Legislator Case Law & Legislation
1346/2017 AI generated

1346/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1346/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5921/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1346/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 5/12/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης.

Keywords

AI generated
credit insurance instalment payment agreement authorization to levy debt enforcement capacity to incur bill liability satisfaction of claim mortgage insurance
AI generated
1317/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11127/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2129/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
1344/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 525/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4115/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/10/2013 αίτησή της και τους από 29/12/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
761/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
354/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4225/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/7/2014 αίτησή της.
1587/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1346 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1346/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτυχίο-Δημητρίο Καλαμίδα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Στρατηγού με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5921/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/2/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 5/12/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων υπ’ αριθμ. 5921/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 23-5-2011 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 89/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί την από 26-10-2009 ανακοπή της αναιρεσείουσας, δικάζοντας την υπόθεση κατ’ ουσία, απέρριψε την ως άνω ανακοπή και επικύρωσε την εκδοθείσα, μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", προκύπτει, ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος όμως σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ’ αυτόν, ότι η πληρωμή αυτής οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθρ. 904 επ.

ΑΚ), επειδή η αιτία έκδοσής της εξέλιπε ή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική και έτσι να ελευθερωθεί. Η ανυπαρξία δηλαδή ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρέωσης από την επιταγή, επιτρέπει όμως στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (αρθρ. 632, 633 ΚΠολΔ), και να αντιτάξει, ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου, χωρίς νόμιμη αιτία, την εξέδωσε, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο που συνεπάγεται αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό.

Για την προβολή όμως της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για κάποια ορισμένη αίτια και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη (ΑΠ 651/2011).

Τους ισχυρισμούς αυτούς, για έλλειψη υποκείμενης αιτίας, ο υπογραφέας μπορεί να τους προτείνει, τόσο έναντι εκείνου, ο οποίος αμέσως συνδέεται μαζί του, όσο και κατά των υπόλοιπων δικαιούχων από την επιταγή, μόνο όμως με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 22 του ως άνω νόμου 5960/1933 (ΑΠ 1555/2012).

Ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 22 v. 5960/1933, τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.

Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται ότι κατ’ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, αφενός τελούσε εν γνώσει της υπάρξεως των ως άνω ενστάσεων κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ’ αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ως άνω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία, χωρίς τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 362/2014, ΑΠ 1456/2007).

Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση δε, που εκείνος, κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.

Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασης του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμα του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση της ή να επιστρέψει αυτή στον εκδότη της μετά την εκπλήρωση ορισμένων όρων από την υφιστάμενη μεταξύ τους βασική έννομη σχέση. (ΑΠ 353/2015).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδ. α - δ Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δυο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη.

Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 38 του ίδιου νόμου, επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, τραπεζίτης δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις, ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνον γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία.

Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατύπωσης. Ως πελάτης του πληρωτή θεωρείται εκείνος, που απέκτησε αυτή την ιδιότητα με άνοιγμα λογαριασμού του, εφόσον η τράπεζα μερίμνησε για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και της διεύθυνσης κατοικίας του, είχε δε και ευμενή σύσταση (ΑΠ 659/2011, ΑΠ 1874/2013).

Παράλληλα, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχύραση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία, υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου και πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ’ αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, κ.λπ.

μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ. β του ΑΚ και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής .

Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.

Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πραγμάσι, σε στοιχείο του αξιόγραφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 353/2015).

Κατά το άρθρο όμως 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.

Α.Π. 17/95, Ολ. Α.Π. 62/90). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.

Α.Π. 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίηση του δικαιώματός του (Α.Π.321/2002, ΑΠ 1558/2014, ΑΠ 42/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ’ επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχτηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται στην εκμετάλλευση χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων και πρατηρίων υγρών καυσίμων.

