Supreme Court partially allows appeal on interest and contract characterization while remanding for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering a retrial on specific issues regarding interest rates and contract validity. The appellants argued that the lower court failed to consider submitted wage analysis documents for overtime claims, but the court rejected this, finding the court of first instance had implicitly considered all evidence under its general duty. Consequently, the judgment was annulled only regarding the interest calculation and contract characterization for specific claimants, while the remainder of the case was remanded for further examination by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArt. 246 KPolD; Art. 573 § 1 KPolD; Art. 580 § 3 KPolD; Art. 178 § 1 & 183 KPolD: An appeal argument based on the non-mention of specific evidence in the lower court's decision is inadmissible unless the decision explicitly states that such evidence was not considered, as the court must evaluate all submitted documents even if not specifically cited.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1346 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1346/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Η., 2) Ν. Μ. του Δ., 3) Ο. Σ. του Φ., 4) Δ. Γ. του Κ., 5) Ι. Φ. του Ν., 6) Π. Σ. του Α. - Γ., 7) Μ. Π. του Ν., 8) Δ. Χ. του Χ., 9) Σ. Α. του Θ., 10) Α. Σ. του Β., 11) Κ. Κ. του Δ., 12) Δ. Γ. του Κ., 13) Δ. Χ. του Γ., 14) Χ. Σ. του Ν., 15) Δ. Τ. του Γ., 16) Κ. Χ. του Σ., 17) Λ. Γ. του Τ., 18) Μ. Ι. του Μ., 19) Γ. Κ. του Κ., 20) Π. Μ. του Β., 21) Ά. Γ. του Π., 22) Γ. Κ. του Κ., 23) Α. Κ. του Χ., 24) Δ. Σ. του Ι. και 25) Β. Μ. του Α., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-5-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2737/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5212/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 3-12-2013 αίτησή τους και το αναιρεσίβλητο - αναιρεσείον με την από 27-12-2013 αίτησή του..
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε τις από 25-4-2014 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 3-12-2013 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής και β) την απόρριψη της από 27-12-2013 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιες των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθ. 246 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθ. 573 § 1 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου με τον τρόπο αυτόν διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, οι συζητηθείσες κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Α) η από 27-12-2013 αίτηση του ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" κατά των Α. Τ. κ.λπ. (συνολικά 25, πιν. 21) και (Β) η από 3-12-2013 αίτηση των Α. Τ. κ.λπ. (συνολικά 25) κατά του ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" (πιν. 10), για αναίρεση της 5212/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΙΙ. Επί της από 27-12-2013 αίτησης του "Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" (πιν. 21, με στοιχ. Α' υπόθεση). i. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). (Β) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές (Ολ.ΑΠ 28/2005).
Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως ως προς το ότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Ειδικότερη μορφή σύμβασης μίσθωσης έργου προβλέπεται από το άρθ. 6 ν. 2527/1997, κατά τις διατάξεις του οποίου για την σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 681 επ. ΑΚ ή με άλλες διατάξεις, απαιτείται προηγουμένη έκδοση ΚΥΑ, στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου κ.λπ., σύμβαση δε μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθολοκληρίαν άκυρη.
Εξάλλου, κατ' άρθ. 21 ν. 2190/1994 "§1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και την διαδικασία των επομένων παραγράφων.
§2. Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες", ενώ στην συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την οριζομένη ως άνω διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν κ.λπ., σύμφωνα δε με το άρθ. 14 § 1 του ίδιου ν. 2190/1994 στις διατάξεις αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με το άρθ. 1 § 6 ν. 1256/1982 κ.λπ.
Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθ. 103 §§ 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ. ορίζουν "§2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
§3. Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται". Κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) προστέθηκαν στο ως άνω άρθ. 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, καθώς και παρ. 8, κατά την οποία "Νόμος ορίζει του όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) ή έργου, όπως συνάγεται και από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και προκύπτουν στην συνέχεια και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα που έδωσαν στην έννομη σχέση τα συμβαλλόμενα μέρη, η δυνατότητα δε του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 7/2011, 19/2007) και κατά συνέπεια είναι δυνατός και επιτρεπτός ο χαρακτηρισμός διαδοχικών και συνεχομένων συμβάσεων έργου, που άρχισαν να καταρτίζονται πριν από την έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων ως άνω συνταγματικών διατάξεων και συνεχίζονται και μετά απ' αυτήν, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, αφού οι συμβάσεις αυτές είχαν ήδη προσλάβει τον χαρακτήρα αυτόν, έστω και αν κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθ. 21 ν. 2190/1994 και 6 ν. 2527/1997 που διέπουν την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων (πρβλ.
