Legislator Case Law & Legislation
1346/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on admissibility grounds regarding witness affidavits exceeding statutory limits.

Case Number 1346/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision in a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider three specific witness affidavits submitted late in the proceedings. The court ruled that these documents were inadmissible because they exceeded the statutory limit of three affidavits per side allowed under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 270 §2 (g) and 524 §1 of the Code of Civil Procedure; The Code of Civil Procedure restricts the number of witness affidavits a court may consider to three per side, and failure to exclude inadmissible documents beyond this limit does not constitute a ground for appeal.

Keywords

AI generated
witness affidavits statutory limits admissibility Code of Civil Procedure appeal grounds evidence exclusion property ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 270 §2 (g) of the Code of Civil Procedure
Article 524 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1346 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1346/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος Χ5, 3. Χ3, κατοίκου ... και 4. Χ4 συζ. Χ6, το γένος ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Πάσχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 χας Ξ, το γένος Ψ5, κατοίκου ... , 2.Ψ2, κατοίκου ..., προσωρινώς διαμένοντος στον ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., ο καθένας ατομικώς και ως εξ αδιαθέτων κληρονόμοι της αρχικώς εναγομένης μητρός των Κ χας Ψ5, το γένος ..., 4.Ψ4 θυγ. ..., κατοίκου ..., 5.Ψ5, κατοίκου ...και 6. Ψ6, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Χαλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ληξουρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2002 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας λόγω αρμοδιότητας, 414/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και 669/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-10-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 10-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ, 974 και 1045 του ΑΚ και 593, 2063 και 2092 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65 του Εισ. Ν.Α.Κ. στην έκτακτη χρησικτησία, όταν αυτή συμπληρώνεται πριν την εισαγωγή του ΑΚ ή και μετά την εισαγωγή του ΑΚ , πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία .προκύπτει ότι υπό την ισχύ του ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα ακίνητο γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία) , υπό δε την ισχύ του προϊσχύσαντος Ιονίου Κώδικα, κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (παραγραφή) γίνεται αυτός που το διακατέχει συνεχώς, αδιακόπτως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως και επί λόγω κυριότητας για μια τριακονταετία.

Δεν αποκλείεται να συντρέξει νόμιμη περίπτωση, κατά την οποία ο ειδικός διάδοχος στη νομή θα προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής εκείνον του προκατόχου δικαιοπαρόχου του (αρθρ. 1051 ΑΚ), για να συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας και να γίνει κύριος του πράγματος. Σε τέτοια περίπτωση, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου πριν από τον ΑΚ υπολείπεται για τη συμπλήρωση της τριακονταετίας χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί το τέως δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου και θα συμπληρωθεί με το συνυπολογισμό του χρόνου που υπολείπεται υπό την ισχύ του ΑΚ, αν δε, αντίθετα, υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος, θα εφαρμοστεί ο ΑΚ και η καθιοριζόμενη απ' αυτόν εικοσαετία θα αρχίσει από 23-2-1946 (σχετ .

ΑΠ 463/2004). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 984, επ., 994 του ΑΚ και 2084 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, συνάγεται ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του αποκλειστικώς στο όνομα του, ως κύριος και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτήν η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής.

Μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συγκυρίων περιλαμβάνονται και οι συγκληρονόμοι (ΑΠ 1559/2001). Όμως τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της αποφάσεως, που εκδήλωσε ο κοινωνός, ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι νέμεται εφεξής αυτό αποκλειστικά για τον εαυτό του (ΑΠ 32/2000).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Η διάνοια κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του.

Ειδικότερα, άσκηση νομής επί του ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η επίβλεψη του ακινήτου, η καλλιέργεια, η σπορά, η φύτευση δέντρων και συλλογή των καρπών αυτού αυτοπροσώπως ή με την πρόσληψη εργατών, η βόσκηση ζώων, η ανέγερση κτίσματος κλπ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορώ βάση αγωγής, ανταγωγής έκστασης- ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνοι που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη, περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική των επιδίκων ήδη ακινήτων, κατά τα αναφερόμενα ιδανικά μερίδια, αγωγή των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ληξουρίου Γερ. Λοβέρδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ1, παππούς τους, αγόρασε για τον εαυτό του και για λογαριασμό των αδελφών του Ψ5 και Χ7, που διέμεναν στην ..., απώτερων δε δικαιοπάροχων των εναγομένων, εξ αδιαιρέτου και κατά ποσοστό 1/3 για τον καθένα τα ήδη δύο επίδικα ακίνητα, εμβαδού, αντίστοιχα, εβδομήντα δύο (72) και δώδεκα (12) στρεμμάτων, που βρίσκονται στη θέση ...

