1346/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1346/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ούσα εριστική και οξύθυμη άρχισε να αποδεικνύει κυρίως μετά τη γέννηση των άνω τέκνων της με την εν γένει συμπεριφορά της ότι με το γάμο επιζητούσε την πολυτελή διαβίωση, την διασκέδαση και τα λούσα. Πολλάκις με συγγενείς και φίλους επιδιδόταν στη χαρτοπαιξία και ούσα κυκλοθυμική και οξύθυμη, αντιδρούσε με κραυγές που εκνεύριζε τον ενάγοντα, ο οποίος επιζητούσε την ηρεμία κατά το χρόνο παραμονής του στη συζυγική οικία.
Full text
Απόφαση 1346 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1346/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου,Γεράσιμο Φουρλάνο, και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Η. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπατσώρη.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Α., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κακόγιαννο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές ΠρωτοδικείοΑθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1339/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3182/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι: α) αντικείμενο του δεδικασμένου αποτελεί η έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού και όχι απλά πραγματικά περιστατικά, β) για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται τελεσίδικη απόφαση, ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα διαφοράς (ιστορικής και νομικής αιτίας) και γ) η έκταση του δεδικασμένου προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται στο δικαστήριο (Ολ.Α.Π. 898/1985, 989/1985). Το δεδικασμένο δεν καλύπτει τις αιτιολογίες της απόφασης, παρά μόνο αν αυτές έχουν προσόντα διατακτικού, δηλαδή αποτελούν στοιχεία του κρινόμενου δικαίου (Α.Π. 322/1984, 996/1976). Τέλος, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως, εφόσον αυτά αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν καθύλη αρμόδιο να αποφασίσει για αυτά. Για να είναι ορισμένη η ένσταση δεδικασμένου πρέπει να γίνεται επίκληση των στοιχείων που τη θεμελιώνουν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ ο εναγόμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε ότι με τις υπ' αριθ. 7819/2000 και 3177/2004 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν η πρώτη επί αγωγής διατροφής και επιμέλειας τέκνων και η δεύτερη επί αγωγής της ενάγουσας και ανταγωγής του εναγόμενου για λύση του γάμου τους για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι "η συνεισφορά της ενάγουσας δεν δύναται να θεμελιώσει αξίωσή της στην αποκτηθείσα από τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια του γάμου περιουσία", το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αυτόν ισχυρισμό.
Από την επισκόπηση των προτάσεων που υπέβαλε ο αναιρεσείων, ως εφεσίβλητος, ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτός, αμυνόμενος κατά του δευτέρου λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την καθοριστική συμβολή της (εκκαλούσας) στη φροντίδα της οικίας των διαδίκων, ισχυρίσθηκε τα εξής: "Επ' αυτού του λόγου επάγομαι ότι το Δικαστήριό σας έχει κρίνει τελεσίδικα ποια ακριβώς ήταν η συμβολή της εφεσιβάλλουσας στην οικογενειακή μας ζωή.
Ειδικότερα η 7819/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που εκδόθηκε επί αγωγής διατροφής) αναφέρει ότι η ενάγουσα: "ήταν εριστική, οξύθυμη, απουσίαζε αδικαιολόγητα από τη συζυγική οικία και απησχολείτο συστηματικά και με ιδιαίτερο ζήλο με τη χαρτοπαιξία, παραμελώντας το σύζυγό της". Ομοίως η 3177/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (με την οποία λύθηκε ο γάμος μου με την ενάγουσα) σκιαγραφεί την προσωπικότητα της πρώην συζύγου μου ως ακολούθως: "Ουχ ήττον όμως και η συμπεριφορά της αντεναγομένης-ενάγουσας έναντι του συζύγου της δεν ήταν η καλύτερη.
Ούσα εριστική και οξύθυμη άρχισε να αποδεικνύει κυρίως μετά τη γέννηση των άνω τέκνων της με την εν γένει συμπεριφορά της ότι με το γάμο επιζητούσε την πολυτελή διαβίωση, την διασκέδαση και τα λούσα. Πολλάκις με συγγενείς και φίλους επιδιδόταν στη χαρτοπαιξία και ούσα κυκλοθυμική και οξύθυμη, αντιδρούσε με κραυγές που εκνεύριζε τον ενάγοντα, ο οποίος επιζητούσε την ηρεμία κατά το χρόνο παραμονής του στη συζυγική οικία.
