Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds, upholding appellate court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Athens, ruling that the appellate court properly considered all evidence. The appellants argued the lower court failed to explicitly reference specific documents, but the court held that such explicit mention is not legally required. Consequently, the appeal was rejected as it attempted to re-evaluate the appellate court's discretionary assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11γ) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the substantive evaluation of evidence by the appellate court is inadmissible if it merely alleges failure to explicitly cite documents, as the appellate court is not bound to separately evaluate every piece of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1346 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1346/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Π. Π. του Γ., κατοίκου … , ατομικώς και ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου των αναιρεσειόντων Ν. Δ. Ν. και Φ. Δ. Ν., που απεβίωσαν στις 6-11-2006 και στις 27-1-2013 αντίστοιχα, 2) Δ. Ν. του Κ., 3) Σ. Ν. του Κ. κατοίκων …, αμφοτέρων ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου, του πατέρα τους Κ. Ν. του Δ., που απεβίωσε στις 31-1-2017, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων - καλουσών : 1) Β. Α. Ζ. το γένος Γεωργίου και Ά. Σ., κατοίκου …, ατομικά και ως κληρονόμου της Ά. χήρας Γ. Σ., το γένος Α. και Φ. Λ., 2) Ι. συζ. Β. Γ. το γένος Γ. Ά. Σ., κατοίκου …, ως κληρονόμου της μητέρας της Ά. Σ. που απεβίωσε στις 3-9-2008, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Κ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-1990 αγωγή των αποβιωσάντων αρχικώς εναγουσών Ά. χήρας Γ. Σ. και Β. συζ. Α. Ζ. και την από 18-3-1991 κύρια παρέμβαση της αποβιωσάσης Μαρίας χήρας Δ. Ν., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Το Δικαστήριο με την 2890/1991 πράξη του διέταξε αποδείξεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1755/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3168/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-10-2002 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε στη δικάσιμο της 23-5-2012. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητες-καλούσες με την από 18-11-2019 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων-καλουσών ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Μουλιανιτάκη ανέγνωσε την από 10-5-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σ.α Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 4/10/2002 αίτηση για αναίρεση της 3168/2002 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την ασκηθείσα, κατά της αριθμ.1755/2001απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έφεση αυτών (αναιρεσειόντων), η οποία είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμη την εισαχθείσα ενώπιόν του διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε απορρίψει την συνεκδικασθείσα με αυτήν κύρια παρέμβαση. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α.Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Β. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 74 του Ν. 4690/30-05-2020 (ΦΕΚ Α'104) <<Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης>>, <<Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα>>.
Γ.Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου διακοπής της δίκης από τον υπερού η διακοπή, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.
Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδό της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (ΑΠ47/2018). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:
Η κρινόμενη από 4/10/2002 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 3168/2002 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 23/5/2012, κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε. Ακολούθως, η άνω αίτηση αναίρεσης επανήλθε προς συζήτηση με την από 18/11/2019 αίτηση- κλήση της Β. Ζ. (2ης από τις αναιρεσίβλητες) και Ιωάννας Γινοπούλου για τη δικάσιμο της 20/5/2020.
Με το δικόγραφο αυτό οι εν λόγω καλούσες αφενός γνωστοποίησαν στους αντιδίκους τους τον επισυμβάντα, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, θάνατο της μητέρας τους, αρχικής ενάγουσας-καθής η κύρια παρέμβαση - πρώτης αναιρεσίβλητης, Ά. Σ. και αφετέρου δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη βιαίως, λόγω του θανάτου της, διακοπείσα δίκη, ως μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι της (σχετ.
η ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του δήμου …, το αριθμ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, περί μη αποποίησης κληρονομιάς, το αριθμ. ... πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης και το αριθμ. ... πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης της Α. Σ.).Επίσης, με το ίδιο δικόγραφο, οι ανωτέρω καλούσες, έχοντας προφανώς πληροφορηθεί τον επισυμβαντα, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, θάνατο των τριών πρώτων αναιρεσειόντων Φ., Ν.
και Κ. Ν., κάλεσαν προς συζήτηση της υποθέσεως για την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο της 20/5/2020, 1)τον Π. Π., ατομικά και ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο των ανωτέρω αποβιωσάντων, Φ. και Ν. Ν., στις 6/11/2006 και 27/1/2013, αντίστοιχα, (1ου και 2ος των αναιρεσειόντων) και 2) τους Δ. και Σ. Ν., ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ανωτέρω αποβιώσαντος στις 31/1/2017 Κ.
