Legislator Case Law & Legislation
1346/2011 AI generated

1346/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1346/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1346/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την αίτηση αυτή εκδόθηκε η με αριθμό 3652/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή. Κατ' αυτής, η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 19-8-2005 ανακοπή και τους από 22-8-2005 πρόσθετους λόγους ανακοπής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την με αριθμό 4478/2006 απόφασή του ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1346 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1346/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σταυρούλα Καραθάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2005 ανακοπή και τους 22-8-2005 πρόσθετους λόγους ανακοπής, της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4478/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8177/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-8-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 10-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την με αριθμό 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκε, ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, το ποσό των 31.250.000 δρχ., ως αποζημίωση για τη ζημία, την οποία υπέστη από την αντικείμενη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της συμπληρωματικής υποθήκης 800.881 δρχ., την οποία είχε εγγράψει σε δυο ακίνητα της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η πώληση των παραπάνω ακινήτων της και αντί του ποσού των 25.000.000 δραχμών και να απολέσει η αναιρεσείουσα το ποσό των 31.250.000 δρχ., το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε από την έντοκη κατάθεση του ποσού των 25.000.000 δρχ.

σε προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1987 έως 31.12.1991. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο δικαστήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7-3-2005 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής σε βάρος της αναιρεσίβλητης, με την οποία να της επιδικάζονται τόκοι υπερημερίας, για το πιο πάνω ποσό του κεφαλαίου.

Για την αίτηση αυτή εκδόθηκε η με αριθμό 3652/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή. Κατ' αυτής, η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 19-8-2005 ανακοπή και τους από 22-8-2005 πρόσθετους λόγους ανακοπής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την με αριθμό 4478/2006 απόφασή του ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

ΙΙ. Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό υφίσταται, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την άσκηση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν, αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν, ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.

ΑΠ 36/1988, Ολ. ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει: 1)να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1993, ΑΠ 1148/1989 ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενο της. 2)η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3)το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.

ΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του, για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ειδικότερα, εκτός των άλλων, με τον παραπάνω λόγο πλήττεται το παραδεκτό της προβολής νέων ισχυρισμών (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1052/95, ΑΠ 1654/2005 βλ. και ΑΠ 419/1994) και, γενικά, της προβολής των ενστάσεων (ΑΠ 966/2004). Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος είναι αόριστος, αν στο αναιρετήριο, δεν ιστορείται, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 211/2001, ΑΠ 1114/2002, ΑΠ 1154/2005).

Στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται ανακοπή κατά της με αριθμό 3652/2005 διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με βάση, την έκδοση της αμετάκλητης, υπέρ αυτού, με αριθμό 358/1999 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε πως η τελευταία οφείλει στον πρώτο 91709,46 ευρώ.

Όπως προκύπτει δε, από την νόμιμη επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), του δικογράφου της πιο πάνω διαταγής πληρωμής εκεί, πλην άλλων αναφέρεται: 1)ο ήδη αναιρεσείων ζήτησε την έκδοση της διαταγής πληρωμής, για την πιο πάνω απαίτησή του, "...νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής... μέχρις εξοφλήσεώς του..." 2)η επίδοση της αγωγής...

έγινε στις 27-9-1991, όπως αποδεικνύεται από την υπ'αριθμ.13451/27-9-1991 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας...περί του ότι η επίδοση της αναγνωριστικής αγωγής αποτελεί και όχληση, κρίθηκε υπό των παρακάτω αποφάσεων...όπως δε αποδεικνύεται εγγράφως από την 13451/27-9-1991 έκθεση επιδόσεως της.... την οποία προσκομίζει με επίκληση η αιτούσα, στην παραγγελία προς επίδοση της παραπάνω αγωγής, αναγράφεται, ότι η επίδοση της αγωγής, γίνεται στην καθ' ης "Για να λάβει γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες και για να παραστεί στη συζήτηση όταν και όπου πιο πάνω ορίζεται", μία δε εκ των νομίμων συνεπειών της επιδόσεως είναι και η καθυστέρηση στην πληρωμή του ποσού της αγωγής και εντεύθεν η υπερημερία"... 3) "....τέλος οχλήθηκε η καθ'ης από την αιτούσα, να πληρώσει το ως άνω ποσό των 31.250.000 δρχ.

