Legislator Case Law & Legislation
1346/2018 AI generated

1346/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1346/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/7/2016 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1346/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 του 183 ΚΠοΛΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1346 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1346/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Καραντώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φρίξο Γεραλή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/7/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, μεταξύ των οποίων και της αοριστίας, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι, (Ολ ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 8 (και όχι 11) ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα (δεν έλαβε υπόψη) του προς απόκρουση της από τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) προταθείσης ενστάσεως υπαγωγής της διαφοράς (περί της οποίας η από 10.5.2005 ένδικη αγωγή του (αναιρεσείοντος) για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω της μη πληρωμής των προς κάλυψη του τιμήματος πωληθεισών μετοχών, εκδοθεισών από τον αναιρεσίβλητο (ακαλύπτων) τραπεζικών επιταγών) σε διαιτησία προταθέντα ισχυρισμό αυτού (αναιρεσείοντος) σύμφωνα με τον οποίο η ένδικη ως άνω αγωγική διάφορα, δεν καλύπτεται από τη ρήτρα διαιτησίας που διαλαμβάνεται στη σχετικώς καταρτισθείσα, με το από 31.12.02 "προσύμφωνο πώλησης ανωνύμων μετόχων", σύμβαση, καθόσον, (κατά των ως άνω αιτίαση), αυτή δεν απορρέει από την παραπάνω σύμβαση αγοραπωλησίας, αλλά από την μεταγενεστέρως καταρτισθείσα, με το υπό την ίδια ως άνω ημιχρονολογία (31.12.02) "ιδιωτικό συμφωνητικό", σύμβαση καθορισμού του τρόπου εξοφλήσεως του (με το προσύμφωνο) συμφωνημένου τιμήματος (334.297€) δια δύο τραπεζικών επιταγών, εκδόσεως του (αγοραστού) αναιρεσιβλήτου σε διαταγή του (πωλητού) αναιρεσείοντα στη μη πληρωμή των οποίων, εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου (εκδότου), αναφέρεται η ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος - ανεξάρτητα από το απαράδεκτο που απορρέει από το ότι ο κατά την αιτίαση φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη, ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα, κατά την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της θεμελιωτικής, της προβληθείσης ενστάσεως (υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία), ιστορικής βάσεως, μη δυναμένη, ως εκ τούτου, να θεμελιώσει την προβαλλόμενη (από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), αιτίαση - ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από την παραδοχή αυτής ότι "Δυνάμει του από 31.12.2002 προσυμφώνου πώλησης ανωνύμων μετοχών και του υπό την ίδια ως άνω ημερομηνία συμφωνητικού, που εξειδικεύει μόνο τους όρους πληρωμής του τιμήματος, ο ενάγων (αναιρεσείων) συμφώνησε να πωλήσει στον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) 810.000 μετοχές....αντί τιμήματος 334.297,6 ευρώ που συμφωνήθηκε (με το συμφωνητικό και όχι το προσύμφωνο) να καταβληθεί δια της εκδόσεως δύο τραπεζικών επιταγών.....Περαιτέρω δυνάμει του υπ' αριθμ. 6 όρου του κεφαλαίου ΣΤ του ως άνω προσυμφώνου συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι "οποιαδήποτε διαφορά ανακόψει από την προαναφερθείσα σύμβαση πώλησης ανωνύμων μετοχών, συμπεριλαμβανομένης και της απαιτήσεως αδικοπραξίας, καθώς και της αποκτήσεως εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού θα επιλύεται στην Αθήνα, με τη διαδικασία της διαιτησίας του ΚΠολΔ".....Επομένως και η παρούσα εκ της αδικοπραξίας διαφορά, που όπως αποδείχθηκε προέκυψε από τη σύμβαση πωλήσεως, θα πρέπει να επιλύεται με τη διαδικασία της διαιτησίας του ΚΠολΔ.....", προκύπτει σαφώς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και τον προταθέντα ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και του απέρριψε δια της παραδοχής ότι η δια της ενδίκου αγωγής παταχθείσα προς κρίση διαφορά (αποζημίωση από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα από την έκδοση των επίδικων επιταγών, εν γνώσει της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων) αποδείχθηκε ότι, προέρχεται από τη διαλαμβάνουσα τη ρήτρα διαιτησίας σύμβαση πωλήσεως μετοχών, η οποία καταρτίστηκε με το από 31.12.2002 προσύμφωνο "και εξειδικεύτηκε, ως προς τους όρους πληρωμής του τιμήματος, με το υπό την ίδια ημεροχρονολογία καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό", το οποίο, ως τέτοιο, ορθώς δεν επαναλαμβάνει την υφιστάμενη στο ως άνω προσύμφωνο ρήτρα διαιτησίας αφού με εξαίρεση τον τρόπο εξοφλήσεως του τιμήματος, κατά τα λοιπά, ισχύουν οι όροι του τελευταίου (προσυμφώνου) και επομένως και η συμφωνηθείσα ρήτρα διαιτησίας.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό, αναφορικά με την ανάγνωση του εγγράφου, λάθος με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, για την πληρότητα του οποίου απαιτείται, πλην άλλων να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο δικόγραφο και ολόκληρο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε (ΑΠ 1360/2017), θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 577/2015, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010).

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε και τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, το περιεχόμενο του νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντος από τον ίδιο, προς απόδειξη της ουσιαστικά αβασιμότητος, της προβληθείσης από τον αναιρεσίβλητο ενστάσεως υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, από 31.12.2002 "προσυμφώνου πώλησης ανωνύμων μετοχών", ως προς την διαλαμβανόμενη σ' αυτό συναφή ρήτρα (διαιτησίας) δεχθείσα, παρά την ορθή ανάγνωση του περιεχομένου του, την εξ αυτού απόδειξη "ότι η διαφορά από την έκδοση επιταγών διέπεται από τη ρήτρα διαιτησίας του από 31.12.2002 προσυμφώνου ενώ από την επισκόπηση του ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι κάτι τέτοιο δεν αναγράφεται επ' αυτού".

Ο λόγος αυτός κρίνεται, απορριπτέος, ανεξάρτητα από το απαράδεκτο, που απορρέει αφενός από την αοριστία του, λόγου της μη καταχωρήσεως στο αναιρετήριο δικόγραφο ολόκληρου του (περιεχομένου) εγγράφου του διαλαμβάνοντος της επίδικης ρήτρα διαιτησίας ως άνω προσυμφώνου, όπως έπρεπε για την πληρότητά του, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και αφετέρου ενόψει της προσβολής δια της προβαλλομένης αιτιάσεως, όχι της λανθασμένης αναγνώσεως του περιεχομένου του κατά τα άνω προσυμφώνου η οποία και μόνο, κατά τα προεκτεθέντα, θεμελιώνει το προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, αλλά της κρίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με το συνταχθέν, από τη λανθασμένη ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου αντίθετο, από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αποδεικτικό πόρισμα, η οποία όμως (κρίση) ως αναφερομένη σε εκτίμηση των αποδείξεων είναι κατά τα προλεχθέντα, ανέλεγκτη, (κρίνεται απορριπτέα) ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά η κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν προσύμφωνο, αλλά στη συνεκτίμηση αυτού, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως με αυτό τον από 31.12.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 του 183 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 21.7.2016 και με αριθμ. καταθ. 29/2016] αίτηση αναιρέσεως της 36/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Αυγούστου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