Ν. (3ου των αναιρεσειόντων) (βλ. αντίστοιχα, τις 46/2013,345/2006, 75/2017 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου τους, πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών, περί μη αποποίησης κληρονομιάς, περί μη δημοσίευσης διαθήκης, περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος), επιδίδοντας στους ίδιους, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω από 18/11/2019 κλήσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Γ'Πολιτικού Τμήματος Ασπασίας Μαγιάκου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς 1515Β/18-02-2020,1516Β/ 18-02-2020 και 602/03-03-2020 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Πολυζώη οι δύο πρώτες και στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Μαρίας Λαγούδη η τρίτη). Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή η υπόθεση ματαιώθηκε, λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας, για το χρονικό διάστημα από 16/05/2020 έως και 31/05/2020, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) Δ1α/Γ.Π.οικ.30340/15.05.2020 (ΦΕΚΒ' 1857/864/Β/15.05.2020).
Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του Ν. 4690/30-05-2020, όρισε αυτεπάγγελτα δικάσιμο για την εκδίκαση της άνω υπόθεσης την 3η Μαρτίου 2021, αυτή δε ( ημερομηνία της νέας δικασίμου) γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων , στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε και πάλι, για τον ίδιο ως άνω λόγο, δηλαδή λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας, για το χρονικό διάστημα από 01/03/2021 έως και 08/03/2021, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) Δ1α/Γ.Π.οικ.12639/27.2.2021 (ΦΕΚ Β' 793/27.2.2021).
Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου όρισε αυτεπάγγελτα δικάσιμο για την εκδίκαση της άνω υπόθεσης την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (8/9/2021), αυτή δε (ημερομηνία της νέας δικασίμου) γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Από τα ταυτάριθμα δε με την παρούσα πρακτικά, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Π. Π., ατομικά και ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος των αποβιωσάντων, αρχικών αναιρεσειόντων Φ. και Ν. Ν. (1ου και 2ου των αναιρεσειόντων) και οι Δ. και Σ. Ν., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος Κ.
Ν. (2ου των αναιρεσειόντων) που, όπως προεκτέθηκε, είχαν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για τη δικάσιμο της 20/5/2020, μετά από τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης την αρχική δικάσιμο της 23/5/2012, από τους αντιδίκους τους που επισπεύδουν τη συζήτηση, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως και ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών κοινωνών-(συγ)κυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του, ως κύριος, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό.
Με την ανωτέρω προϋπόθεση, δύναται ο κατέχων ολόκληρο το κοινό πράγμα να αντιτάξει κατά των λοιπών (συγ)κυρίων την κτήση με έκτακτη χρησικτησία, της οποίας αρχίζει τρέχουσα η προθεσμία από της ως άνω γνωστοποίησης. Τέτοια γνωστοποίηση, προς τους (συγ)κυρίους, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, με πράξεις που φανερώνουν την ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα συγκυρίου, ενώ η για αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει είτε από δήλωση του αντιποιουμένου τη νομή του κοινού, είτε από οποιονδήποτε άλλον (αντιπρόσωπό τους) και αρκεί η γνώση του συγκυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος το κοινό από οποιονδήποτε και αν προέρχεται(ΑΠ 6/2019, ΑΠ1597/ 2018, ΑΠ1378/2014).Β.1.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ1373/2019,ΑΠ130/2016).
2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένη και αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την κύρια παρέμβαση της Μ.
Ν., μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Η Φ. χήρα Α. Λ., δυνάμει του υπ'αριθ. ... συμβολαίου πωλήσεως του συμβ/φου Αθηνών, Γεωργίου Αθανασιάδου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα, αγόρασε από τον πατέρα της, Γ. Ι. Δ. το 1/4 εξ αδιαιρέτου αγροτικής εκτάσεως 400 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "… ", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … και συνορεύει η ενιαία έκταση κατά τον ως άνω τίτλο κτήσεως, ανατολικώς με βασιλικό κτήμα, δυτικώς με κτήμα …, βορείως και νοτίως, με κτήματα της κοινότητας ….