Στα πλαίσια της ... αυτής δραστηριότητάς της, κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία έχει αντικείμενο εργασιών τις τεχνικές εγκαταστάσεις, αντιπροσωπείες και πωλήσεις μηχανημάτων, το από 9-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η δεύτερη πώλησε στην πρώτη, με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας, ένα επαγγελματικό αυτόματο πλυντήριο - στεγνωτήριο αυτοκινήτων, το οποίο θα τής παρέδιδε και θα εγκαθιστούσε η ίδια (πωλήτρια), αντί τιμήματος 46.000 € πλέον 8.740 € για ΦΠΑ και συνολικά 54.740 €, από το οποίο 23.000 € θα καταβαλόταν μέσω προγράμματος επιδότησης.

Ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων της, η εφεσίβλητη αγοράστρια παρέδωσε αυθημερόν στην ως άνω πωλήτρια την υπ’ αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της ... τράπεζας, εκδόσεως της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως τις 30-06-2008, ποσού 25.000 €, πληρωτέα εις διαταγήν της πωλήτριας εταιρείας "...

Α.Ε.", για την οποία είχε συμφωνηθεί ότι, στην περίπτωση που θα πληρωνόταν το συμφωνηθέν τίμημα, θα επιστρεφόταν απλήρωτη και ασφράγιστη στην εφεσίβλητη αγοράστρια εταιρεία από την λήπτρια αυτής, η οποία, έτσι, ανέλαβε την υποχρέωση να μη μεταβιβάσει αυτήν περαιτέρω προς τρίτους. Ταυτοχρόνως με την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού και την παράδοση της ως άνω επιταγής, η λήπτρια αυτής εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ...-10-2007 απόδειξη εισπράξεως από την αγοράστρια εταιρεία του ποσού των 25.000 € "για επιταγή λήξεως 30/6/2008 Η ΟΠΟΙΑ ΟΑ ΕΠΙΣΤΡΑΦΕΙ ΑΠΛΗΡΩΤΗ ΚΑΙ ΑΣΦΡΑΓΙΣΤΗ".

Στις 28-5-2008 η εφεσίβλητη αγοράστρια εταιρεία, σε αντικατάσταση της ως άνω επιταγής, εξέδωσε την ένδικη υπ’ αριθμ. ... μεταχρονολογημένη δίγραμμη επιταγή, συρόμενη από τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως τις 30-03-2009, ποσού 25.000 €, πληρωτέα εις διαταγήν της πωλήτριας εταιρείας "...

Α.Ε." και την παρέδωσε σ’ αυτήν (λήπτρια), η οποία εξέδωσε αυθημερόν την υπ’ αριθμ. ...28-5-2008 απόδειξη εισπράξεως από την αγοράστρια, ποσού 25.000 δρχ. "για αντικατάσταση επιταγής λήξεως 30/6/08 με επιταγή λήξεως 30/3/09 η οποία θα επιστραφεί απλήρωτη και ασφράγιστη". Αυθημερόν (28-5-2008) η πωλήτρια εταιρεία, λήπτρια της προαναφερόμενης επιταγής, παρότι δεν είχε το δικαίωμα μεταβιβάσεως της, οπισθογράφησε αυτήν, ως αξία λόγω ενεχύρου, στην εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", για την εξυπηρέτηση και εξασφάλιση παροχής πιστώσεως που είχε λάβει απ’ αυτήν. Η κατά τα ανωτέρω οπισθογράφηση της επιταγής λόγω ενεχύρου, καθώς και ο χρόνος αυτής προκύπτουν από την τακτική οπισθογράφηση που έχει τεθεί με σφραγίδα στο σώμα αυτής. Με τον τρόπο αυτό η εκκαλούσα κατέστη νόμιμη κομίστρια της ένδικης επιταγής και δικαιούχος της απαίτησης που απορρέει απ’ αυτήν.