της πρώην κοινότητας ... και ήδη Δήμου ..., με τα μη αμφισβητούμενα όρια που αναφέρονται στην αγωγή και στην εκκαλουμένη . Δύο έτη μετά την κατά τα ανωτέρω αγορά των επιδίκων επέστρεψαν από την ... οι αδελφοί Ψ5 και Χ7 και αντελήφθησαν ότι στο ειρημένο συμβόλαιο είχε συμβληθεί ως αγοραστής και ο αδελφός τους Χ1 για τον εαυτό του, τούτο δε παρότι οι ίδιοι είχαν διαθέσει το τίμημα της αγοράς εξ ολοκλήρου και είχαν δώσει (άτυπη) εντολή να αγοράσει ο Χ1 τα ακίνητα στο όνομά τους και μόνον.

Μετά τη διαπίστωση αυτή οι Ψ5 και Χ7 απέβαλαν τον αδελφό τους Χ1 από τα αγορασθέντα ακίνητα, ο τελευταίος δε αποξενώθηκε έκτοτε από αυτά και περιορίστηκε στη δική του ακίνητη περιουσία, που βρισκόταν σε άλλες θέσεις ... από εκείνην των επιδίκων. Τα επίδικα αυτά ακίνητα τα παρέλαβαν έκτοτε στην κατοχή τους οι αδελφοί Ψ5 και Χ7και τα ενέμοντο συνέχεια, αδιάκοπα, ειρηνικά, δημόσια, αναμφίβολα και λόγω κυριότητας από κοινού, καλλιεργώντας τα οι ίδιοι προσωπικά και με τα μέλη.

των οικογενειών τους ο καθένας αλλά και με την πρόσληψη εργατών για τις εργασίες οργώματος, σποράς σιτηρών και λοιπών δημητριακών και θερισμού τους, καλλιέργιες αμπέλου, ελαιοδένδρων και οπωροφόρων δένδρων και συλλογής των καρπών, βόσκοντας σ' αυτά τα ζώα τους και επιτηρώντας τα επίδικα και προστατεύοντάς τα έναντι τρίτων οι ίδιοι και δια των υπηρετούντων τότε οικείων αγροφυλάκων, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από τον αποβληθέντα αδελφό τους Χ1.

Το έτος 1930 οι ίδιοι αδελφοί Ψ5 και Χ7 προέβησαν σε άτυπη μεταξύ τους διανομή των επιδίκων και έλαβαν από αυτήν ο μεν Ψ5 το δυτικό και άγονο εν πολλοίς (βράχια) τμήμα του πρώτου ακινήτου, εκτάσεως (του τμήματος) τριάντα πέντε (35) περίπου στρεμμάτων, και το δεύτερο ακίνητο, ο δε Χ7 το ανατολικό τμήμα (καλλιεργήσιμη γη) του πρώτου, τα οποία και ενέμοντο έκτοτε και μέχρι το θάνατο του ο καθένας ως ανωτέρω.

Έτσι και περί το τέλος του έτους 1956 οπότε συμπληρώθηκε τριακονταετία από την περιέλευση σ' αυτούς της νομής των επιδίκων (1926), οι ειρημένοι αδελφοί Ψ5 και Χ7 έγιναν κύριοι των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ισχύοντος αρχικά Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα και τα άρθρα 1045 του ΑΚ και 64 και 65 του ΕισΝΑΚ.

