Legislator Case Law & Legislation
1346/2013 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment due to illegal composition of the referring court including a former judge.

Case Number 1346/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the appeal court's judgment because the referring court included a judge who had previously served on the same court that issued the appealed decision. The appellant argued this violated the requirement for a new composition under Article 580 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that the presence of the former judge constituted an illegal formation of the referring court, necessitating the annulment and remittal for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Article 580(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(2)(a) of the Code of Civil Procedure: The presence of a judge who previously served on the court that issued the appealed decision in the composition of the referring court constitutes an illegal formation of the court, requiring the annulment of the appeal judgment.

Keywords

AI generated
illegal court composition Code of Civil Procedure appeal annulment referring court judge disqualification remittal for retrial supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(2)(a) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1346 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1346/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πικραμένο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1. Α. χας Π. Μ., 2. Κ. Μ. του Π., 3. Γ. Μ. του Π., κατοίκων ..., Β. 1. Ι. Ν. Ζ. και 2. Ε. συζ. Ι. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιουνίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας ως και τις από 7 Ιουνίου 2000 και 29 Ιουνίου 1999 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 238/2005 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε η από 14 Μαΐου 2005 αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 1966/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 238/2005 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο εξέδωσε την 232/2009 απόφασή του την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Μαρτίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 27 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την παραδοχή των πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ., αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στη νέα σύνθεση του δικαστηρίου, που θα εκδικάσει την υπόθεση μετά από αναίρεση και κατά παραπομπή σ' αυτό, δεν επιτρέπεται να λάβουν μέρος δικαστές που ήταν στη σύνθεση του δικαστηρίου, το οποίο είχε εκδώσει την αναιρεθείσα απόφαση. Η κατά παράβαση της διάταξης αυτής του ΚΠολΔ συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου της παραπομπής δικαστή που ήταν μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 2 περ.

α' ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, αφού και στην περίπτωση αυτή υπάρχει μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου της παραπομπής (ΑΠ 1566/2007). Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ1 ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας της ένδικης υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης 1/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν οι από 11.6.2001, 8.6.2000 και 5.7.1999 αγωγές αποζημίωσης από αδικοπραξία της ήδη αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων Α.

Μ., Κ. Μ. και Γ. Μ., των τριών τελευταίων κατά της πρώτης και των αναιρεσιβλήτων Ι. Ζ. και Ε. Ζ. κατά της αναιρεσείουσας αντίστοιχα, απορρίφθηκε η από 11.6.2001 αγωγή και έγιναν εν μέρει δεκτές οι δύο λοιπές αγωγές, εκδόθηκε η απόφαση 238/2005 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε σε σχέση με την από 8.6.2000 αγωγή, η οποία απορρίφθηκε από το Εφετείο ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, και επικυρώθηκε σε σχέση με τις δύο άλλες αγωγές.

Κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ασκήθηκε από την και ήδη αναιρεσείουσα η από 14.5.2006 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 1966/2006 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η απόφαση αυτή του Εφετείου κατά τα κεφάλαια της που αναφέρονταν στις από 5.7.1999 και από 11.6.2001 δύο αγωγές, και παραπέμφθηκε κατά την έκταση αυτή η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Ακολούθησε η έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε σε σχέση με την από 11.6.2001 αγωγή της αναιρεσείουσας, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ενώ επικυρώθηκε και πάλι σε σχέση με την από 5.7.1999 αγωγή των αναιρεσιβλήτων Ι. Ζ. και Ε. Ζ.. Στη σύνθεση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την πιο πάνω 232/2009 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετείχε ως μέλος και ο Εφέτης του Εφετείου αυτού Νεκτάριος Βαζαίος, ο οποίος, όμως, ήταν μέλος και της σύνθεσης του ίδιου Εφετείου που εξέδωσε την προηγούμενη 238/2005 απόφαση, η οποία αναιρέθηκε με την 1966/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.2 περ. α' του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά 'πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 232/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