Αμέσως, μετά την κατάρτιση του παραπάνω πωλητηρίου συμβολαίου το έτος 1920, η Φ. χήρα Α. Λ. επιλήφθηκε της νομής διακεκριμένων αγροτεμαχίων, κειμένων διάσπαρτα εντός της μεγαλύτερης πιο πάνω εκτάσεως των 400 στρεμμάτων και σε διάφορες ειδικότερες τοποθεσίες αυτής, που ήταν καλλιεργήσιμα, μεταξύ των οποίων και της νομής του επίδικου αγροτεμάχιου, το οποίο βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "Α." του κτήματος …, απεικονίζεται δε στο από 29-5-1990 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β.
Γ.Γ. με τα στοιχεία ΒΓΔΕΒ και συνορεύει, ανατολικώς, επί πλευράς (ΒΓ), μήκους 62 μέτρων, με αγροτική οδό πλάτους 8 μέτρων, δυτικώς, επί πλευράς (ΕΔ), μήκους 58 μέτρων, με ρέμα, βορείως, επί πλευράς (ΓΔ), μήκους 40 μέτρων, με ιδιοκτησία Α.Φ. και νοτίως, επί πλευράς (BE), μήκους 32 μέτρων, με ιδιοκτησία εναγομένων. Στη συνέχεια, η Φ.
χήρα Α. Λ., δυνάμει του υπ'αριθ. ... συμβολαίου δωρεάς του συμβ/φου Αχαρνών, Βασιλείου Νικ.Αποστολάκη, το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί, δώρησε στη πρώτη των εναγουσών θυγατέρα της, Ά. χήρα Γ. Σ., έκταση 2.100 τ.μ. εξ αδιαιρέτου από το 1/4 εξ αδιαιρέτου της εκτάσεως των 400 στρεμμάτων, που αυτή είχε αγοράσει από τον πατέρα της, Γ.
Ι.Δ. και συγχρόνως της παρέδωσε τη νομή του πιο πάνω περιγραφόμενου ίσης εκτάσεως αγροτεμάχιου. Ακολούθως, η πρώτη των εναγουσών, δυνάμει του υπ'αριθ. ... συμβολαίου συστάσεως προικός του συμβ/φου Αθηνών, Ιωάννη Κορρέ, το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί, μεταβίβασε λόγω προικός έκταση 500 τ.μ. εξ αδιαιρέτου από την έκταση των 2.100 τ.μ.
εξ αδιαιρέτου των 400 στρεμμάτων, κατά μεν την ψιλή κυριότητα στη δεύτερη ενάγουσα, θυγατέρα της Β. συζ. Α. Ζ., κατά δε τη διοίκηση και επικαρπία στο σύζυγο της τελευταίας, Α. Ζ. και παρέδωσε σ'αυτούς τη συννομή επί του διαιρετού ως άνω επίδικου αγροτεμάχιου κατά το προαναφερόμενο ως άνω ποσοστό των 500/2.100 τ.μ.
Από το έτος 1920 μέχρι το έτος 1968, η Φ. χήρα Α. Λ., ενέμετο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το επίδικο αγροτεμάχιο (διαιρετώς), επί του οποίου ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις. Ειδικότερα, το οριοθέτησε, το επέβλεπε και το καλλιεργούσε με δημητριακά. Τις πράξεις αυτές νομής, ασκούσε διά των Α.
Λ. και Ι. Λ., συζύγου και γιού της, αντιστοίχως, οι οποίοι κατά την άσκηση των πράξεων αυτών ενεργούσαν κατ'εντολή και για λογαριασμό της συζύγου και μητέρας τους, αντιστοίχως. Από το έτος 1969 και έκτοτε η πρώτη ενάγουσα, Ά. χήρα Γ. Σ. μέχρι το έτος 1972 ενέμετο με διάνοια κυρίου ολόκληρο το επίδικο, ασκούσα επ'αυτού τις διακατοχικές πράξεις που ασκούσε η δικαιοπάροχος μητέρα της και από το έτος 1972 μέχρι το 1986 που το κατέλαβαν οι εναγόμενοι παρανόμως, φυτεύσαντες εντός αυτού κτήματα αμπέλου και απέβαλαν από τη συννομή τους τις ενάγουσες, ενέμοντο αυτό κατά τα ιδανικά μερίδια που τους ανήκαν και οι δυό ενάγουσες, εκμισθώνουσες αυτό ατύπως σε διάφορους τρίτους για την καλλιέργεια δημητριακών (κυρίως σιταριού) αντί μισθώματος που κατεβάλλετο σε ποσοστό επί του παραγομένου καρπού (1/3 έπαιρναν οι καλλιεργητές και 2/3 οι ενάγουσες).
