "… Α.Ε." συμφερόντων του εκ των κυρίων μετόχων της πιστούχου και εγγυητή της ένδικης σύμβασης Π. Κ., δεδομένου ότι από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, με αναφορά και στα χρέη του Π.

Κ. και των εγγυητριών της ένδικης σύμβασης εταιρειών του, αποδεικνύεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ανωτέρω έκθεση κατάσχεσης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 1/10/2019 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2609/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