ή 91.709,46 Ευρώ, και εξωδίκως, με την από 5 Νοεμβρίου 1992 αίτηση της αιτούσας, που κοινοποιήθηκε στην καθ'ης στις 9 Νοεμβρίου 1992, την οποία αίτηση- όχληση προσκομίζει, με επίκληση, η αιτούσα", 4)στο διατακτικό της δε η πιο πάνω διαταγή πληρωμής αναφέρει, πως η ήδη αναιρεσίβλητη πρέπει να πληρώσει στην ήδη αναιρεσείουσα τόκους υπερημερίας στο παραπάνω ποσό, "από την επομένη της οχλήσεως για την πληρωμή του εν λόγω ποσού, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, της παρούσης, μέχρι της εξοφλήσεως του ποσού αυτού, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας...".Κατά της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, ασκήθηκε ανακοπή από την αναιρεσίβλητη, η δε προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε, επί σχετικού λόγου της ανακοπής, ότι από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση αποδεικνύονται τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την 358/25.1.1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και για τον αναφερόμενο σ' αυτήν λόγο (αρθρ. 919 ΑΚ) αναγνωρίσθηκε ότι η ανακόπτουσα Τραπεζική εταιρεία οφείλει να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή ως αποζημίωση, το ποσό των 32.500.000 δραχμών ή 91.709,46 €. Στη συνέχεια η τελευταία με βάση την απόφαση αυτή, με την από 7.3.05 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση της ζήτησε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με την οποία να της επιδικάζονται τόκοι υπερημερίας επί του προαναφερομένου κεφαλαίου.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3652/05 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία της, έγιναν αποδεκτά επί λέξει τα εξής: "Επειδή η παραπάνω απαίτηση της αιτούσας 31.250.000 δρχ. ή 91.709,46 €, όπως αποδεικνύεται εγγράφως από την παραπάνω 358/25.1.99 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ολόκληρη γεγενημένη και ληξιπρόθεσμη από 1.1.92 και εφεξής, εφόσον η ως άνω απαίτηση που επιδικάσθηκε στην αιτούσα υπό της 358/99 αμετακλήτου αποφάσεως αφορά την περίοδο των 5 ετών από 1.1.1987 μέχρι 31.12.91.

Κατά συνέπεια η γεγενημένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση παράγει τόκους υπερημερίας από της οχλήσεως και εφεξής κατά τις διατάξεις των αρθρ. 340 και 345 ΑΚ.

Εν προκειμένω από την 1.1.92 και εφεξής τοκοφόρο είναι όλο το επιδικασθέν στην αιτούσα υπό της 358/99 αμετακλήτου αποφάσεως ποσό των 31.250.000 δρχ. ή 91.709,46 €. Επειδή δικαστική όχληση για την πληρωμή του ως άνω ποσού αποτελεί η επίδοση της από 20 Αυγούστου 1991 αγωγής της αιτούσας στην καθ' ης, με αριθμό κατάθεσης 8471/3.9.91 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία η ως άνω 358/25.1.1999 απόφαση, η οποία επίδοση έγινε στις 27.9.1991, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. 13451/ 27.9.1991 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Μ.

Γ. Κ.. Περί του ότι η επίδοση της αναγνωριστικής αγωγής αποτελεί και όχληση κρίθηκε υπό των παρακάτω αποφάσεων, τις οποίες προσκομίζει η αιτούσα με επίκληση και ειδικότερα υπό 1) της 6754/03 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα για την ίδια αιτία (ιστορική και νομική), 2) της 3285/1998 αμετακλήτου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών 3) της 787/1998 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και 4) της 2897/95 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται εγγράφως από την 13451/27.9.91 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Γ. Κ., την οποία προσκομίζει με επίκληση η αιτούσα, στην παραγγελία προς επίδοση της παραπάνω αγωγής αναγράφεται ότι η επίδοση της αγωγής γίνεται στην καθ' ης "για να λάβει γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες και για να παραστεί στη συζήτηση όταν και όπου πιο πάνω ορίζεται" μία δε εκ των νομίμων συνεπειών της επιδόσεως είναι και η καθυστέρηση στην πληρωμή του ποσού της αγωγής και εντεύθεν η υπερημερία.

Επειδή, τέλος, οχλήθηκε η καθ' ης από την αιτούσα, να πληρώσει το ως άνω ποσό των 31.250.000 δραχμών ή 91.709,46 € και εξωδίκως με την από 5 Νοεμβρίου 1992 αίτηση της αιτούσας, που κοινοποιήθηκε στην καθ' ης στις 9 Νοεμβρίου 1992, την οποία όχληση, προσκομίζει με επίκληση η αιτούσα. Επειδή η κρινόμενη αίτηση στηρίζεται στις διατάξεις του αρθρ. 623 επ.