Πλ.Ολ.ΑΠ 7/2011). Αντίθετα, επί διαδοχικών συμβάσεων που καταρτίσθηκαν με ν.π. του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ του αναθεωρημένου ως άνω άρθ. 103 του Συντάγματος ως συμβάσεις ορισμένου είδους κατ' επιταγή του νόμου και δη ως έργου δεν καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού, έστω και αν τέτοια είναι στην πραγματικότητα η φύση τους, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ένας τέτοιος δηλ.
χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής, (πρβλ. ΑΠ 940/2014, 89/2014, 18/2014, 1165/2012). Το αυτό, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ισχύει και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες αντικείμενο της αγωγής δεν είναι καθεαυτόν ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων ορισμένης εκ του νόμου μορφής και δη έργου ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, αποτελεί, όμως, αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση και επιδίκαση των επιδίκων αξιώσεων. (Γ) Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Με την ένδικη από 27-12-2006 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν, ότι από το έτος 1999 οι 1η, 2η και 3ος απ' αυτούς, από το 2000 οι 4ος - 12ος, από 1-1-2001 ο 13ος, από 1-7-2001 οι 14η και 15ος, από 1-8-2001 ο 16ος, από 10-10-2001 ο 25ος και από το έτος 2002 οι 17η - 24ος εξ αυτών, με βάση αρχικά σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου (για το πρώτο διάστημα που αναφέρεται εκεί για τον καθένα) και στην συνέχεια με συνεχείς διαδοχικές συμβάσεις που το εναγόμενο χαρακτήριζε ως συμβάσεις έργου κατ' επίκληση του άρθ. 6 ν. 2527/1997, ενώ στην πραγματικότητα, και κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή, είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, εργάζονται στο εναγόμενο ν.π.δ.δ. "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων" (ΠΟΔΑ) (στην θέση του οποίου και ύστερα από την συγχώνευσή του με άλλα ν.π.
υπεισήλθε το τώρα αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων") ως μουσικοί - μέλη της φιλαρμονικής του Δήμου Αθηναίων, και δη ως εκτελεστές μουσικών οργάνων κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, ότι με την παροχή της εργασίας τους με βάση τις συμβάσεις αυτές (κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και) εργάζονταν υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και παρείχαν στο εναγόμενο ίδιου περιεχομένου και ίσης αξίας και ποιότητας εργασία με τους αντιστοίχους συναδέλφους τους μουσικούς που συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, χωρίς, όμως, να λαμβάνουν την ίδια αμοιβή με αυτούς, αλλά σημαντικά μειωμένη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όπως αυτή προβλέπεται και απορρέει από τις διατάξεις της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ύστερα από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, ν' αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε κάθε έναν ενάγοντα τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων, επιδομάτων εορτών και αδείας, υπερωριακής απασχόλησης κ.λπ.
για τα έτη 2001 -2006 και να υποχρεωθεί να καταβάλει σε κάθε έναν για τις αιτίες αυτές το ποσό των 12.000 ευρώ. (2) Το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερα από την άσκηση εφέσεων από αμφότερες τις διάδικες πλευρές κατά της πρωτόδικης απόφασης που την είχε δεχθεί εν μέρει, με την προσβαλλομένη 5212/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες είναι μουσικοί και δη εκτελεστές των εκεί αναφερομένων, ως προς κάθε έναν απ' αυτούς, μουσικών οργάνων και με την ιδιότητά τους αυτήν προσλήφθηκαν από το (αρχικά) εναγόμενο ως άνω ν.π.δ.δ.
