Supreme Court dismisses appeal on higher force claim, ruling lawyer's illness insufficient without prior notice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the lower court's decision regarding a default judgment. The appellant argued that her lawyer's sudden illness constituted 'higher force' preventing her from securing representation, but the court found no evidence she attempted to notify the opposing party or the court. The court ruled that the failure to provide timely notice negated the claim of higher force, making the annulment request inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 501 and 152 of the Code of Civil Procedure; Higher force requires an unforeseeable event preventing legal action, but a lawyer's illness does not qualify unless the client failed to notify the opposing party or the court to arrange a substitute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1346 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1346/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Κ., συζύγου Κ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπότση.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ναταλία Θηρεσία Σανταντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1037/2015 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε η από 29-6-2015 ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκαν οι αποφάσεις 1953/2017 μη οριστική και 1182/2018 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των υπ' αριθμ. 1182/2018 και 1037/2015 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στην έννοια της ανώτερης βίας, που συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 152 του ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από το διάδικο ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (ΟλΑΠ29/1992, ΑΠ 1506/2013,ΑΠ219/2016).
Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί και η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, λόγω της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή να ειδοποιήσει τον εντολέα του ή άλλον δικηγόρο για την αντικατάστασή του (ΑΠ 1347/2012). Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία έννοια ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιημένη έναντι της τελευταίας μόνος κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, στις περιπτώσεις όπου το τελευταίο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη.
Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του, εξαιτίας της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ.559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό προσβάλλεται και η απόφαση, η οποία, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας, αν προσάπτεται σ' αυτή, ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία, διότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του διαδίκου, που ερημοδικάστηκε λόγος ανώτερης βίας (ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 1260/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την από 29.6.2015 ανακοπή ερημοδικίας ζήτησε να εξαφανισθεί η υπ' αριθ. 1037/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε ερήμην της και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή της κατά της υπ' αριθ.98/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προβάλλοντας ακυρότητα της ερημοδικίας, διότι συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας.
Ειδικότερα, η ανακόπτουσα πρόβαλε με την ανακοπή της, ότι η ερημοδικία της οφειλόταν σε ανώτερη βία, διότι κατά τη συζήτηση της έφεσής της στη δικάσιμο της 13.11.2014, δεν εμφανίστηκε λόγω αιφνίδιας ασθένειάς του ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Γεωργίος Μπότσης, ο οποίος την ώρα που ετοιμαζόταν στην κατοικία του, που βρίσκεται στην ..., για να μεταβεί στο Εφετείο Αθηνών και να ζητήσει αναβολή της εκδίκασης της έφεσής της, αισθάνθηκε έντονους πόνους στο στήθος με τάσεις λιποθυμίας με συνέπεια να καλέσει φίλο του γιατρό, ο οποίος έσπευσε στην κατοικία του και κατά την εξέτασή του, διέγνωσε ότι εμφάνιζε προκάρδιο άλγος, ταχυαρρυθμία, εφιδρώσεις, δηλαδή συμπτωματολογία εν δυνάμει πιθανή για έμφραγμα του μυοκαρδίου ή και ισχαιμικό επεισόδιο, και του συνέστησε την απόλυτη ακινητοποίησή του και περαιτέρω έλεγχο.
Ότι προς τούτο, ο πληρεξούσιος δικηγόρους της, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με δύο φίλους του δικηγόρου προκειμένου να μεταβούν στο Εφετείο για να ζητήσουν την αναβολή της εκδίκασης της έφεσής της, οι οποίοι όμως λόγω σοβαρών επαγγελματικών υποχρεώσεων τους, δεν μπόρεσαν να τον διευκολύνουν και έτσι αυτή δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να απορριφθεί η έφεση της ως ανυποστήρικτη.
Επί της ως άνω ανακοπής και ισχυρισμών της ανακόπτουσας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση της από 8/1/2016 ιατρικής βεβαίωσης του ιατρού Καρδιολόγου-Παθολόγου Α. Μ., επικ. Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου ... και την από 29.11.2016 δήλωση της δικηγόρου Ε.
Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η ανακόπτουσα, δεν πιθανολογείται ότι η μη εμφάνισή της στο Εφετείο Αθηνών, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο της 13/11/2014, οφειλόταν σε λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα στην αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, και τούτο διότι εάν ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δικηγόρος έδειχνε την επιβαλλόμενη άκρα επιμέλεια και σύνεση που απαιτεί ο νόμος, θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την ερημοδικία της ανακόπτουσας- εκκαλούσας, καθ' ότι μπορούσε να ειδοποιήσει την εντολέα του (εκκαλούσα), προκειμένου η τελευταία να μεριμνήσει για την εκπροσώπησή της από άλλο δικηγόρο.
Μπορούσε, ακόμα να ειδοποιήσει τον παραστάντα στο Δικαστήριο, πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιδίκου της, ώστε ο τελευταίος ή να ζητήσει την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, αφού γνωστοποιούσε την ασθένεια του στο Δικαστήριο, ή να ματαιώσει τη συζήτηση της υπόθεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος της ανακοπής και κατόπιν αυτού απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης ακυρότητας, όπως με τον πρώτο λόγο, κατ' ορθή υπαγωγή και χαρακτηρισμό των αιτιάσεων της προβάλλει η αναιρεσείουσα, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι τον αρ. 1) και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως σχετικά με την έννοια της ανώτερης βίας, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλης ειδικότερης αιτιολογίας.
Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 12, γιατί δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα, βάση τις κείμενες διατάξεις του ΚΠολΔ περί απόδειξης και δύναμης των αποδεικτικών μέσων, σε κανένα από τα μνημονευόμενα έγγραφα και ειδικότερα την από 8-1-2016 βεβαίωση του ιατρού Α.
Μ. και την από 29-11-21016 δήλωση της δικηγόρου Ε. Κ., από τα οποία αποδεικνύεται οπ λόγος της ανώτερης βίας, είναι απαράδεκτος, γιατί ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελευθέρα τα αποδεικτικά μέσα αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά. Μετά, από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 23.7.2018, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1037/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 1182/2018 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