Στις 29-7-2008 η πωλήτρια εταιρεία εξέδωσε για το ως άνω πωληθέν στην εφεσίβλητη πλυντήριο το υπ’ αριθμ. ...-7-2008 πιστωτικό σημείωμα, αξίας 54.740 €, το οποίο συνόδευε το υπ’ αριθμ. ...29-7-2008 δελτίο αποστολής, χωρίς, όμως, να προσκομίζεται τιμολόγιο πωλήσεως του εν λόγω πωληθέντος πλυντηρίου από την πωλήτρια και λήπτρια της επιταγής, προς την εφεσίβλητη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία, επικαλούμενη το ως άνω πιστωτικό σημείωμα, το οποίο ονομάζει "τιμολόγιο".

Για την εξόφληση του τιμήματος της ως άνω πωλήσεως, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε, κατά τα παρακάτω αναφερόμενα, στην εφεσίβλητη 23.800 € και για το υπόλοιπο ποσό των 30.940€ εξέδωσε εις διαταγήν της πωλήτριας "... ΑΕ" έντεκα μεταχρονολογημένες επιταγές της ... Τράπεζας και δη μια στις 29-8-2008, ποσού 4.940 € και δέκα ισόποσες, ποσού 2.600 € της καθεμιάς, στις 26/9/2008, 31/10/2008, 28/11/2008, 26/12/2008, 30/1/2009, 27/2/2009, 28-3-2009, 24-4-2009, 25-5-2009 και 26-6-2009, των οποίων προσκομίζονται φωτοτυπικά αντίγραφα.

Ειδικότερα, όσον αφορά την εξόφληση του ποσού των 23.800 €, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι πώλησε στην "... Α.Ε." (λήπτρια της ένδικης επιταγής και πωλήτρια στην προαναφερόμενη σύμβαση πώλησης), λόγω απόσυρσης, ένα μεταχειρισμένο πλυντήριο, αξίας 23.800 €, επικαλούμενη το προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ. ...8-2008 σχετικό τιμολόγιο εκδόσεώς της, αξίας 23.800 € (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), το υπ’ αριθμ. .../21-7-2008 ένταλμα πληρωμής προς αυτήν (εφεσίβλητη), εκδόσεως της ...

Τράπεζας, ποσού 23.000 €, το υπ’ αριθμ. .../21-7-2008 γραμμάτιο είσπραξης από την "... Α.Ε.", εκδόσεως, επίσης, της ... Τράπεζας, την από .../21-7-2008 απόδειξη είσπραξης της "... ΑΕ" του ίδιου ως ως άνω ποσού από την εφεσίβλητη "έναντι λογαριασμού με κατάθεση στην Τράπεζα", καθώς και αντίγραφο κίνησης του τηρούμενου από την εφεσίβλητη στην ίδια ως άνω Τράπεζα υπ’ αριθμ. ...

λογαριασμού, από το οποίο προκύπτει ότι η "... ΑΕ" κατέθεσε στον ως άνω λογαριασμό της εφεσίβλητης στις 21-7-2008 23.800 € και αυθημερόν η τελευταία κατέθεσε το ίδιο ποσό στον τηρούμενο στην ίδια Τράπεζα υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό της "... ΑΕ". Όσον αφορά το υπόλοιπο του τιμήματος η εφεσίβλητη επικαλείται και προσκομίζει την υπ’ αριθμ. .../23-7-2008 απόδειξη είσπραξης της "...

ΑΕ", από την οποία προκύπτει ότι αυτή έλαβε από την εφεσίβλητη τις προαναφερόμενες έντεκα επιταγές, συνολικού ποσού 30.940 € "...για εξόφληση ΛΟΓ/ΜΟΥ". Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η οφειλή της εφεσίβλητης από την υποκείμενη αιτία εκδόσεως της ένδικης επιταγής (τίμημα πωλήσεως) αποσβέσθηκε κατά το ποσό των 23.800 € στις 21-7-2008 με τη δόση αντί καταβολής προς την "...