Την1.5.1957 απεβίωσε χωρίς διαθήκη ο Χ7 και κληρονομήθηκε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από την σύζυγό του Φ και τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αδελφούς του (δεν είχε αποκτήσει τέκνα) Ψ5, δικαιοπάροχο των εναγομένων, και Χ1, φερόμενο ως δικαιοπάροχο των εναγόντων (1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα). Η Φ χα Χ7 από τον κατά τα ανωτέρω θάνατο του συζύγου της εγκαταστάθηκε στην οικία του Ψ5, με την οικογένεια του οποίου συνέζησε μέχρι το θάνατό της (1984), η ίδια δε παρέλαβε έκτοτε και ενέμετο το ιδανικό της μερίδιο (1/2) επί της κληρονομιάς του συζύγου της (προαναφερθέν ανατολικό τμήμα πρώτου επιδίκου, εκτάσεως (του τμήματος) τριάντα επτά (37) περίπου στρεμμάτων) δια του αδελφού του Ψ5, ο οποίος παρέλαβε και νεμόταν έκτοτε και το δικό του ιδανικό μερίδιο από την ίδια κληρονομία του αδελφού του Χ7.

Αλλά και το ιδανικό μερίδιο του φερομένου ως δικαιοπαρόχου των εναγόντων Χ1 στο κληρονομιαίο ως άνω τμήμα του επίδικου που ανήκε στον κληρονομούμενο Χ7 περιήλθε στον Ψ5, ο οποίος νεμόταν έκτοτε (1957) ως ανωτέρω (καλλιέργεια, βόσκηση ζώων κ.λπ) και το μερίδιο αυτό για το δικό του λογαριασμό εν γνώσει δε και χωρίς διαμαρτυρία εκ μέρους του Ψ3, ο οποίος μετά την κατά τα προεκτεθέντα απομάκρυνσή του από τα επίδικα (1926) και μέχρι τον θάνατό του (4.8.1960) δεν επανήλθε σ' αυτά, ούτε μετά τον θάνατο του αδελφού του Χ7 (1957), για να διεκδικήσει το εν λόγω ιδανικό του μερίδιο από την κληρονομιά του αδελφού του στο επίδικο.

Την 16.7.1961 απεβίωσε χωρίς διαθήκη ο Ψ5 και η κληρονομιά του περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και κατά ποσοστό 1/4 (3/16) στη σύζυγό του Κ, τέταρτη από τους εναγομένους και κατά 3/16 στον καθένα από τους τρεις πρώτους εναγομένους-τέκνα του και στον επίσης γυιό του Χ2, οι οποίοι και συνέχισαν να μετέχουν και να νέμονται, ως ανωτέρω, τα κληρονομιαία ακίνητα και ως προς το ευρημένο μερίδιο (3/4) επί του ανατολικού τμήματος του πρώτου από τα επίδικα του προαποβιώσαντος (1957) θείου τους Χ7, που κατά τα προεκτεθέντα είχε περιέλθει έκτοτε στη νομή του συζύγου και πατέρα των ανωτέρω εναγομένων Ψ5, τούτο δε εν γνώσει και χωρίς καμιά διαμαρτυρία εκ μέρους του πατέρα των εναγομένων (προδήλως εναγόντων) Λ, που είχε ήδη κληρονομήσει τον πατέρα του Χ1, θανόντα, όπως προαναφέρθηκε, την 4.8.1960.

Έτσι από τον μήνα Μάιο του έτους 1977, οπότε συμπληρώθηκε εικοσαετία από τον θάνατο του Χ7 (1.5.1957) οι εναγόμενοι έγιναν συγκύριοι ολόκληρου του ανατολικού τμήματος του πρώτου επιδίκου που είχε περιέλθει στον τελευταίο, ήτοι και κατά το ειρημένο ποσοστό εξ αδιαιρέτου (1/4) του τμήματος αυτού, που είχε αρχικά περιέλθει ως κληρονομιαίο στον πατέρα των εναγόντων Χ1, με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 του ΑΚ, όπως και κατά τον ίδιο τρόπο είχαν ήδη γίνει συγκύριοι του υπόλοιπου τμήματος (δυτικού) του πρώτου ακινήτου και του δευτέρου από αυτά, που ανήκαν, κατά τα προεκτεθένα, στον σύζυγο και πατέρα τους Ψ5.