και δη η 1η την 1-4-1999, η 2η την 1-12-1999, ο 3ος την 1-12-1999, ο 4ος την 1-1-2000, ο 5ος την 1-1-2000, ο 6ος την 1-1-2000, η 7η την 1-2-2000, ο 8ος την 1-2-2000, η 9η την 1-8-2000, η 10η την 1-8-2000, ο 11ος την 1-11-2000, ο 12ος την 1-12-2000, ο 13ος την 1-1-2001, η 14η την 1-9-2001, ο 15ος την 1-9-2001, ο 16ος την 1-9-2001, η 17η την 1-1-2002, η 18η την 1-1-2002, ο 19ος την 1-1-2002, ο 20ος την 1-1-2002, η 21η την 1-3-2002, ο 22ος την 1-5-2002, ο 23ος την 1-6-2002, ο 24ος την 1-10-2002 και ο 25ος την 1-11-2001, προκειμένου να απασχοληθούν στην φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων, η οποία εντάχθηκε από 15-11-1990 στο εναγόμενο, ότι για την περαιτέρω αναβάθμιση και ριζική ανανέωσή της η αθηναϊκή φιλαρμονική, που έχει ήδη μετονομασθεί σε "Αθηναϊκή Φιλαρμονία", στελεχώθηκε με νέους διπλωματούχους μουσικούς, αριθμώντας 115 μέλη, έχει ενεργό συμμετοχή στην εκπαιδευτική και πολιτιστική ζωή του Δήμου Αθηναίων με διαρκή παρουσία σε εκδηλώσεις κοινωνικού, πολιτιστικού, θρησκευτικού και αθλητικού χαρακτήρα, σε διοργανώσεις συναυλιών κ.λπ., είναι κατανεμημένη σε άρτια μουσικά σχήματα και μπορεί να καλύψει ημερησίως τρεις εκδηλώσεις και ετησίως οι υπηρεσίες της υπερβαίνουν τις τριακόσιες, υποκειμένη στις εντολές του Δημάρχου σε συνεργασία με το τμήμα Δημοσίων σχέσεων του Δήμου, οι υποχρεώσεις της δηλ.
για παρουσίαση μουσικών προγραμμάτων και συμμετοχή σε πολυποίκιλες εκδηλώσεις είναι συνεχείς καθόλη την διάρκεια του έτους, ότι από τους 115 μουσικούς της "Αθηναϊκής Φιλαρμονίας" οι 82 συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι 3 με συμβάσεις δημοσίου δικαίου και οι 30, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, διαρκείας ενός έτους, ότι όλα τα μέλη της απασχολούνται όχι πέραν των 8 ωρών ημερησίως, πλην των Κυριακών, είτε με την πραγματοποίηση συνεχών δοκιμών για να βρίσκονται σε επαγγελματική ετοιμότητα, είτε με την συμμετοχή τους στις διάφορες μουσικές εκδηλώσεις, ακολουθώντας συγκεκριμένο ωράριο, το οποίο κανόνιζε και ρύθμιζε το εναγόμενο, η δε καθημερινή τους απασχόληση ελεγχόταν με την τήρηση απουσιολογίου απ' αυτό, ότι οι αρχικές προσλήψεις των περισσοτέρων εναγόντων από το εναγόμενο έγιναν με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και ακολούθως με έγγραφες ετήσιες συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες μετά την λήξη τους ανανεώνονταν συνεχώς χωρίς ενδιάμεσες διακοπές, μέχρις ότου όλοι οι ενάγοντες, πλην της 17ης, κατατάχθηκαν στο εναγόμενο σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (σύμφωνα με το άρθ. 11 ΠΔ 164/2004) με την 815/2006 απόφαση του ΑΣΕΠ, από 1-6-2006 οι 1η, 2η, 7η, 8ος, 13ος, 18η, 22ος, 23ος και 24ος, από 1-1-2006 οι 4ος, 5ος, 6ος, 9η, 10η, 11ος, 12ος, 14η, 15ος, 16ος, 19ος και 21η, από 21-6-2006 ο 3ος, από 1-2-2006 ο 20ος και από 1-7-2006 ο 25ος, ειδικότερα δε οι ενάγοντες εργάσθηκαν (1) η 1η από 1/4 έως 31/12/1999 και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2000 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (2) η 2η από 1-12-1999 έως 31-12-2000 και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (3) ο 3ος από 1-12-1999 έως 31-12-2000 και από 1/1 έως 20/6/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (4) ο 4ος από 1/1 έως 31/12/2000 και από 1/1 έως 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (5) ο 5ος από 1/1 έως 31/12/2000 και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (6) ο 6ος από 1/1 έως 31/12/2000 και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (7) η 7η από 1/2 έως 31/12/2000 και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (8) ο 8ος από 1/2 έως 31/12/2000 και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (9) η 9η από 1/8 έως 31/12/2000 και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (10) η 10η από 1/8 έως 31/12/2000 και από 1/1 έως 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (11) ο 11ος από 1/11 έως 31-12-2000 με (δίμηνη) σύμβαση έργου, από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (12) ο 12ος από 1-31/12/2000 με (μηνιαία) σύμβαση έργου, από 1/1 έως 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (13) ο 13ος από 1-1-2001 έως 31-12-2005 με ετήσιες ανανεούμενες συμβάσεις έργου και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας (14) η 14η από 1/9 έως 31/12/2001 και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2002 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (15) ο 15ος από 1-9-2001 έως 31-12-2002 και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2003 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (16) ο 16ος από 1-9-2001 έως 31-12-2002 και από 1/1 έως 31-15-2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (17) η 17η από 1-1-2002 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου, από 1-1-2006 μέχρι 10-7-2007 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 11-7-2006 έως 10-7-2007 με σύμβαση έργου (18) η 18η από 1-1-2002 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου και από 1/1 μέχρι 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας (19) ο 19ος από 1/1 έως 31/12/2002 και από 1/1 έως 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2003 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (20) ο 20ος από 1/1 έως 31/12/2002 και από 1/1 έως 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (21) η 21η από 1/3 έως 31/12/2002 και από 1/1 έως 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (22) ο 22ος από 1/5 έως 31/12/ 2002 και από 1/1 έως 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2003 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (23) ο 23ος από 1/6 έως 31-12-2002 και από 1/1 έως 30/6/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2003 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου (24) ο 24ος από 1/10 έως 31/12/ 2002 και από 1/1 έως 31/5/2006 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 1-1-2003 έως 31-12-2005 με ετήσιες συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου και (25) ο 25ος από 1-11-2001 έως 31-5-2003 με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας και από 8-10-2003 μέχρι 9-7-2006 με συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου, ότι κατά τα προαναφερθέντα όλοι οι ενάγοντες, πλην της 17ης, με την παραπάνω 815/2006 απόφαση του ΑΣΕΠ, επειδή κρίθηκε ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις των άρθ. 5 και 11 ΠΔ 164/2004, κατατάχθηκαν από τις ως άνω ημερομηνίες σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ η 17η που δεν κατατάχθηκε εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο τουλάχιστον έως την 10-7-2007 με σύμβαση έργου, ότι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, κατά τον οποίο οι ενάγοντες παρείχαν στο εναγόμενο τις υπηρεσίες τους με βάση τις ως άνω συμβάσεις, χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις ανάθεσης κατ' αποκοπή εργασίας και μίσθωσης έργου, απασχολούνταν συνεχώς στο εναγόμενο, όπως ακριβώς και οι λοιποί μουσικοί της "Αθηναϊκής Φιλαρμονίας" που εργάζονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακολουθώντας και αυτοί (ενάγοντες) δεσμευτικά τις οδηγίες και εντολές του εναγομένου ως προς τον τρόπο, τον χρόνο, τον τόπο και την έκταση παροχής της εργασίας τους, υποκείμενοι στην εποπτεία αυτού για την διαπίστωση της συμμόρφωσής τους προς αυτές και την αποδοχή του ελέγχου του, χωρίς να αποσκοπούν στην επίτευξη οποιουδήποτε έργου ή στο αποτέλεσμα της εργασίας και χωρίς να έχουν πρωτοβουλία στην εκτέλεσή της και επιλογή του χρόνου, τόπου και τρόπου εκτέλεσής της, αλλά υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οδηγίες και εντολές του εναγομένου, ότι, όπως και οι μουσικοί του εναγομένου που εργάζονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπόκεινταν και οι ενάγοντες καθημερινά στην τήρηση παρουσιολογίου, ενώ επιπλέον το εναγόμενο είχε αναλάβει τον εργοδοτικό