Επιπλέον, ο προικολήπτης του ιδανικού μεριδίου των 500/2.100 τ.μ. του επίδικου αγροτεμάχιου, σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας Α. Ζ. υπέβαλε στην Οικονομική Εφορία Κληρονομιών Αθηνών την από 25.10.1976 αίτηση, με την οποία ζητούσε την επανεκτίμηση της αξίας δύο αγροτεμαχίων που βρίσκονται στη περιοχή …, από τα οποία το ένα είναι το επίδικο.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδίως από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών, οι οποίοι έχουν προσωπική για όσα καταθέτουν αντίληψη, ουδόλως δε αυτές αναιρούνται ή εξασθενίζουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων και της κυρίας παρεμβαίνουσας, οι οποίες αντιφάσκουν καθ'εαυτές, αλλά και μεταξύ τους σε ορισμένα κρίσιμα, για τη διάγνωση της υποθέσεως σημεία.
Έτσι, ενώ ο μάρτυρας των εναγομένων και της κυρίας παρεμβαίνουσας, Ι. Ν.Γ. καταθέτει "Το 1980 έγινε μεγάλη πυρκαϊά στη περιοχή, η οποία έκαψε 1.700 στρέμματα συνολικά. Από τη φωτιά αυτή άρπαξαν οι καλαμιές της βρώμης και κάηκαν οι ελιές όλες εκτός από δύο ρίζες που σώζονται". Αντιθέτως ο έτερος μάρτυρας των εναγομένων και της κυρίας παρεμβαίνουσας, Ι.
Α. καταθέτει "Γνωρίζω ότι υπήρχε πυρκαϊά, όχι όμως στο επίδικο". Για το γεγονός αυτό ο μάρτυρας των εναγουσών Α. Λ. καταθέτει "Στο επίδικο δεν φυτεύθηκαν ποτέ ελαιόδενδρα. Στην πυρκαϊά δεν κάηκε το επίδικο. Η πυρκαϊά έφθασε 100 μέτρα πριν. Το γνωρίζω γιατί ήμουν εκεί". Η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα των εναγουσών ενισχύεται και από την από 24.5.1979 υπ'αριθ. 109828 αεροφωτογραφία της ΓΥΣ και την όπισθεν αυτής βεβαίωση-γνωμοδότηση του αρχιτέκτονα μηχανικού, Β.
Γ., που συντάχθηκε ύστερα από αίτηση των εναγουσών, κατά την οποία, στο επίδικο αγροτεμάχιο στις 24/5/1979 δεν υπήρχαν ελαιόδενδρα, αλλά και από την υπ'αριθ.2641/21.11.1980 απόφαση του Νομάρχη …, από την οποία προκύπτει ότι στην πληγείσα από την πυρκαϊά της 7-9-1980 περιοχή …, δεν περιλαμβάνεται η περιοχή "Α.", στην οποία βρίσκεται το επίδικο.
Εν όψει ιδίως αυτών, ο ισχυρισμός των εναγομένων και της κυρίως παρεμβαίνουσας, ότι το έτος 1975 φύτευσαν σε ολόκληρο το επίδικο αγροτεμάχιο τριάντα (30) ελαιόδενδρα, τα οποία κάηκαν με την πυρκαϊά του 1980, το οποίο προέβαλαν για να εμφανίσουν πράξεις νομής επί του επιδίκου, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος ως άνω μάρτυρας των εναγομένων και της κυρίας παρεμβαίνουσας, Ι.
Γ., στην ίδια πιο πάνω κατάθεσή του, ενώ καταθέτει "Το 1975 οι εναγόμενοι έδωσαν το επίδικο σε κάποιον Μ., ο οποίος το έσπειρε σπαράγγι-λουλούδι. Η καλλιέργεια αυτή διατηρήθηκε για τέσσερα (4) περίπου χρόνια, δηλαδή μέχρι το 1979. Επειδή το χωράφι ποτιζόταν για την παραγωγή των σπαραγγιών έβαλε ο Ν. και 20 ρίζες ελιές, στη φύτευση των οποίων βοήθησα και εγώ προσωπικώς, για να ποτίζονται από την καλλιέργεια των σπαραγγιών ", σε άλλο σημείο της καταθέσεώς του, αντιφάσκοντας με τον εαυτό του, καταθέτει "Το νερό ήταν από γεώτρηση από το κτήμα του Δ..