ΚΠολΔ και επειδή το οφειλόμενο στην αιτούσα ποσό υπό της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος αποδεικνύεται και εγγράφως από τα προσκομιζόμενα με επίκληση και νομίμως χαρτοσημασμένα έγγραφα δηλαδή από 1) την υπ' αριθμ. 358/99 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 2) ... 3) ... 4)... 5) ... 6) ... 7) ... 8) την υπ' αριθμ. 13451/27.9.91 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Μ.

Γ. Κ. και 9) την από 5.11.92 αίτηση όχληση της αιτούσας που κοινοποιήθηκε στην καθ' ης στις 9 Νοεμβρίου 1992, κρίνεται νόμιμη και στην ουσία βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή. ...

Για τους λόγους αυτούς. Δέχεται την αίτηση. Διατάσσει την καθ' ης να πληρώσει στην αιτούσα τόκους υπερημερίας στο επιδικασθέν στην αιτούσα αμετακλήτως ποσό των 91.709,46 € υπό της 358/99 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την επομένη της οχλήσεως για την πληρωμή του εν λόγω ποσού, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσης, μέχρις εξοφλήσεως του ποσού αυτού, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, καθώς και 11.160 € για τη δικαστική δαπάνη εκδόσεως της παρούσας διαταγής πληρωμής".

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της εν λόγω 3652/05 (προσβαλλόμενης) διαταγής πληρωμής αποδεικνύεται ότι με αυτήν επιτάσσεται η ανακόπτουσα να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή, τόκους υπερημερίας επί του ποσού των 91.709,46 € (31.250.000 δραχμές), το οποίο επιδικάστηκε στην τελευταία με την προαναφερόμενη 358/1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την επομένη της οχλήσεως της για την πληρωμή του ποσού αυτού, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της (διαταγής πληρωμής) αναφερόμενα.

Στο σκεπτικό όμως της εν λόγω διαταγής πληρωμής αναφέρεται ότι δικαστική όχληση της ανακόπτουσας για την πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού, αποτελεί η επίδοση σ' αυτήν της από 20.8.1991 αναγνωριστικής αγωγής της καθ' ης επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω 358/1999 απόφαση, η οποία και της επιδόθηκε στις 27.9.1991 δυνάμει της 13451/27.9.1991 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Μ.

Γ. Κ., ενώ στη συνέχεια αναφέρεται ότι η ανακόπτουσα οχλήθηκε από την καθ' ης η ανακοπή προς καταβολή του εν λόγω ποσού και εξωδίκως με την από 5.11.92 αίτηση της τελευταίας που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα τις 9.11.92. Η αναφορά, όμως, στο σκεπτικό της διαταγής πληρωμής, στο οποίο παραπέμπει το διατακτικό για τον προσδιορισμό του χρόνου ενάρξεως της υπερημερίας, και των δύο ως άνω χρονικών σημείων (27.9.1991 και 9.11.1991) αναφορικά με την όχληση της ανακόπτουσας προς καταβολή του παραπάνω ποσού, καθιστά την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής αόριστη και αντιφατική και ως εκ τούτου άκυρη, αφού για τον προσδιορισμό ενάρξεως της υπερημερίας της ανακόπτουσας και συνακόλουθα της ενάρξεως της τοκοφόρου χρονικής περιόδου, αναφέρονται σωρευτικά δύο ημερομηνίες διαφορετικές μεταξύ τους, με συνέπεια, εξαιτίας του ασαφούς καθορισμού να καθίσταται αδύνατος ο προσδιορισμός του ύψους των βάσει αυτής (διαταγής πληρωμής) οφειλομένων τόκων".

Με αυτή την κρίση, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα για την νομιμότητα ή μή των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ. Ανεξάρτητα δε, από το αν η επίδοση της αναγνωριστικής αγωγής δεν αποφέρει τόκους (ΑΠ 1355/2003, ΑΠ 497/2004), το θέμα που έκρινε, στα πλαίσια των λόγων της ανακοπής (αρθρ.633 παρ.1 ΚΠολΔ) η πιο πάνω απόφαση, ήταν το ασαφές ή μη των διαλαμβανομένων σ'αυτή, και όχι το νόμιμο ή μη των αιτημάτων της αίτησης για την έκδοσή της, το αν δε η επίδοση της αναγνωριστικής αγωγής αποτελεί όχληση ή όχι, δεν ήταν λόγος της ανακοπής.