Αυτή απουσίαζε πολλές φορές από τη συζυγική οικία και έτσι δεν μπορούσαν να την ειδοποιήσουν, όπως όταν ασθένησε αιφνιδίως ο γιος των διαδίκων ... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στην απόρριψη της αγωγής έκρινε ότι η ελάχιστη συνεισφορά της ενάγουσας στις οικογενειακές ανάγκες δεν δύναται να θεμελιώσει δικαίωμα εκ των άρθρων 1400 επ.
Α.Κ., διότι δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από το νόμο μέτρο της υποχρέωσης συνεισφοράς στις γαμικές υποχρεώσεις και επομένως έλαβε υπόψη τη συνεισφορά της ενάγουσας...". Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως ένσταση δεδικασμένου, αφού δεν αναφέρεται σε δεδικασμένο για το ζήτημα των αποκτημάτων.
Σε κάθε περίπτωση υπό τα επικαλούμενα περιστατικά δεν υφίσταται δεδικασμένο για την ένδικη αγωγή, που έχει ως αντικείμενο τη συμμετοχή στα αποκτήματα, καθόσον οι δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι άνω τελεσίδικες αποφάσεις δεν είχαν ως κύριο ή παρεμπίπτον ζήτημα την αξίωση της ενάγουσας για συμμετοχή στα αποκτήματα του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, που επήλθε και με τη δική της συνεισφορά στις οικογενειακές υποχρεώσεις, αλλά την υποχρέωση ή μη διατροφής της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της διάστασης, καθώς και τη λύση του γάμου των διαδίκων από λόγους που αφορούν και το πρόσωπο της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, εφόσον δεν υποβλήθηκε ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου, άλλως ο υποβληθείς δεν ήταν νόμιμος, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να τον λάβει υπόψη του και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αβάσιμος είναι και ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου για παραβίαση δεδικασμένου, αφού το Εφετείο δεν διέλαβε σκέψη και δεν αποφάνθηκε περί μη ύπαρξης δεδικασμένου.
Κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. δ 490/1974, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις, ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (Α.Π. 1209/2011, Α.Π. 446/2011, 1294/2009, Α.Π. 2160/2007). Εξ' άλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ απέρριψε ως απαραδέκτως επαναφερθείσες στο Εφετείο τις ενστάσεις του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος που αυτός υπέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου και επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, με την ενσωμάτωση σ' αυτές των πρωτόδικων προτάσεών του, ήτοι: "1) ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ, 2) ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΡΧΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ - ΜΗ ΣΥΜΒΟΛΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - ΑΛΛΩΣ ΣΥΜΒΟΛΗΣ ΙΣΗΣ ΜΕ ΠΟΣΟΣΤΟ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΕ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ, 3) ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 1400 ΠΑΡ. 3 Α.Κ. (ΔΩΡΕΕΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ), 4) ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΥ, 5) ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ", δεχόμενο ότι οι άνω ισχυρισμοί που προβλήθηκαν πρωτοδίκως δεν επαναφέρθηκαν νομίμως στο Εφετείο με μόνη την ενσωμάτωση στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου των προτάσεων που υποβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοδικείου στις οποίες περιέχονται οι ισχυρισμοί και την αόριστη αναφορά στους ισχυρισμούς αυτούς, αλλά ότι απαιτείτο σύντομη περίληψη στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου των ισχυρισμών που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, με αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της πρωτόδικης συζήτησης.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο κατά το δεύτερο μέρος λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται υπό την επίκληση επίσης της πλημμέλειας από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή κατά το κεφάλαιο συνεισφοράς της ενάγουσας αφενός με την παροχή των προσωπικών υπηρεσιών της στην οικογένεια, λόγω μη προσδιορισμού του οφειλόμενου μέτρου των εν λόγω υπηρεσιών της, κατά πόσον αυτές υπερέβαιναν κατά μήνα το μέτρο αυτό και σε τι συνίστατο η υπέρβαση ανά κονδύλιο, και αφετέρου με τις εκσκαφές που πραγματοποίησε στο οικόπεδο του εναγόμενου ο πατέρας της ενάγουσας, λόγω μη προσδιορισμού του είδους των εκσκαφών, της τιμής μονάδος ανά κ.μ.