Το 1980 μεταφέρθηκε νερό από το κτήμα του Δ.". Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, οι ενάγουσες έγιναν κύριες του επίδικου αγροτεμάχιου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον, τόσο οι ίδιες, όσο και οι δικαιοπάροχοί τους, νεμήθηκαν αυτό, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 1920 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι 23-2-1946, έκτοτε δε, ανεξάρτητα από καλή πίστη, μέχρι το έτος 1986, οπότε αποβλήθηκαν από τους εναγομένους, οι οποίοι, καθώς και η κυρίως παρεμβαίνουσα, δεν απέδειξαν ότι οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους πριν από το έτος 1986 άσκησαν επί αυτού τις επικαλούμενες πράξεις νομής.
Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τη κυρία παρέμβαση και έκανε δεκτή την αγωγή των εφεσιβλήτων δεν έσφαλε και πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι λόγοι της έφεσης, οι οποίοι υποστηρίζουν τα αντίθετα. Τέλος, ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο παραπονούνται οι εκκαλούντες, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, με το να δεχθεί ότι α) η μεγάλη πυρκαϊά που κατέκαψε τη περιοχή το έτος 1980, δεν έθιξε το επίδικο, β) το αμπέλι που υπάρχει στο επίδικο φυτεύθηκε το έτος 1986 και όχι το έτος 1980 και γ) ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών ενισχύονται από τις προσκομισθείσες αεροφωγραφίες της περιοχής των ετών 1969,1979 και 1988, απορρίπτοντας το αίτημα των διαδίκων πλευρών για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το αποδεικτικό υλικό που υπάρχει, κρίνεται επαρκές για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, η δε τυχόν διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί των θεμάτων αυτών, θα οδηγούσε σε παρέλκυση της δίκης.
Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου εφέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της>>. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγουσες έχουν καταστεί (συγ)κυρίες, (συν)νομείς και (συγ)κάτοχοι με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του επίδικου ακινήτου(αγροτεμαχίου), εμβαδού 2.100τ.μ., με την προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής και εκείνου των δικαιοπαρόχων τους, και ότι ειδικότερα οι ίδιες και οι δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν τούτο ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής και πιο συγκεκριμένα το επέβλεπαν, το προστάτευαν από τυχόν καταπατητές και το καλλιεργούσαν είτε οι ίδιες είτε με τρίτα πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό τους.
Ότι, ειδικότερα, η Φ. Λ., δικαιοπάροχος των εναγουσών( άμεση της πρώτης και απώτερη της δεύτερης), ως (συγ)κυρία, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου μιας μείζονος εδαφικής εκτάσεως 400 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη …, την οποία απέκτησε δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Α., από τον πατέρα της Γ. Δ., νεμήθηκε από το χρόνο αυτό, συνεχώς και αδιαλείπτως, με καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ(23/2/1946), διακριτά τμήματα της εν λόγω μείζονος εδαφικής εκτάσεως, μεταξύ των οποίων το επίδικο εδαφικό τμήμα(αγρό) 2100τ.μ.. Ότι η Φ. Λ. δώρισε στη θυγατέρα της, αρχική 1η ενάγουσα, Ά. Σ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. ...
δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασ. Αποστολάκη, το εδαφικό τμήμα των 2100τ.μ. εξ αδιαιρέτου, που περιλαμβάνεται στο 1/4 εξ αδιαιρέτου της άνω μείζονος εκτάσεως των 400 στρεμμάτων. Ότι η αρχική 1η ενάγουσα, Ά. Σ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ.... προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κορρέ, μεταβίβασε, λόγω προίκας, 500 τ.