κίνδυνο, εφόσον οι ενάγοντες για την παροχή της εργασίας τους δεν χρησιμοποιούσαν τα δικά τους μουσικά όργανα, αλλά αυτά του εναγομένου, ότι οι συμβάσεις των εναγόντων χαρακτηρίζονταν από τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά τα προαναφερθέντα, ως συμβάσεις έργου ή ανάθεσης εργασίας κατ' αποκοπή, πλην, όμως, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά είχαν πράγματι τον χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (και όχι έργου ή κατ' αποκοπή ανάθεσης εργασίας) και καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των διατάξεων του Συντάγματος και του ν. 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και τούτο ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στην συνδέουσα αυτά σχέση, ενώ εξάλλου η αμοιβή των εναγόντων με δελτία παροχής υπηρεσιών δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης, ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο για τις ανάγκες της "Αθηναϊκής Φιλαρμονίας" με την ίδια διαδικασία που είχε τηρήσει και για την πρόσληψη των εργαζομένων σε αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δηλ.
ύστερα από εξετάσεις - ακροάσεις ενώπιον επιτροπής και ως κατέχοντες δίπλωμα ωδείου της ειδικότητάς τους, από την αρχή δε της πρόσληψής τους εργάζονταν ανελλιπώς κάτω από τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και ασκούσαν τα ίδια ακριβώς καθήκοντα που εκτελούσαν και οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως οι αναφερόμενοι στην προσβαλλομένη απόφαση, και δη εργάζονταν σε πλήρες, καθορισμένο από το εναγόμενο, ωράριο, ήτοι επί 8ωρο ημερησίως, ενώ κατά μέσο όρο εργάζονταν τρεις Κυριακές κάθε μήνα επί 2ωρο μετά την 22.00', πραγματοποιώντας έτσι και 2ωρη νυκτερινή εργασία, ότι, αν και οι ενάγοντες προσλήφθηκαν με την ίδια διαδικασία και προσέφεραν υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα την ίδια εργασία σε είδος, ποιότητα και αξία με τους συναδέλφους τους, που απασχολούνταν στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η αμοιβή τους δεν ήταν ανάλογη εκείνης των τελευταίων, αλλά υπολειπόταν αυτής, με την αιτιολογία, εκ μέρους του εναγομένου, ότι η σχέση που το συνέδεε με αυτούς ήταν "μίσθωση έργου", ότι οι συνάδελφοι των εναγόντων, που συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αμείβονταν με βάση τις ισχύουσες ΣΣΕ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ΠΟΠ - ΟΤΑ, για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, και ειδικότερα τις διατάξεις που αφορούν στο τεχνικό προσωπικό, στο οποίο ανήκαν οι ενάγοντες και οι συνάδελφοί τους, ότι, επομένως, οι ενάγοντες, σύμφωνα με την απορρέουσα από τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση διατάξεις του κοινοτικού και εσωτερικού δικαίου αρχή της ίσης αμοιβής για την παροχή εργασίας ίσης αξίας, δικαιούνται ως εργαζόμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και δεδομένου ότι δεν είναι επιτρεπτή η διαφορετική, δυσμενής, μεταχείρισή τους σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου (δηλ.
τους απασχολουμένους στο εναγόμενο μουσικούς με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου), καθόσον δεν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι που να την δικαιολογούν, τις διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας και εργασίας κατά τις Κυριακές, που προκύπτουν σε σχέση με τους εργαζόμενους στο εναγόμενο μουσικούς με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού έκρινε ότι είχαν παραγραφεί οι συναφείς αξιώσεις των εναγόντων για τα έτη 2001 - 2003, καθώς και ότι η αγωγή είχε καταστεί αόριστη - λόγω μη νομότυπου περιορισμού του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος - ως προς το αίτημα για την καταβολή ποσού 12.000 ευρώ σε κάθε ενάγοντα, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει για τις παραπάνω αιτίες σε κάθε έναν ενάγοντα, για τα έτη 2004 -2006, τα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφασή του ποσά.