ΑΕ" του ως άνω μεταχειρισμένου πλυντηρίου (αρθρ. 419 ΑΚ) και κατά το υπόλοιπο ποσό των 30.940 €, τμηματικά, με την πληρωμή των προαναφερομένων μεταχρονολογημένων επιταγών, από τις οποίες η τελευταία έφερε χρόνο εκδόσεως στις 26-6-2009. Στις 27-2-2009 η εφεσίβλητη, πριν από την εκ μέρους της ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος με την πληρωμή των προαναφερομένων επιταγών εκδόσεως της (η τελευταία επιταγή έφερε χρόνο εκδόσεως τις 26-6-2009) κοινοποίησε στην "...

ΑΕ" την από 25-2-2009 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία της (βλ. την υπ’ αριθμ. ...27-2-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π.), η οποία κοινοποιήθηκε και στην πληρώτρια Εμπορική Τράπεζα στις 18-3-2009 (βλ. την υπ’ αριθμ. .../18-3-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.

Χ.), αλλά και στην εκκαλουσα στις 6-3-2009 (βλ. την υπ’ αριθμ. .../6-3-2009 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), με την οποία καλούσε αυτήν ("... Α.Ε.") να της επιστρέψει εντός τριών ημερών το σώμα της επίδικης επιταγής, δηλώνοντας ότι σε κάθε περίπτωση ανακαλεί την εντολή πληρωμής αυτής. Στη συνέχεια, λόγω μη επιστροφής της επίδικης επιταγής στην εφεσίβλητη, αυτή με την από 10-3-2009 εξώδικη δήλωση της προς την πληρώτρια Εμπορική Τράπεζα, την οποία κοινοποίησε προς αυτήν στις 18-3-2009 (βλ.

την υπ’ αριθμ. ...18-3-2009 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας) και στις 20-3-2009 προς την λήπτρια της επιταγής "... ΑΕ", καθώς και την εκκαλουσα, νόμιμη κομίστρια αυτής (βλ. τις υπ’ αριθμ. ...20-3-2009 αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Π.), ανακάλεσε με επαρκές υπόλοιπο την επίδικη επιταγή.

Ακολούθως, η εκκαλουσα τραπεζική εταιρεία, ως νόμιμη κομίστρια της επιταγής, την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, στις 30-3-2009, αλλά δεν πληρώθηκε, διότι, μετά από έλεγχο του λογαριασμού της εφεσίβλητης εκδότριας αυτής, μέσω του μηχανογραφικού κέντρου της πληρώτριας Τράπεζας, εξακριβώθηκε ότι η επιταγή είχε ανακληθεί με επαρκές υπόλοιπο του λογαριασμού, από τον οποίο συρόταν, όπως βεβαιώνεται στη σφραγίδα που έθεσε στο σώμα της επιταγής η εκκαλούσα, μετά από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας ...

Τράπεζας. Η εφεσίβλητη με την από 9-4-2009 εξώδικη δήλωσή της που απευθυνόταν προς την εκκαλούσα, την οποία κοινοποίησε προς αυτήν στις 10-4-2009 (βλ. την υπ’ αριθμ. .../10-4-2009 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), προς την πληρώτρια Τράπεζα και τη λήπτρια της επιταγής, κάλεσε αυτήν (εκκαλούσα) να απέχει από οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη ενέργεια εις βάρος της για την πληρωμή της ένδικης επιταγής.

Κατόπιν της από 21-9-2009 αιτήσεως της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρείας, με βάση την ένδικη δίγραμμη επιταγή, της οποίας ήταν νόμιμη κομίστρια, εκδόθηκε η ακυρωθείσα με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. .../2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η εφεσίβλητη εταιρεία (καθώς και η "...