και των πραγματοποιηθέντων δρομολογίων με ημερομηνίες και τόπο προορισμού. Οι εξεταζόμενοι αναιρετικοί λόγοι, αναγόμενοι σε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο και υπαγόμενοι κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο στον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, διότι για την νόμιμη επαναφορά στο Εφετείο ισχυρισμών που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως με τις προτάσεις δεν αρκεί η ενσωμάτωση στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου των πρωτόδικων προτάσεων και η αόριστη επίκληση των περιεχομένων σ' αυτές ισχυρισμών, αλλά απαιτείται επανυποβολή των ισχυρισμών με σύντομη περίληψή τους και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν, στοιχεία που, όπως συνομολογείται με το αναιρετήριο και προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου ο εφεσίβλητος-εναγόμενος, δεν περιέχονται σ' αυτές.
Επομένως, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, εφόσον δε δεν επαναφέρθηκε νόμιμα η ένσταση αοριστίας της αγωγής, το Εφετείο ορθά δεν την ερεύνησε (ας σημειωθεί ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός κατά το πρώτο ως άνω σκέλος του δεν προβλήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών.
Ο από το άρθρο δε 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με την από 28-6-2004 αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος, ισχυριζόμενη ότι κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον εναγόμενο συνετέλεσε στην αύξηση της περιουσίας του κατά ποσοστό 1/2, άλλως 1/3, εκτός άλλων, και με την πέραν της συνήθους προσφορά των υπηρεσιών της στην οικογένεια (μαγείρεμα, πλύσιμο, καθαριότητα, ανατροφή τέκνων) κατά το χρονικό διάστημα της διάρκειας της έγγαμης συμβίωσης από 28-6-1987 μέχρι 20-4-1998, οπότε επήλθε η οριστική διάστασή τους, η οποία προσφορά της αποτιμάται στο ποσό των 5.000.000 δρχ. μέχρι και τον Ιούνιο 1992 και 15.000.000 δρχ., κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει και το αντιστοιχούν στην ανωτέρω συμβολή της χρηματικό ποσό από την αύξηση της περιουσίας του. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, ειδικότερα δε το κεφάλαιο περί συμβολής της με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η συμβολή αυτή της ενάγουσας δεν υπερέβαινε την εκ του νόμου υποχρέωσή της να συνεισφέρει στις οικογενειακές υποχρεώσεις.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε επί εφέσεως της ενάγουσας, έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 28-6-1987, κατά την διάρκεια του οποίου απόκτησαν δύο τέκνα. Η έγγαμη συμβίωση τους δεν υπήρξε ομαλή και τελικά διασπάσθηκε το καλοκαίρι του έτους 1998, έκτοτε δε οι διάδικοι τουλάχιστον μέχρι του χρόνου άσκησης της αγωγής τελούσαν σε καθεστώς διαστάσεως.
Κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου ο εφεσίβλητος-εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης των ακόλουθων περιουσιακών στοιχείων, α) του 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας επιχείρησης εμπορίας χρυσών κοσμημάτων ... . Κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής το ίδιο ποσοστό ανερχόταν κατ' αξία σε εκείνο των 30.000.000 δραχμών ή 88.041,08 ευρώ, β) ενός οικοπέδου κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, εκτάσεως 500 μ2 που βρίσκεται στην περιοχή Νέου Βουτζά Ραφήνας Αττικής, το οποίο αυτός απέκτησε κατά κυριότητα έναντι τιμήματος 10.564,93 ευρώ και αξίας κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής δραχμών ή 234.776,92 ευρώ, γ) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο αξίας 2.347,76 ευρώ ... .
Συνεπώς τελικά επήλθε επαύξηση της περιουσίας του εφεσιβλήτου - εναγομένου, η οποία συνίσταται στη θετική διαφορά μεταξύ της αρχικής και εκείνης της τελικής περιουσίας ..., η διαφορά δε αυτή ανέρχεται στο ποσό των 936.757,15 ευρώ. Παραπέρα αποδείχθηκε ότι καθ' όλη την διάρκεια των έντεκα (11) περίπου ετών της συμβιώσεως των διαδίκων, η εκκαλούσα - ενάγουσα αφιέρωσε τις σωματικές και πνευματικές της δυνάμεις με μεγάλη επιμέλεια και φροντίδα στην ομαλή λειτουργία του κοινού οίκου και την ανατροφή, διαπαιδαγώγηση και ψυχαγωγία των παιδιών τους προσπαθώντας να στηρίξει σε πολλές φάσεις της κοινής ζωής των διαδίκων τον αντίδικο σύζυγο της στην επαγγελματική του απασχόληση.
Κατά τα δύο μάλιστα τελευταία έτη της κοινής συμβιώσεως εργάσθηκε σε καθημερινή βάση στο κατάστημα - κοσμηματοπωλείο του συζύγου της από το πρωί στις 8.00 μέχρι το μεσημέρι 3.00 ή 4.00 η ώρα, οπότε επέστρεφε στην οικία της, όπου συνέχιζε την ενασχόληση της με τις καθημερινές οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών τους ...
Αλλά και η κατά τα προηγούμενα εννιά (9) έτη της συμβιώσεως των διαδίκων καθημερινή επί πολλές ώρες ενασχόληση της εκκαλούσας-ενάγουσας με τα της λειτουργίας του κοινού οίκου και της ανατροφής των παιδιών είχε ως αποτέλεσμα να έχει τη δυνατότητα ο αντίδικος σύζυγος της να ασχολείται απερίσπαστος με την εργασία του έτσι κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβιώσεως τους να αποκτήσει τα ιδιαίτερα αξιόλογα προπεριγραφέντα περιουσιακά στοιχεία.
Σύμφωνα με τις σκέψεις που εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας εάν η εκκαλούσα απαιτούσε ένα διαφορετικό καταμερισμό συζυγικών ρόλων, όπως επιθυμούσε και είχε εκφράσει στο σύζυγο της χωρίς ο τελευταίος να συμφωνεί θα μπορούσε να απασχοληθεί σε κάποια εξωτερική εργασία παρόμοια με εκείνη που άσκησε κατά τα τελευταία έτη της συζυγικής ζωής και να αποκόμιζε από αυτή τις βασικές κατά νόμο αποδοχές.
Είχε δε, τέτοια δυνατότητα, αφού ήταν νέα, υγιής, απόφοιτη λυκείου με καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας, διατηρούσε δε τακτική επαφή με την επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της, συμμετέχοντας στην πώληση προϊόντων και στις δημόσιες σχέσεις, που απαιτούσε η επικερδής ενασχόληση του τελευταίου με το εν λόγω επάγγελμα, αποκτώντας έτσι συνάμα σχετική εμπειρία.
Η τέτοιου τύπου δραστηριοποίηση αυτής σε συναφές επάγγελμα (υποθετική) αλλά και η πραγματική προεκτεθείσα τοιαύτη αποτιμάται μετ' αναγωγή στο χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 450 ευρώ μηνιαίως και για όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως στο ποσό των 59.400 ευρώ ...". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου (και) με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των καθημερινών οικογενειακών αναγκών κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, όπως με την αγωγή της είχε επικαλεσθεί η ενάγουσα.