Σε σχέση με τα γενόμενα ως άνω δεκτά, με αμφότερους τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και κατά το αντίστοιχο μέρος τους προβάλλεται, κατ' εκτίμηση αυτών και κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, 103 §§ 2, 7 και 8 του Συντάγματος, της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθώς και των άρθ. 6 ν. 2527/ 1997 και 21 ν. 2190/1994, καθόσον διαδοχικές συμβάσεις εργασίες ορισμένου χρόνου ή έργου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, συναπτόμενες υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων των άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος και 21 ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ενώ απαγορεύεται και η μονιμοποίηση του κατ' αυτόν τον τρόπο απασχολουμένου προσωπικού, και σε κάθε περίπτωση δεν καταλείπεται, επάγεται περαιτέρω το αναιρεσείον, πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό κατά την δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτές συνάπτονται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένου χρόνου, ως εκ τούτου δε στις περιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.
Σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό τους και οι δύο λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους τούτο, είναι απορριπτέοι ως ερειδόμενοι σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, διότι το Εφετείο δεν προέβη σε μετατροπή, ούτε σε χαρακτηρισμό των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού δεν ήταν αυτό, κατά τα προαναφερθέντα, το αντικείμενο της δίκης, αλλά, κρίνοντας ότι αυτές συνιστούσαν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ότι είχαν καταρτισθεί και ίσχυαν ως ορισμένου χρόνου, υποχρεωτικά και κατ' επιταγή ακριβώς των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και χωρίς να εφαρμόσει την διάταξη του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, επιδίκασε απλά τις ζητηθείσες μισθολογικές διαφορές με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, και δη της ίσης αμοιβής για την παροχή εργασίας ίσης αξίας, την οποία δεν υπήρχε λόγος να εφαρμόσει (το δικαστήριο της ουσίας), εάν είχε θεωρήσει ότι οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις συνιστούσαν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ ως προς την κρίση του αυτή, την εφαρμογή δηλ.
της αρχής της ίσης μεταχείρισης δεν προβάλλεται κάποια αναιρετική αιτίαση. Οι αυτοί λόγοι κατά το μέρος τους, με το οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθ. 6 § 1 ν. 2527/1997, 21 ν. 2190/1994 και 103 §§ 2, 7 και 8 του Συντάγματος ως προς τον γενόμενο από το δικαστήριο "ορθό νομικό χαρακτηρισμό" των διαδοχικών συμβάσεων έργου των εναγόντων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ο οποίος (χαρακτηρισμός) ναι μεν δεν ήταν κύριο αντικείμενο της δίκης, αποτελούσε, όμως, προϋπόθεση για την αναγνώριση των γενομένων δεκτών αξιώσεών τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά τα προεκτεθέντα, ως προς τους 1η έως και 13ο των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, των οποίων, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις άρχισαν πριν από την έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων ως άνω διατάξεων του Συντάγματος, είναι, όμως, βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως προς τους υπολοίπους, 14η έως και 25ο αυτών, σε σχέση με τις συμβάσεις αυτές που καταρτίσθηκαν, κατά τις ίδιες παραδοχές, μετά την έναρξη ισχύος των ως άνω διατάξεων, εφόσον συνήφθησαν ως συμβάσεις έργου και δεν είναι δυνατή η μετατροπή τους σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ούτε ο "ορθός νομικός χαρακτηρισμός" τους ως τέτοιων συμβάσεων.
III. Επί της από 3-12-3013 αίτησης των Α. Τ. κ.λπ. (συνολικά 25, πιν. 10, με στοιχ. Β' υπόθεση).
i. Από την διάταξη του άρθρου 7 § 2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", που ορίζει ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346 ΑΚ και 221 § 1γ' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για την έναρξη της υποχρέωσης των Ν.Π.Δ.Δ.