Α.Ε.") να καταβάλει σ’ αυτήν (εκκαλούσα) το ποσό των 25.000 €, πλέον τόκων και εξόδων. Την ένδικη επιταγή, η οποία έφερε γενική διγράμμιση, απέκτησε η εκκαλούσα νομίμως από την λήπτρια της επιταγής και πελάτιδά της "... ΑΕ", η οποία τηρούσε σ’ αυτήν τον προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό, αφού προηγουμένως έλεγξε και βεβαιώθηκε για την ύπαρξη συνάφειας μεταξύ της επαγγελματικής δραστηριότητας αυτής προς εκείνη της εφεσίβλητης, εκδότριας της επιταγής, καθώς και τη φερεγγυότητα της τελευταίας, ενώ δεν υπήρχαν ενδείξεις για την ελαττωματικότητα της αιτίας εκδόσεως αυτής και για το λόγο αυτό δεν ζήτησε τα παραστατικά στοιχεία που είχαν εκδοθεί για την υποκείμενη αιτία της πωλήσεως του πλυντηρίου, τα οποία συνηθίζει να ζητά μόνον όταν προκύπτουν αμφιβολίες για την ύπαρξη της οφειλής, όπως κατέθεσε η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας της εκκαλούσας.

Το γεγονός της διγράμμισης της επιταγής, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εφεσίβλητη, δεν περιόριζε τη δυνατότητα κυκλοφορίας της, παρά μόνον τα πρόσωπα, στα οποία μπορούσε να γίνει η εξόφληση της, η δε εκκαλούσα, ως Τράπεζα, ήταν τέτοιο πρόσωπο. Εξ άλλου η διγράμμιση δεν δημιουργούσε στην εκκαλούσα πρόσθετη υποχρέωση επιμελείας ως προς την εξακρίβωση της προελεύσεως αυτής, πολύ περισσότερο μάλιστα, καθόσον την απέκτησε από τη λήπτρια αυτής και όχι από τρίτο κομιστή, ούτε υποχρέωση, κατά τον χρόνο κτήσεως απ’ αυτήν της επιταγής, να επικοινωνήσει προηγουμένως με την εφεσίβλητη ή να απαιτήσει από τη λήπτρια αυτής να της παραδώσει τα εκδοθέντα παραστατικά στοιχεία για την υποκείμενη αιτία.

Επομένως, ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η εκκαλούσα, κατά την απόκτηση της επιταγής, παραμέλησε συνειδητά να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις της, αποβλέποντας, με την οπισθογράφηση προς αυτήν της επιταγής, να ματαιώσει την προβολή των ενστάσεων που διατηρούσε αυτή (εφεσίβλητη) από την υποκείμενη αιτία κατά της λήπτριας της επιταγής, ελέγχεται αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η εκκαλούσα είχε πράγματι υποχρέωση να πράξει τα προαναφερόμενα, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι η εκκαλούσα συνειδητά δεν έπραξε τα ανωτέρω, κατά τον χρόνο κτήσεως της επιταγής, γνωρίζοντας την εγγυητική λειτουργία της και την υποχρέωση της λήπτριας αυτής να μην τη μεταβιβάσει περαιτέρω.

Άλλωστε, από μόνο τον επικαλούμενο ανεπαρκή έλεγχο των παραστατικών της πωλήσεως, για την οποία εκδόθηκε η ένδικη επιταγή, εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της εκκαλούσας δεν μπορεί να συναχθεί γνώση της ίδιας για το περιεχόμενο της υποκείμενης αιτίας, για την οποία εκδόθηκε η ένδικη επιταγή και των συναφών με αυτή ενστάσεων της εφεσίβλητης.