Άρα ο σχετικός λόγος αναίρεσης, που προβάλλει τα αντίθετα, και πλήττει την πιο πάνω απόφαση, όπως το δικόγραφο της αναίρεσης εκτιμάται, για τους λόγους: α)ότι έπρεπε αυτή να κρίνει ότι η πρώτη των πιο πάνω οχλήσεων δεν ήταν νόμιμη β)έπρεπε να κρίνει πως νόμιμη ήταν μόνο η πρώτη, γιατί η δεύτερη είναι πλεοναστική και "εκ περισσού", γ)η ίδια υπολόγισε τους τόκους από 10-11-1992 (αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ), πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμες.

Άλλωστε, κατά τα νομικά δεδομένα που προεκτέθηκαν, δεν εκτίθεται (ως προς την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ), ότι το παραπάνω απαράδεκτο προβλήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.8, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί του διαδίκου, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.

ΑΠ 3/1993, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004). Δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο πιο πάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, υπάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διαφορετικό κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο διάδικος (ΑΠ 302/99, ΑΠ 952/2000). Ακόμη δεν καθιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν υπάρχουν, νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 163/1994) ή του χαρακτήρα ή της εννοίας των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1313/1997) ή, όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα, το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήξει σε διάφορο συμπέρασμα από το διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 302/1999).

Επίσης, από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν η άφησε αίτηση αδίκαστη. π.χ. επιδίκασε τόκους χωρίς αίτημα (ΑΠ 2085/1984) ή άφησε αδίκαστη αίτηση, δηλαδή αίτηση, αυτοτελή, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία (ΑΠ 1143/2003, ΑΠ 132/2004 βλ.

και Ολ. ΑΠ 25/2003). Δεν ισχύει, όμως, αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν τα αιτήματα αφορούν νομικά η πραγματικά ζητήματα (ΑΠ 1239/1999), ή τον νομικό της χαρακτηρισμό (ΑΠ 742/2000). Το σφάλμα, όμως προτείνει μόνο ο διάδικος, του οποίου το αίτημα έμεινε αδίκαστο (ΑΠ 523/1992). Η αναιρεσείουσα προβάλλει, πλην άλλων, πως η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει ν' αναιρεθεί, διότι, δεν ερεύνησε άλλους λόγους, κύριους και πρόσθετους, της ένδικης ανακοπής, που προβλήθηκαν από την ήδη αναιρεσίβλητη, αναφορικά με το ότι η επίδοση της αναγνωριστικής αγωγής δεν αποφέρει τόκους και δεν αποτελεί όχληση που συνιστούν και ομολογία της.

Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, τούτο, δεν αφορά αιτήματα της αναιρεσείουσας, αλλά της αντιδίκου της, και, έτσι, απαράδεκτα, ήδη, προβάλλεται. Σε κάθε περίπτωση, δεν αφορούσε αιτήματα με την παραπάνω έννοια, αλλά νομικά και πραγματικά ζητήματα και το νομικό τους χαρακτηρισμό. Επί πλέον, ως προς το κριθέν, όπως παραπάνω, θέμα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς αυτό επισημαίνει, την αντίφαση που υφίσταται στη διαταγή πληρωμής και δεν την δημιουργεί αυτή με την κρίση του.

Άρα, οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για τις από το άρθρο 559 αρ.8, 9 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθούν, για τους λόγους που προεκτέθηκαν. Επί πλέον, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, αλλά και τη διαταγή πληρωμής, δεν προκύπτει, πως το δικαστήριο της ουσίας, παρέβλεψε, πως σ' αυτή (διαταγή πληρωμής) υπήρχαν δύο (κύρια και επικουρική) αιτιολογίες, ως προς τον χρόνο της επελθούσας όχλησης.

Πρόκειται, σαφώς, για δύο ημερομηνίες, σωρευτικά, αναφερόμενες, όπως ορθά, εκτίμησε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, ακολούθως, κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα. Άρα, και ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος, προβάλλοντας τα παραπάνω, πλήττει την απόφαση, προσάπτοντας σ'αυτή τις από το άρθρο 559 αρ.1, 14 (και 561 παρ.2 ΚΠολΔ) πλημμέλειες, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εφ' όσον δε, δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει αυτή ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αντιδίκου της η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Αυγούστου 2008 αίτηση της Σ. Κ., για αναίρεση της με αριθμό 8177/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Αυγούστου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