να καταβάλλουν τόκους επί των πάσης φύσεως προς τρίτους οφειλών τους, δεν αρκεί εξώδικη όχληση του δανειστή, ούτε, κατά μείζονα λόγο, παρέλευση της δήλης ημέρας πληρωμής της κύριας οφειλής, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί, αλλά απαιτείται επίδοση της σχετικής περί αυτής αγωγής, η οποία και μόνο, ως διαδικαστική πράξη, συνεπάγεται την τοκογονία των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, και η οποία μπορεί να είναι και απλώς αναγνωριστική (ΑΕΔ 7/2011, ως προς την τοκογονία σε βάρος του Δημοσίου κατά την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθ. 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, κ.δ.
από 26-6/10-7-1944, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ. 109 εδ. β' ΕισΝΑΚ). Εξάλλου, η ως άνω διάταξη του άρθρου 7 § 2 του ν.δ. 496/1974 δεν αντίκειται στο άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η θεσπισθείσα από αυτήν κατά παρέκκλιση των άρθ. 221 § 1γ' ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ υποχρέωση καταβολής τόκων από τα Ν.Π.Δ.Δ.
μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής (και όχι ενωρίτερον και δη από τότε που η σχετική αξίωση κατά του ν.π.δ.δ. κατέστη απαιτητή) δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε οι εκπρόσωποι και τα λοιπά αρμόδια όργανα αυτών να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον τους απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπισή τους.
Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής των εδώ αναιρεσειόντων (αναιρεσιβλήτων στην με στοιχ. Α' υπόθεση) κατά του ν.π.δ.δ. "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (στην θέση του οποίου υπεισήλθε, όπως προαναφέρθηκε ως καθολικός διάδοχος αυτού το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων"), με την ως άνω προσβαλλομένη 5212/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, δεχθέν, κατά τα προεκτεθέντα, κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή ως προς το αναγνωριστικό της αίτημα, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο ν.π.δ.δ.
οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τ' αναφερόμενα εκεί ποσά για μισθολογικές διαφορές, κατά τα ειδικότερα ως ανωτέρω εκτιθέμενα, από την παροχή της εργασίας τους σ' αυτό (και δη ως μουσικών - εκτελεστών διαφόρων μουσικών οργάνων στην φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιδικάσει τόκους, με την σκέψη ότι "η ευθύς εξαρχής αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθ. 7 παρ. 2 του Ν.Δ/τος 496/1974 προϋποθέτει πάντοτε καταψηφιστική αγωγή".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής 1ος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
ii. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση, και δη την περιεχομένη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ' ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο (και τελευταίο) της εδώ κρινόμενης αίτησης από την ως άνω διάταξη οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι προς απόδειξη της υπερωριακής απασχόλησής τους στο εναγόμενο επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο, μεταξύ άλλων, και αναλύσεις μισθοδοσίας των ετών 2000 - 2005 άλλων εργαζομένων στη Φιλαρμονική, τα έγγραφα, όμως, αυτά δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, αφού στην αναιρεσιβαλλομένη δεν γίνεται μνεία αυτών αλλά μόνο των καταθέσεων των μαρτύρων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι για τον σχηματισμό του εν γένει αποδεικτικού του πορίσματος, άρα και για το παραπάνω ζήτημα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασής του, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, παρά την μη ειδική μνεία αυτών στην προσβαλλομένη απόφαση.
IV. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει (1) να αναιρεθεί, κατά μερική παραδοχή αμφοτέρων των αιτήσεων, η προσβαλλομένη απόφαση κατά τα αναφερόμενα πιο πάνω μέρη της και συγκεκριμένα ως προς (α) την τοκογονία των αξιώσεων των 1ης έως και του 13ου των εναγόντων, αναιρεσιβλήτων της Α' υπόθεσης και αναιρεσειόντων της Β' και (β) τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων και την εντεύθεν βασιμότητα των αξιώσεων των 14ης έως και 25ου αυτών (2) να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά τα μέρη αυτά, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013) και (3) να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθ. 178 § 1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις (Α) από 27-12-2013 του ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" και (Β) Α. Τ. κ.λπ., για αναίρεση της 5212/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη την ως άνω απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα μέρη τούτα προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