Περαιτέρω, η μετά την κτήση της ένδικης επιταγής από την εκκαλούσα (28-5-2008) γνωστοποίηση προς αυτήν από την εφεσίβλητη, με την προαναφερόμενη από 25-2-2009 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη στις 6-3-2009. της εγγυητικής λειτουργίας της επιταγής και της ελλείψεως εξουσίας μεταβιβάσεως αυτής από τη λήπτρια, δεν καθιστά την εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή από την εκκαλούσα και τη σφράγιση αυτής καταχρηστική.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της ανακοπής, δεχόμενο ότι η αξίωση της εκκαλούσας Τράπεζας ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώρατος, καθόσον, παρότι, με τις ως άνω εξώδικες δηλώσεις που κοινοποίησε προς αυτήν η εφεσίβλητη - που έλαβαν χώρα μετά την εκ μέρους της κτήση της επίμαχης επιταγής και μέχρι την εμφάνιση αυτής προς πληρωμή - είχε πληροφορηθεί ότι η ένδικη επιταγή που είχε ήδη στα χέρια της δεν οφειλόταν από την εφεσίβλητη, εκδότρια αυτής και γι’ αυτό είχε ανακληθεί με επαρκές υπόλοιπο, δεν φρόντισε να ελέγξει τους ισχυρισμούς της τελευταίας, επικοινωνώντας με την πελάτιδά της "...

ΑΕ" για να ζητήσει διευκρινίσεις ή και την αντικατάσταση της επιταγής με άλλη, άλλα αδιαφόρησε και εμφάνισε την επιταγή πρός πληρωμή, επιδιώκοντας την είσπραξή της από την εφεσίβλητη, επικαλούμενη το απρόβλητο της κατ’ αυτής, ως τρίτης κομίστριας προβολής των ενστάσεων της εφεσίβλητης από την υποκείμενη αιτία, κατ άρθρο 22 του Ν. 5960/1933, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις".

Με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της καθής η ανακοπή αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε αντίθετα, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη ανακοπή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ’ ουσία και επικύρωσε την εκδοθείσα σε βάρος της, με αίτηση της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22, 37, 38 του ν.5960/1933 και 904 του ΑΚ, αλλά ούτε εκείνη του άρθρου 281 του ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, αφού οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό της και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Ειδικότερα, η επιδίωξη της είσπραξης της επιταγής εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας, κατά την ημέρα λήξης αυτής, υπήρξε θεμιτή, ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή μη της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της ενεχυράστριας της επιταγής και της οφειλέτριας αυτής, εφόσον το ελάττωμα της υποκείμενης σχέσης μεταξύ οπισθογράφου και οφειλέτριας ήταν άγνωστο στην Τράπεζα κατά την κτήση της επιταγής [άρθρο 22 ν. 5960/1933], όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.

Ο αποκλεισμός της είσπραξης της επιταγής, στην οποία σημειωτέον δεν υπήρξε αναγραφή της ρήτρας "ουχί εις διαταγήν", με την επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ, στην περίπτωση της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα ελαττωματικότητας της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της ίδιας ως εκδότριας της επιταγής κα της ενεχυράστριας αυτής ΑΕ ή της παράλειψης της Τράπεζας να επικοινωνήσει με την τελευταία προς παροχή διευκρινήσεων, προκειμένου να ελέγξει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, μετά την κτήση της επίμαχης επιταγής και πριν την εμφάνιση της προς πληρωμή ή την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, έρχεται κατ’ αρχάς σε ευθεία αντίθεση με τον ίδιο τον αναιτιώδη χαρακτήρα της επιταγής [άρθρο 1 στοιχ. 2 ν. 5960/1933] και περαιτέρω με τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος από την επιταγή, ο οποίος κατατείνει στην ασφάλεια των σχετικών συναλλαγών και στην κυκλοφοριακή αξία της επιταγής, που στηρίζονται ακριβώς στον αναιτιώδη χαρακτήρα της και δεν πρέπει να γίνεται δεκτός παρά μόνον, αν συντρέχουν όλως εξαιρετικές περιστάσεις κακοπιστίας, που δεν υφίστανται εν προκειμένω.

Η μη αναζήτηση διευκρινίσεων, τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων από την αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν οδηγεί, χωρίς άλλο, στην επιβεβαίωση της γνώσης της, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατόν να διατηρεί βάσιμα η εκδότρια της επιταγής σε βάρος της λήπτριας αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ώστε να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη της κομίστριας της επιταγής τεκμαίρεται.