μ. εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, παρακρατώντας τα 1600 τ.μ. εξ αδιαιρέτου του ακινήτου των 2100τ.μ. Ότι οι εναγόμενοι και η κυρίως παρεμβαίνουσα πριν από το έτος 1986, οπότε παράνομα κατέλαβαν το επίδικο, ποτέ δεν χρησιδέσποσαν σ'αυτό. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ερειδόμενη, αποκλειστικά, στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή αναγνωρίζοντας τις ενάγουσες (συγ)κυρίες και (συν)νομείς του επίδικου ακινήτου και ως ουσιαστικά αβάσιμη την ερειδόμενη, αποκλειστικά, επίσης στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία), κύρια παρέμβαση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο οι ενάγουσες και οι δικαιοπάροχοί τους να γνωστοποιήσουν στους (συγ)κυρίους του μείζονος ακινήτου των 400 στρεμμάτων την πρόθεσή τους ότι νέμονται αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό το επίδικο των 2100 τμ, που αποτελεί διακριτό τμήμα αυτού, και τούτο, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αυτές (ενάγουσες) δεν αντιτάσσουν κατά των εν λόγω (συγ)κυρίων αλλά κατά των εναγομένων, οι οποίοι δεν ισχυρίζονται, ούτε από τις παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει, ότι αυτοί είναι (συγ)κύριοι της εν λόγω μείζονος εδαφικής εκτάσεως.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον πρώτο (κατά ένα μέρος), δεύτερο και τρίτο από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, είναι αβάσιμες. Εξάλλου, οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο (κατά ένα μέρος) αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, περί ελλειπούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης, επειδή δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες αναφορικά με την καλή πίστη της δικαιοπαρόχου των εναγουσών Φ.
Λ., για το μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23/2/1946) χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ, είναι απαράδεκτες, ως αλυσιτελείς, καθόσον οι σχετικές αιτιολογίες είναι πλεοναστικές και δεν στηρίζουν το διατακτικό της, αφού το, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, χρονικό διάστημα μέχρι το 1986, οπότε, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης οι ενάγουσες αποβλήθηκαν από τη νομή του επιδίκου, επαρκεί για τη συμπλήρωση της 20ετούς έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του ΑΚ, ανεξάρτητα από την καλή πίστη, αλλά και αόριστες, καθόσον δεν αναφέρονται στον αναιρετικό αυτό λόγο ενάριθμα οι διατάξεις εκείνες του Β.Ρ.Δ που παραβιάσθηκαν (Ολ.ΑΠ32/1996,ΑΠ24/2021).
Σε κάθε δε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον από τα διαλαμβανόμενα στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης πραγματικά περιστατικά το Εφετείο συνήγαγε συμπερασματικά την καλή πίστη της ως άνω Φ. Λ..
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι. Γ.O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ180/2017, 566/2017, 596/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία βάσιμο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων και το ουσία αβάσιμο της κύριας παρέμβασης της Μ.
Ν., στην απόρριψη της οποίας κατέληξε, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις: α)την 2641/21-11-1980 απόφαση του Νομάρχη … και β) το συνοδεύον αυτήν από 20/11/1980 σχεδιάγραμμα του δασολόγου Γ. Ν.. Οι άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και << ...
τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...>>, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα πιο πάνω έγγραφα, ήτοι την 2641/21-11-1980 απόφαση του Νομάρχη …, στην οποία επισημαίνεται ότι κάνει ειδική αναφορά και το συνοδεύον αυτήν από 20/11/1980 σχεδιάγραμμα του δασολόγου Γ.
Ν., χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που διαλαμβάνονται στον ανωτέρω τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που αφορούν στην εσφαλμένη εκτίμηση των άνω εγγράφων, είναι απαράδεκτες, διότι, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθμός 11γ ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών αυτών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων), που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν ο τέταρτος αναιρεσείων Π. Π. και οι συνεχίζοντες τη δίκη μετά την επανάληψη αυτής Δ. Ν. και Σ. Ν., ως μοναδικοί κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικά τρίτου αναιρεσείοντος Κ. Ν., οι οποίοι νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης Β. συζ. Α. Ζ. των αναιρεσιβλήτων και της συνεχίζουσας τη δίκη μετά την επανάληψη αυτής Ι. συζ. Β. Γ., ως κληρονόμου της αρχικώς πρώτης αναιρεσίβλητης Α. χήρας Γ. Σ. που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Οκτωβρίου 2002 αίτηση για αναίρεση της 3168/2002 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους τέταρτο αναιρεσείοντα Π. Π., και τους συνεχίζοντες τη δίκη μετά την επανάληψη αυτής Δημήτριο Ν. και Σ. Ν. ως μοναδικούς κληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού τρίτου αναιρεσείοντος Κ. Ν. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Β. συζ. Α. Ζ. και της συνεχίζουσας τη δίκη μετά την επανάληψη αυτής Ι. συζ. Β. Γ., ως κληρονόμου της αρχικώς πρώτης αναιρεσίβλητης Α. χήρας Γ. Σ., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