Τις υπηρεσίες αυτές υπολόγισε το Εφετείο στο ποσό των 59.400 ευρώ, που δεν υπερβαίνει το 1/3 εκείνου των 936.757,15 ευρώ κατά το οποίο έγινε δεκτό ότι αυξήθηκε η περιουσία του αναιρεσείοντος, για το οποίο υφίσταται νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ της ενάγουσας (άρθρο 1400 εδ. β Α.Κ.), η οποία κατά τούτο δεν είχε υποχρέωση να επικαλεσθεί με την αγωγή της πραγματική συμβολή (Α.Π. 1673/2011, Α.Π. 379/2011), αλλά μόνο να την αποδείξει κατ' ανταπόδειξη της ένστασης του εναγόμενου ότι ουδόλως αυτή συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του και το οποίο ποσό σε κάθε περίπτωση με βάση την ισοτιμία της δραχμής με το ευρώ (340,750 δρχ.=1 ευρώ) δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000.000 δρχ., στο οποίο κατά την αγωγή αντιστοιχεί η πέραν της συνήθους συνεισφορά της ενάγουσας, η κρίση δε αυτή περί της πραγματικής συμβολής της ενάγουσας στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να πλήττεται αλυσιτελώς η παράλληλη κρίση ότι το επιδικασθέν ποσό των 59.400 ευρώ αντιστοιχεί και στο εισόδημα που θα είχε η ενάγουσα, αν εργάζονταν σε επάγγελμα συναφές με εκείνο του εναγόμενου, αφού διέθετε ανάλογα προσόντα, περιστατικό που δεν είχε επικαλεσθεί στην αγωγή της η ενάγουσα.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό περί συμβολής της ενάγουσας με υποθετικό υπολογισμό εισοδήματος που δεν προτάθηκε με την αγωγή και επιδίκασε για την αιτία αυτή ποσό που δεν ζητήθηκε με την αγωγή και σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει το αιτηθέν των 15.000.000 δρχ., υπαγόμενος, αντίστοιχα, στους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως, για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη.
Από το διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1, 453 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων σχετικώς με τη μη συνεισφορά της ενάγουσας δια της προσωπικής εργασίας της στις οικογενειακές υποχρεώσεις.
Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) τις υπ' αριθ. 7819/2000 και 3177/2004 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν επί αγωγής διατροφής και αγωγής λύσεως του μεταξύ των διαδίκων γάμου, αντίστοιχα, και οι οποίες περιέχουν τις αναφερόμενες κατά την ανάπτυξη του πρώτου αναιρετικού λόγου παραδοχές, β) τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο φωτογραφίες, στις οποίες, κατά το αναιρετήριο, εμφανίζεται η ενάγουσα να διασκεδάζει σε νυκτερινό κέντρο και να χαρτοπαίζει και γ) τις υπ' αριθ. .../1998, .../1999 και .../1999 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ.
Γ., Μ. Τ. και Μ. Γ., αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του εναγόμενου στα πλαίσια δικών ασφαλιστικών μέτρων, με τις οποίες βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα παραμελούσε τα παιδιά της και το σπίτι, καλούσε τις φίλες της, την αδελφή της και τους φίλους της αδελφής της και έπαιζαν χαρτιά, δεν πρόσεχε που είναι και τι κάνουν τα παιδιά, συνήθως δεν είχε έτοιμο φαγητό όταν τα παιδιά γύριζαν από το σχολείο, αγόραζε έτοιμο φαγητό, γιατί δεν επιθυμούσε να μαγειρεύει, έκανε ακόμα και κρυφά από τον σύζυγό της νυκτερινές εξόδους με δικές της παρέες, καλούσε την αδελφή της και τους γονείς της να διαμένουν στη συζυγική οικία ολόκληρα Σαββατοκύριακα και να επιδίδονται σε χαρτοπαιξία.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενάγουσα συνεισέφερε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου με την προσωπική εργασία της στο συζυγικό οίκο και την ανατροφή των τέκνων τους σε βαθμό που υπερέβαινε την εκ του νόμου υποχρέωσή της για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσείων.
Με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο αποφάνθηκε για το ύψος της περιουσίας του εναγόμενου κατά το χρόνο λύσης του γάμου χωρίς να αναφέρει βάσει ποίων αποδεικτικών στοιχείων κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις μνημονευόμενες στην απόφασή του ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι ο πατέρας της ενάγουσας πραγματοποίησε για λογαριασμό αυτής με εκσκαπτικά μηχανήματα που είχε στην εκμετάλλευσή του (φορτωτές, τσάπα, φορτηγά ανατρεπόμενα) την εκσκαφή του οικοπέδου του εναγόμενου, την αποκομιδή των μπαζών και τη μεταφορά των οικοδομικών υλικών, αποτιμητέας της εργασίας του στο ποσό των 9.000 ευρώ, καθόσον από τα έγγραφα που προσκόμισε η ενάγουσα αποδεικνύεται ότι ο πατέρας της ενάγουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο διέθετε μόνο ΙΧ επιβατικά αυτοκίνητα, με τα οποία δεν μπορούν να γίνουν εκσκαφές και μεταφορές μπαζών.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ). Μετά απ' αυτά η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2009 αίτηση του Α. Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3182/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