Συνεπώς, δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση διευκρινίσεων, τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων για την κατάφαση και επιβεβαίωση της γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση, αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατόν να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά ακόμη και σε αμέλεια, η οποία, υπό την εκδοχή αυτή, αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου. Περαιτέρω, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα για την προσκόμιση σ’ αυτή τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχομένων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους, στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε συνιστά στοιχείο της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ. β του ΑΚ και συνεπώς η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό, που δεν εντάσσεται στην επιβαλλόμενη επιμέλεια, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, καθώς και τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή, από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής.

Επιπρόσθετα, από τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδεικνύεται, ότι οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, ενέπιπταν στο πεδίο γνώσης της αναιρεσείουσας και ότι η αμέσως με αυτήν συναλλαγείσα λήπτρια της επιταγής ΑΕ αποκάλυψε σ’ αυτήν τις συμφωνίες αυτές, κάτι, που αν είχε συμβεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και την πρακτική που επικρατεί στις τραπεζικές συναλλαγές, η αναιρεσίβλητη δεν θα δεχόταν να μεταβιβασθεί σ’ αυτήν η ένδικη επιταγή και κατ’ επέκταση δεν θα επιτύγχανε η λήπτρια της επιταγής αυτής ΑΕ την επιδιωκόμενη χρηματοδότησή της από την αναιρεσίβλητη.

Η παραδοχή αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία, τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πράγμασι, σε στοιχείο του αξιογράφου. Το τελευταίο θα οδηγούσε στην αντιστροφή του καθιερωμένου με το νόμο 5960/1933 συστήματος, δεδομένου ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης και ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της.

Η υιοθέτηση της άποψης ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να ζητήσει, στο χρόνο που προέβη σε ενεχύραση της επίδικης επιταγής, από την πιστούχο λήπτρια της επιταγής ΑΕ να της προσκομίσει τιμολόγιο ή άλλο φορολογικό στοιχείο, που να βεβαιώνει την ύπαρξη της πραγματικής αιτίας έκδοσης αυτής, εκτός του ότι δεν επιβάλλεται από το νόμο, οδηγεί προδήλως σε άτοπα, κυρίως, εάν ληφθεί υπόψη ο όγκος των συναλλαγών, που καλούνται καθημερινά να εκκαθαρίσουν τα τραπεζικά καταστήματα και ο αριθμός των κυκλοφορούντων επιταγών, για καθεμία από τις οποίες θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα ο προαναφερόμενος ενδελεχής έλεγχος της αιτίας έκδοσης και των οπισθογραφήσεων πριν από την αποδοχή της από την Τράπεζα, ενώ, ταυτόχρονα, δεν ανταποκρίνεται στη φύση του πράγματος και αντιστρατεύεται τη λειτουργία της επιταγής ως οργάνου πληρωμής και, επιπλέον, επιφέρει αδικαιολόγητη ρωγμή στο ισχύον δίκαιο των αξιόγραφων, το οποίο χαρακτηρίζεται από ευελιξία και τυπικότητα και παράλληλα από ταχεία και χωρίς περιττές χρονοτριβές κυκλοφορία των επιταγών στη συναλλακτική πραγματικότητα.

Ενόψει των εκτεθέντων, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που προηγήθηκε της άσκησης της αξίωσής της από το αξιόγραφο, όπως επίσης και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την ενεχυρική οπισθογράφηση της επιταγής μέχρι και την άσκηση της αξίωσης αυτής, αλλά και οι περιστάσεις που κράτησαν και εκτίθενται ειδικότερα στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική και κατά συνέπεια δεν είναι καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, που προαναφέρθηκε.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ.117/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-2-2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε.", για αναίρεση της υπ’ αριθμ.5921/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου