Legislator Case Law & Legislation
1346/2016 AI generated

1346/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1346/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1346/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Θ. του Κ., ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και της απειλής (αρθρ. 1 §1 α, 10§§1,13α, 14 Ν.2168/93 και 333 ΠΚ) και συγκεκριμένα τον καταμήνυσε ότι στις 30.8.2008 έριξε στην είσοδο της πολυκατοικίας της κατηγορουμένης μια εκπαιδευτική - μη λειτουργική χειροβομβίδα, την οποία κατείχε παράνομα, και της οποίας έκανε χρήση προκειμένου να προκαλέσει τρόμο και ανησυχία στην κατηγορουμένη.

Keywords

AI generated
fitness to drive criminal conduct commitment to a psychiatric hospital medical reasons offenses against legal certainty exposure to danger
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1346 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1346/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α’ Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη και τoυ Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 1639/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Κουτρούλη και πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Θ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 31 από 21 Ιουνίου 2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 764/2016.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., με την προβλεπόμενη σ’ αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικά ψευδές και αυτός που μήνυσε ή ανακοίνωσε να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμήνυσε, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού (Α.Π. 37/2015, Α.Π. 687/2014, Α.Π. 914/2014, Α.Π. 1023/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του Π.Κ., με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή και στη θέληση του να τα καταθέσει ή στη γνώση του περί των αληθινών πραγματικών περιστατικών και στη θέληση του σκόπιμα να τα αποκρύψει ή να αρνηθεί να τα καταθέσει (Α.Π. 737/2015, Α.Π. 559/2014, Α.Π. 1111/2014).

Εξ άλλου, έλλειψη της απαιτουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκειμένου ειδικώς για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητος, που θεσπίζεται και από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, υπάρχει όταν:

α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιοποίνου πράξεως, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα, ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχομένης αξιοποίνου πράξεως.

Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσεως του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά, επιλεκτικώς.

Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων.

Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο (εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας). Δεν συνιστούν όμως έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ή αιτιάσεις για παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης ή αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 709/2016).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, παρούσης της κατηγορουμένης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 1639/2016 αποφάσεως του, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως και μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτήν, ήτοι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και την απολογία της κατηγορουμένης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα -κατηγορουμένη Ε.

Π. την 30-8-2008 καταμήνυσε τον εγκαλούντα Ι. Θ. του Κ. ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και απειλής και συγκεκριμένα με την από 30-8-2008 ένορκη κατάθεση της - έγκληση ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αθηνών, η οποία έλαβε ..., καταμήνυσε τον εγκαλούντα ότι την πιο πάνω ημερομηνία έριξε στην είσοδο της οικίας της κατηγορουμένης μία εκπαιδευτική - μη λειτουργική χειροβομβίδα, την οποία κατείχε παράνομα και της οποίας έκανε χρήση προκειμένου να προκαλέσει τρόμο και ανησυχία στην κατηγορουμένη.

Με την υπ’ αριθμ. 53472/2008 απόφαση του Β’ Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κρίθηκε ο εγκαλών ένοχος απειλής σε βάρος της κατηγορουμένης με την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού στην είσοδο της διώροφης κατοικίας όπου διέμενε και αθώος των λοιπών πράξεων ήτοι της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και με την 2244/2010 απόφαση του Ζ’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κηρύχθηκε αθώος της πιο πάνω πράξεως καθ’ όσον υπάρχουν αμφιβολίες εάν περιήλθε σε τρόμο και ανησυχία η κατηγορουμένη αφού η χειροβομβίδα ήταν ακίνδυνη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 30-8-2008 στην είσοδο της επί της οδού ... διώροφης οικίας, στην οποία διαμένει η εγκαλούσα βρέθηκε μία χειροβομβίδα, που όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, επρόκειτο για εκπαιδευτική χειροβομβίδα, που θραυσματοποιείται, εντελώς ακίνδυνη, ικανή όμως να προκαλέσει τρόμο και ανησυχία, αφού στη θέα της δεν ήταν δυνατό να αντιληφθεί κάποιος την επικινδυνότητα της ή μη.

Επίσης, από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι μεταξύ των αντιδίκων, οι οποίοι είναι γιατροί και οι δύο, είχε αναπτυχθεί μία φιλική σχέση, η οποία όμως κατέληξε σε σφοδρή διαμάχη και σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 5154/2007 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών - διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, απαγορεύθηκε στον εγκαλούντα να παρακολουθεί, να εξυβρίζει και να προσβάλλει την κατηγορουμένη.

Την πιο πάνω ημερομηνία (30-8-2008) περί ώρα 18.30, κατά την οποία η κατηγορουμένη βρισκόταν στο σπίτι της, άκουσε ένα θόρυβο από το δρόμο σα να πέφτει ένα μεταλλικό αντικείμενο πάνω σε τζαμαρία και στη συνέχεια μία αλλοδαπή κυρία, της κτύπησε το κουδούνι και της ανέφερε ότι κάποιος ψηλός άνδρας πέταξε μία χειροβομβίδα και τότε η κατηγορουμένη κάλεσε την αστυνομία.

Προσήλθε και η αντιτρομοκρατική και διαπιστώθηκε σύμφωνα με την από 10-9-2008 πραγματογνωμοσύνη της ΔΕΕ το ανενεργό και ακίνδυνο της χειροβομβίδας. Επιπλέον η κατηγορουμένη κατέθεσε ότι είδε τον πολιτικώς ενάγοντα να διέρχεται από την οδό ..., επιβαίνων σε ΙΧΕ Jeep, μάρκας SUZYΚΙ ..., χρώματος γκρι σκούρο, χωρίς πινακίδες, με σπασμένο το τζάμι από το μέρος του συνοδηγού και με σήμα ιατρού στο εμπρόσθιο παρμπρίζ δεξιά, το οποίο γεγονός ήτοι η κυκλοφορία του εν λόγω οχήματος συνάδει και με την από 18-3-2016 βεβαίωση της Προϊσταμένης της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Αγίας Παρασκευής, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η φθορά πινακίδων συντελέσθηκε την 26-8-2008 και η μεταβίβαση οχήματος την 20-2-2009, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της πολιτικής αγωγής περί πλαστότητας των εγγράφων που αφορούν το αυτοκίνητο, ο οποίος πέραν της αοριστίας του ουδόλως αποδείχθηκε.

Σημειωτέον ότι από το υπ’ αριθμ. .../2008 πιστοποιητικό καταστροφής της Εναλλακτικής Διαχείρισης Οχημάτων Ελλάδος της "..." δεν προκύπτει η μη δυνατότητα κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος, πέραν του γεγονότος ότι η ύπαρξη χειροβομβίδας στην είσοδο της οικίας της κατηγορουμένης αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο και σε συνάρτηση με το γεγονός της παρενόχλησης που υφίστατο η κατηγορουμένη από τον πολιτικώς ενάγοντα, η κατηγορουμένη προέβη στην πιο πάνω ένορκη κατάθεση της καθ’ όσον δικαιολογημένα πίστευε ότι τη χειροβομβίδα την τοποθέτησε ο πολιτικώς ενάγων, γεγονός ικανό να της προκαλέσει τρόμο και ανησυχία και όχι για να καταμηνύσει ψευδώς τον πολιτικώς ενάγοντα ότι τέλεσε σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της απειλής με την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού.

Εξ άλλου το γεγονός της ύπαρξης της χειροβομβίδας και ο δικαιολογημένος τρόμος και η ανησυχία που περιήλθε η κατηγορουμένη και η πεποίθηση της - ότι στην ενέργεια αυτή σε βάρος της προέβη ο πολιτικώς ενάγων, είναι δυνατό να προκάλεσαν σύγχυση στην κατηγορουμένη για το αν αυτός διήλθε με το πιο πάνω αυτοκίνητο.

Επομένως, τα όσα κατέθεσε η κατηγορουμένη στην από 30-8-2008 ένορκη κατάθεση της ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αθηνών, εκφράζουν την πεποίθηση της ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθ’ όσον η τοποθέτηση χειροβομβίδας ήταν πραγματικό γεγονός και η κατηγορουμένη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ή όχι και ότι στην ενέργεια αυτή σε βάρος της προέβη ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος από τον Ιανουάριο του έτους 2007 την παρενοχλούσε, όπως προαναφέρθηκε.

Τούτο, διότι για το Δικαστήριο, από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψαν αμφιβολίες για το αν η κατηγορουμένη κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή γεγονότα καθ’ όσον πράγματι υπήρξε τοποθέτηση χειροβομβίδας πλην όμως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και να προκαλέσει βλάβη, γεγονός το οποίο ήταν ικανό να προκαλέσει τρόμο και ανησυχία.

Αντίθετα, κατέθεσε τα ανωτέρω, τα οποία πίστευε ως αληθινά και ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η κατηγορουμένη δεν γνώριζε από όπλα εν αντιθέσει με τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος είναι μέλος αθλητικού σκοπευτικού ομίλου και γνωρίζει από όπλα και λόγω των παρενοχλήσεων του προς το πρόσωπο της είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι αυτός - πολιτικώς ενάγων - προέβη στην πιο πάνω ενέργεια και όχι για να προκαλέσει την ποινική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος.

Ούτω δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το δόλο της κατηγορουμένης και για το λόγο αυτό, τα ως άνω στοιχεία της αποδεικτικής διαδικασίας δεν οδηγούν στη δημιουργία πλήρους δικανικής πεποίθησης για τη γνώση αυτής και το σκοπό της, ώστε για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα πρέπει η εκκαλούσα - κατηγορουμένη να κηρυχθεί αθώα λόγω αμφιβολιών ως προς το δόλο της." Ακολούθως το δικαστήριο εκήρυξε αθώα την κατηγορουμένη, κατά λέξη του ότι: "1.

Στις 30.8.2008 καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτήν και συγκεκριμένα με από 30-8-2008 ένορκη κατάθεση της - έγκληση που κατέθεσε ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Αθηνών και έλαβε ΑΒΜ ..., καταμήνυσε εν γνώσει της ψευδώς τον εγκαλούντα Ι.

Θ. του Κ., ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και της απειλής (αρθρ. 1 §1 α, 10§§1,13α, 14 Ν.2168/93 και 333 ΠΚ) και συγκεκριμένα τον καταμήνυσε ότι στις 30.8.2008 έριξε στην είσοδο της πολυκατοικίας της κατηγορουμένης μια εκπαιδευτική - μη λειτουργική χειροβομβίδα, την οποία κατείχε παράνομα, και της οποίας έκανε χρήση προκειμένου να προκαλέσει τρόμο και ανησυχία στην κατηγορουμένη.

Όλα όμως τα ανωτέρω είναι εν γνώσει της κατηγορουμένης ψευδή και η αλήθεια είναι ότι ο εγκαλών κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία ουδόλως μετέβη για οποιονδήποτε λόγο στην οικία της κατηγορουμένης και ουδέποτε την απείλησε με τη χρήση χειροβομβίδας και ο εγκαλών έχει ήδη αμετάκλητα απαλλαγεί από τις ανωτέρω κατηγορίες με την με αριθ. 53472/2008 απόφαση του Β’ Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την 2244/2010 απόφαση του Ζ’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. 2.

Στις 30.8.2008 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα την 30-8-2008 εξεταζόμενη ενόρκως από τους προανακριτικούς υπαλλήλους της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Αθηνών κατέθεσε όσα αναλυτικά περιγράφονται στο υπό στοιχ. 1 του παρόντος.

Η αλήθεια την οποία εγνώριζε η κατηγορουμένη είναι ότι ο εγκαλών κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία ουδόλως μετέβη για οποιονδήποτε λόγο στην οικία της κατηγορουμένης και ουδέποτε την απείλησε με τη χρήση χειροβομβίδας και ο εγκαλών έχει ήδη αμετάκλητα απαλλαγεί από τις ανωτέρω κατηγορίες με την με αριθ. 53472/2008 απόφαση του Β’ Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την 2244/2010 απόφαση του Ζ’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκειμένου περί αθωωτικής αποφάσεως, δεδομένου ότι: α) διαβεβαιώνεται ότι ελήφθησαν υπ’ όψη και συνεκτιμήθησαν για την διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσεως του, κατά το περιεχόμενο τους όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, που κατ’ είδος μνημονεύονται στα πρακτικά, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, ήτοι οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και η απολογία της κατηγορουμένης, η δε αναφορά ή η έξαρση ορισμένων εξ αυτών δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ’ όψει και δεν συνεκτιμήθησαν και τα λοιπά αυτών (ως άνω αποδεικτικών μέσων), ενώ δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα και β) αναφέρονται κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς κενά και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη αμφιβολιών περί την συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, που αποδίδονται στην κατηγορουμένη.

Ειδικότερον, εν όψει των, αναιρετικώς ανελέγκτως, παραδοχών: 1) ότι πράγματι εγένετο η ρήψη της ως άνω εκπαιδευτικής μη λειτουργικής χειροβομβίδας στην οικία της, που της προκάλεσε τρόμο και ανησυχία, αφού δεν εγνώριζε την ακινδυνότητά της αυτή, ένεκα των οποίων απευθύνθηκε στις αστυνομικές αρχές, οι οποίες και διεπίστωσαν την ύπαρξη αυτής, 2) ότι προ της τελέσεως των αποδιδόμενων στην κατηγορουμένη ως άνω αξιοποίνων πράξεων, με την υπ’ αριθμ. 5154/2007 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, είχε απαγορευθεί στον ως άνω μηνυτή να παρακολουθεί, να εξυβρίζει και να προσβάλλει την κατηγορουμένη, 3) ότι γειτόνισσα της κατηγορουμένης την πληροφόρησε αφ’ ενός μεν για την ρίψη της εν λόγω χειροβομβίδος και αφ’ ετέρου ότι τούτο έπραξε κάποιος ψηλός άνδρας και 4) ότι, εκ του συνδυασμού του γεγονότος, ότι η υπό του μηνυτού μεταβίβαση του ως ανωτέρω αυτοκινήτου του εγένετο την 20-2-2009, ήτοι μετά την τέλεση των εν λόγω αξιοποίνων πράξεων, ότι κατά την 26-8-2008, ήτοι προ της τελέσεως των επιδίκων πράξεων, συντελέσθηκε φθορά των πινακίδων του αριθμού κυκλοφορίας του οχήματος αυτού, όπως το γεγονός τούτο, κατά την οικεία παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βεβαιώνεται με την από 18-3-2016 βεβαίωση της Προϊσταμένης της Διευθύνσεως Μεταφορών και Επικοινωνιών της Αγίας Παρασκευής Αττικής, και ότι εκ του υπ’ αριθμ. .../2008 πιστοποιητικού καταστροφής του (αυτοκινήτου αυτού) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "...", δεν προκύπτει η μη δυνατότητα κυκλοφορίας του ως άνω αυτοκινήτου του μηνυτού κατά τον επίδικο χρόνο (30-8-2008), η κατηγορουμένη τελούσα υπό το κράτος του τρόπου και της ανησυχίας, που είχε περιέλθει από την ρήψη της ανωτέρω χειροβομβίδος, είναι δυνατόν να ευρέθη εν συγχύσει και πεπλανημένως να υπέλαβε και να σχημάτισε την πεποίθηση, αφ’ ενός ότι την χειροβομβίδα έρριψε ο εν λόγω μηνυτής, λόγω των προηγουμένων διαφορών τους, αφ’ ετέρου ότι ήταν εκείνος, που με αυτοκίνητο ίδιου τύπου, χρώματος κυκλοφορίας, χωρίς πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας και με ίδιες βλάβες στο δεξιό μέρος του εμπρόσθιου ανεμοθώρακά του, διήλθε έμπροσθεν της οικίας της και έρριψε την χειροβομβίδα, πιστεύοντας έτσι τα ως άνω καταμηνυθέντα και καταμαρτυρηθέντα υπ’ αυτής κατ’ αυτού (μηνυτού) ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και δεν ήσαν ψευδή.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, όπως αβάσιμος είναι και εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η εκκαλουμένη αθωωτική απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 31/2016 από 21-6-2016 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πρέπει να απορριφθεί, κατά οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει υπ’ αριθμ. 31/2016 από 21-6-2016 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1639/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2016. Και.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