Με τις επικαλούμενες εν συνεχεία νομικές πράξεις επί των επιδίκων, σύμφωνα και με τα οικεία δημόσια έγγραφα, όπως η από 26.9.1977 διαθήκη τηςΦ χας Χ7 και η υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής της κληρονομίας αυτής του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παν. Καραβιωτη, νομίμως μεταγεγραμμένη, το υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο πωλήσεως του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένο, η υπ' αριθμ. ...

πράξη αποδοχής της κληρονομιάς του Ψ5, ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένη, και τα λοιπά μεταβιβαστικά συμβόλαια μεταξύ των εναγομένων, νομίμως μεταγραμμένα, που αναφέρονται στις προτάσεις τους, τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν με παράγωγο τρόπο στους τελευταίους (εναγομένους), ως αποκτήσαντες παρά κυρίων, κατά διαιρετά τμήματα αλλά και εξ αδιαίρετου ως προς τα λοιπά, όπως, λεπτομερώς, αναφέρονται στις προτάσεις των εκκαλούντων- εναγομένων και των οποίων η ειδικότερη αναφορά εδώ δεν είναι αναγκαία.

Στα ίδια αυτά ακίνητα εξάλλου (διαιρετώς ή και εξ αδιαιρέτου) οι εναγόμενοι έγιναν κύριοι και με έκτακτη χρησικτησία, αφού οι ίδιοί και οι δικαιοπάροχοί τους τα είχαν στην νομή τους, κατά τα προεκτεθέντα, επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας (ανωτέρω άρθρα 1045 και 1051 του ΑΚ), ενεργώντας τις προαναφερθείσες πράξεις νομής στα επίδικα, στα οποία φύτεψαν και άλλα δένδρα ελιάς και οπωροφόρα, ανακαίνισαν την παλαιά οικία, κατασκεύασαν δεξαμενή ύδατος (στέρνα) και πηγάδι και λειτουργούν από το έτος 1993 στο πρώτο από τα επίδικα εστιατόριο - εξοχικό κέντρο επί κτίσματος επιφανείας ογδόντα (86) περίπου τετρ.

μέτρων, εν γνώσει, όπως προαναφέρθηκε, του πατέρα των εναγόντων Λ και μετά το θάνατο εκείνου (1984)εν γνώσει των ιδίων των εναγόντων ως προς το ειρημένο ιδανικό μερίδιο από την κληρονομιά του Χ7. Οι ίδιοι ενάγοντες, τουναντίον, και οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοί τους ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί των επιδίκων, τα οποία ουδέποτε είχαν στην κατοχή τους, κατά συνέπεια δε οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ούτε με χρησικτησία, ούτε με τις επικαλούμενες και νομίμως μεταγεγγραμένες υπ' αριθμ. ...

συμβολαιογραφικές δηλώσεις αποδοχής των κληρονομιών των φερομένων ως δικαιοπαρόχων τους, με αρχικούς τον παππού τους Χ1, ο οποίος και είχε απωλέσει την (συγ-) κυριότητά του στα επίδικα, και τον αδελφό του τελευταίου Χ7, κατά το προαναφερθέν ποσοστό της επαχθείσης στον παππού των εναγόντων κληρονομιάς του, το οποίο περιήλθε στον πατέρα των εναγομένων Ψ5, κατά τα προεκτεθέντα.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες, ως μόνες συγκεκριμένες πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων τους, όχι δε και δικές τους στα επίδικα, αναφέρουν α) καλλιέργεια αμπέλου που βρισκόταν στην επίδικη περιουσία εκ μέρους του θείου τους Π(1979-1987), β) δικαστική εναντίωση του πατέρα τους Λ το έτος 1979 κατά της οικογένειας ...

που (φέρεται ότι) κατέλαβε τμήμα του πρώτου επίδικου, επί της δυτικής πλευράς του, και γ) δικαστικής επίσης εναντίωση του ιδίου (πατέρα τους) το έτος 1980 περίπου κατά της κοινότητας ..., που είχε καταλάβει τμήμα του ίδίου επιδίκου εμβαδού 200 τ. μ. για να το μετατρέψει σε χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Οι πράξεις όμως αυτές δεν αποδεικνύεται ότι αφορούν τμήματα των επίδικων ακινήτων, συνολικής εκτάσεως, όπως έχει αναφερθεί, ενενήντα τεσσάρων (94) στρεμμάτων, εν πάση δε περιπτώσει και ενόψει των προεκτεθέντων δεν μπορούν να προσπορίσουν κανένα δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων στα επίδικα ακίνητα μέχρι την κατά την αγωγή αποβολή τους από αυτά εκ μέρους των εναγομένων (1993)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, κατ' αποδοχήν, ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ενστάσεως ίδιας κυριότητας των εναγομένων. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το μεν δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 984 επ. 994, 1045 και 1051 του ΑΚ, 64 και 65 του ΕισΝΑΚ και 593, 2063, 2084 και 2092 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, το δε διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, χωρίς ελλείψεις, αντιφάσεις ή ενδοιασμούς αιτιολογίες αναφορικά με ουσιώδη ζητήματα για την έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα, αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, α) Ο τρόπος (έκτακτη χρησικτησία), με τον οποίο οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Χ7 και Ψ5 κατέστησαν κύριοι των επιδίκων, αποβάλλοντας το έτος 1926 τον αδελφό τους - δικαιοπάροχο των εναγόντων,Χ1, ο οποίος και αποξενώθηκε από αυτά (επίδικα), κατά το ιδανικό του (1/3) μερίδιο, με πρόθεση έκτοτε (1926) να τα νέμονται, αποκλειστικά οι ίδιοι, χωρίς να απαιτείτο και γνωστοποίηση της σ' αυτόν Χ1) απόφασής τους να τα νέμονται για λογαριασμό τους, αφού αυτή (απόφαση) του ήταν γνωστή.

Τα ίδια ισχύουν και για το μερίδιο του ως άνω δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Χ1 επί της κληρονομιάς του αδελφού του Χ7, που πέθανε το έτος 1957, ενόψει του ότι αυτό (μερίδιο) αμέσους κατέλαβε και νεμόταν ο αδελφός του Ψ5, εν γνώσει του Χ1, ο οποίος ποτέ μέχρι του θανάτου του το έτος 1960, δεν διαμαρτυρήθηκε αν και γνώριζε ότι είχε αποβληθεί, όπως και στη συνέχεια δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων ..., γυιός του Χ1, αν και ο τελευταίος είχε ήδη απωλέσει την νομή β) όλα τα στοιχεία, που κατά νόμον απαιτούνται, για να καταστούν οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι των εναγομένων κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, και δη άσκηση νομής, συνεχώς, αδιάκοπα, ειρηνικά, δημόσια, αναμφίβολα με διάνοια κυρίου (η οποία σαφώς υποδηλώνεται με τις προαναφερθείσες υλικές πράξεις, που αυτοί άσκησαν πάνω στα επίδικα) επί τριάκοντα έτη (από το 1926 έως το 1956), τα οποία συμπληρώθηκαν υπό την ισχύ του ΑΚ, γ) όλα τα στοιχεία, που κατά νόμον απαιτούνται, για να καταστούν και οι εναγόμενοι κύριοι των επιδίκων υπό την ισχύ του ΑΚ, με έκτακτη χρησικτησία (εικοσαετής νομή με διάνοια κυρίου), οι οποίοι συνέχισαν τη νομή των ως άνω δικαιοπαρόχων τους επί των επιδίκων, η σκέψη δε αυτή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) οι διακατοχικές πράξεις, που επικαλούνται οι ενάγοντες- αναιρεσείοντες, οι οποίες όμως, κατά την πλήρη και σαφή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν θεμελίωσαν δικαίωμα κυριότητας αυτών στα επίδικα.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ενόψει και του ότι οποιαδήποτε άλλη σχετική αιτίαση δεν προβάλλεται, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι πρώτος, μέρος πρώτο και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρων ουσιαστικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο και η πλημμέλεια, ότι αν και δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν κύριοι των επιδίκων και με παράγωγο τρόπο, εντούτοις δεν αναφέρει, στην προσβαλλομένη απόφασή του, με βάση ποιους τίτλους κατέστησαν κύριοι και αν αυτοί (τίτλοι) έχουν μεταγραφεί νομίμως.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι η παραδοχή ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν κύριοι των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί για να στηρίξει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠοΚΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο. "Πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, αν δε με λόγο έφεσης προτείνεται η κακή εκτίμηση των αποδείξεων ο λόγος αυτός θεωρείται ορισμένος.

Δεν αποτελούν, όμως "πράγματα" με την προαναφερθείσα έννοια, οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ, ΑΠ 3/97 - ΑΠ 22/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, πέμπτο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8α ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε μη προταθέντες ισχυρισμούς και συγκεκριμένα ότι "α) Τα επίδικα αυτά ακίνητα τα παρέλαβαν έκτοτε στην κοτοχή τους οι αδελφοί Ψ5 και Χ7 και τα ενέμοντο συνέχεια καλλιεργώντας τα οι ίδιοι προσωπικά και με τα μέλη των οικογενειών τους ο καθένας αλλά και με την πρόσληψη εργατών για τις εργασίες οργώματος, σποράς σιτηρών και λοιπών δημητριακών και θερισμού τους, καλλιέργειας αμπέλου, ελαιοδένδρων και οπωροφόρων δένδρων και συλλογής καρπών, βόσκοντας σ' αυτά τα ζώα τους και επιτηρώντας τα επίδικα και προστατεύοντας τα έναντι τρίτων οι ίδιοι και δια των υπηρετούντων τότε οικείων αγροφυλάκων, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από τον αποβληθέντα αδελφό τους Χ1 και β) Στα ίδία αυτά ακίνητα εξάλλου διαιρετώς ή και εξ αδιαιρέτου οι εναγόμενοι έγιναν κύριοι και με έκτακτη χρησικτησία, αφού οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους τα είχαν στη νομή τους ...

ενεργώντας τις προαναφερθείσες πράξεις νομής στα επίδικα, στα οποία φύτεψαν και άλλα δένδρα ελιάς και οπωροφόρα, ανακαίνισαν την παλαιά οικία, κατασκεύασαν δεξαμενή ύδατος (στέρνα) και πηγάδι και λειτουργούν από το έτος 1991 στο πρώτο από τα επίδικα εστιατόριο-εξοχικό κέντρο επί κτίσματος επιφανείας ογδόντα (80)περίπου τετρ.

μέτρων...". Όπως, προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν από τους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους (στο πρωτόδικο δικαστήριο, για να θεμελιώσουν την επί της έκτακτης χρησικτησίας ερειδόμενη ένστασή τους, η οποία απορρίφθηκε από αυτό (πρωτόδικο δικαστήριο), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Οι εναγόμενοί άσκησαν έφεση και με σχετικό λόγο αυτής προέβαλαν ότι από κακή εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκε, ως αβάσιμη, η ένσταση αυτή. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση αυτή, η οποία με λόγο έφεσης προεβλήθη ενώπιόν του, και δέχθηκε τις πιο πάνω παραδοχές.

Κρίνοντας έτσι, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο, μέρος πρώτο και μέρος έκτο ( υπό στοιχ 6α και 6δ), από την ίδια ως άνω διάταξη (αρθρ 559 αρ. 8 ΚπολΔ), προσάπτονταν στο Εφετείο οι αιτιάσεις: 1) ότι ενώ οι εναγόμενοι, για να θεμελιώσουν την ένσταση ιδίας κυριότητάς τους στα επίδικα, δεν επικαλέστηκαν κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα επίδικα περιήλθαν σ' αυτούς και με παράγωγο τρόπο, 2) ότι το με αριθμ. ...

συμβόλαιο αγοράς των επίδικων και από τους τρεις απώτερους δικαιοπαρόχους των διαδίκων (Ψ5, Χ7 και Χ1), ουδέποτε ακυρώθηκε και, συνεπώς, όλοι αυτοί είναι συγκύριοι των επίδικων και γ) ότι τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους συμβόλαια ..., σύμφωνα με τα οποία αυτοί κατέστησαν συγκύριοι των επίδικων, ουδέποτε μεταγράφηκαν και, συνεπώς, έπρεπε να απορριφθεί η ένσταση ιδίας κυριότητας αυτών, κατά το μέρος που ερείδεται σε παράγωγο τρόπο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι η παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι των επίδικων με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί για να στηρίξει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης, μέρος έκτο (υπό στοιχ. 6β') από το ίδιο άρθρο (559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι "ρητά ουδέποτε οι εναγόμενοι μας ενημέρωσαν για τις προθέσεις τους.

Σιωπηρά μόνο το 1988 όταν χωρίς την έγκρισή μας και την ενημέρωσή μας, έσπευσαν στην καταστροφή του αμπέλου που φρόντιζε ο ...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση της ένστασης των αναιρεσιβλήτων.

Από τη διάταξη του άρθρου 562 §2 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται ότι, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται περί των αναφερόμενων σ' αυτήν εξαιρέσεων, προκύπτει ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Εξάλλου, η αοριστία της ένστασης, ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση.

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, (ή της ένστασης), δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης, μέρος δεύτερο, μέρος τρίτο, μέρος τέταρτο και μέρος έκτο (υπό στοιχ. 6γ'), από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., καθώς και με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, μέρος δεύτερο, από τον αριθμ. 1 του ίδιου άρθρου (559 Κ.Πολ.Δ.), προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων αναιρεσιβλήτων είναι αόριστη, διότι: 1) στην έφεσή τους, για τη θεμελίωση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας με χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, οι εναγόμενοι-εκκαλούντες δεν επικαλούντο κανένα από τα θεμελιωτικά στοιχεία της τριακονταετούς παραγραφής, εντούτοις το Εφετείο δέχθηκε τα ουσιώδη θεμελιωτικά αυτά στοιχεία της ενστάσεως ιδίας κυριότητας, ήτοι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, και συγκεκριμένα ότι "τα επίδικα ακίνητα έκτοτε τα ενέμοντο συνέχεια, αδιάκοπα, ειρηνικά, δημόσια, αναμφίβολα και λόγω κυριότητας από κοινού, ενεργώντας σ* αυτά τις διακατοχικές πράξεις που αναφέρουν και από το έτος 1930, που διένειμαν άτυπα αυτά, νεμόταν μέχρι το θάνατο τους (16-7-1961 ο πρώτος και 1-5-1957 ο δεύτερος) ο καθένας τα διαιρετά τμήματα που περιγράφει". 2) Επίσης, έλαβε υπόψη το προδιαληφθέν ουσιώδες στοιχείο της γνωστοποιήσεως της προθέσεως του συγκοινωνού-συγκληρονόμου ότι νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικά για λογαριασμό του ή της άτυπης διανομής μεταξύ των συγκοινωνιών, για τη δυνατότητα χρησικτησίας και του ιδανικού μεριδίου του συγκοινωνού ή συμπληρώσεως σε βάρος του της τριακονταετούς παραγραφής, χωρίς να προταθούν τα πραγματικά αυτά περιστατικά από τους εναγόμενους-εκκαλούντες με την έφεσή τους, συγκεκριμένα δέχθηκε ότι το έτος 1930 οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων-αδελφοί Ψ5 και Χ7 προέβησαν σε άτυπη μεταξύ τους διανομή των επιδίκων και από τότε μέχρι το θάνατό τους νεμόταν τα διαιρετά τμήματα που παρέλαβε ο καθένας στην κατοχή του, ότι ο Ψ5 από το 1957 νεμόταν για δικό του λογαριασμό και το κληρονομικό μερίδιο του δικαιοπάροχου, μας-αδελφού του Χ1, "εν γνώσει δε και χωρίς διαμαρτυρία εκ μέρους του" και ότι και οι εναγόμενοι εκκαλούντες-αναιρεσίβλητοι από 16-7-1961 που πέθανε ο σύζυγος και πατέρας τους Ψ5 νεμόταν το ιδανικό μας μερίδιο επί των επιδίκων ακινήτων εν γνώσει και χωρίς καμιά διαμαρτυρία εκ μέρους του πατέρα των εναγόντων Λ. 3) Δέχθηκε επίσης, το Εφετείο ότι το Μάιο του έτους 1977 οι εναγόμενοι έγιναν συγκύριοι ολοκλήρου του ανατολικού τμήματος του πρώτου επιδίκου ακινήτου και ότι μέχρι το έτος 1993 άσκησαν στα επίδικα "διαιρετώς ή και εξ αδιαιρέτου" πράξεις νομής ενώ στην έφεσή τους οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται χρονικό διάστημα νομής των επιδίκων ακινήτων, αλλά μόνο ότι με τη συμπλήρωση της τριακονταετίας, δηλαδή το έτος 1956 και εν συνεχεία εμείς ως διάδοχοί τους στη νομή και κυριότητα του όλου επιδίκου, άρα και του ως άνω ιδανικού μεριδίου του δικαιοπαρόχου των αντιδίκων Χ1 και 4) Στο λόγο της εφέσεως δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση αυτή".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από τις από 14-2-2007 προτάσεις των αναιρεσειόντων, τις οποίες αυτοί απηύθυναν ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητοι, κατά τη συζήτηση της έφεσης των αντιδίκων τους, δεν προέβαλαν με αυτές σαφώς και ρητώς αντίστοιχους, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, ισχυρισμούς για νομική ή ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της προβληθείσας από τους αναιρεσιβλήτους ενστάσεως ιδίας κυριότητας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από του έτους 1930 επαγγελματικό βιβλίο εσόδων - εξόδων του παππού τους Χ1, από το οποίο αποδεικνύεται ότι οι αδερφοί αυτού Χ7 και Ψ5, για πολλά χρόνια, μετά την επιστροφή τους από την ..., αγόραζαν επί πιστώσει από το παντοπωλείο του (Χ1) διάφορα είδη, γεγονός που αποδεικνύει, το μεν ότι οι ανωτέρω αδερφοί του δεν διέθεταν τα απαιτούμενα χρήματα για να αγοράσουν μόνοι τους τα επίδικα, το δε ότι οι σχέσεις τους ήταν πάντοτε αγαθές και, συνεπώς, ουδέποτε αυτοί (Χ7 και Ψ5) απέβαλαν τον αδελφό τους Παντελή από τα επίδικα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαιώνει, πως στο αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", από τη βεβαίωση δε αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και το ανώτερο έγγραφο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.β', 346 και 453 §1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξες που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11β' του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά λέξη τα εξής "το Εφετείο για να καταλήξει στο πόρισμα της απόρριψης της αγωγής μας, κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων-εκκαλούντων-αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη του "και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", χωρίς να αναφέρει ότι έγινε "νόμιμη επίκληση" των εγγράφων αυτών".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποια έγγραφα έλαβε υπόψη του το Εφετείο, χωρίς να κάνει μνεία για νόμιμη επίκλησή τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 εδ.γ' Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.2915/2001 "Επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων και λοιπές δικονομικές και συναφείς ρυθμίσεις", και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζήτησης ενώπιον του (αρμόδιου) Μονομελούς Πρωτοδικείου είχε ορισθεί για την 24-2-2004 (ΑΠ 1253/2005, 1084/2006), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου ή Προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ. 524 §1 Κ.Πολ.Δ.)), ορίζεται περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων, μέχρι τρεις το πολύ, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον αυτές έχουν ληφθεί αποκλειστικώς για τη συγκεκριμένη δίκη. Στην υπόθεση, που κρίνεται, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 55 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων με αριθ. 392, 394 και 335 της 17.4.2002 ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ληξουρίου Ιωσήφ Λουκέρη, που λήφθηκαν μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των ήδη αναιρεσιβλήτων, αποτελούσαν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και τις οποίες με επίκληση προσκόμισαν οι ήδη αναιρεσείοντες στο Εφετείο, προς απόδειξη του αναφερόμενου στο λόγο αυτό ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, έλαβε υπόψη, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, μόνο τρεις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ήτοι τις 391 και 393/17-4-2002 ενώπιον του ως άνω Συμβολαιογράφου και 8460/11-4-2002 ενώπιον της Συμβ/φου Θεσ/κης Ευαγγελίας Χάικα-Μεγαπάνου, οι οποίες λήφθηκαν μετά εμπρόθεσμη κλήτευση των ήδη αναιρεσιβλήτων και με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους ήδη αναιρεσείοντες και μάλιστα, κατ' επιλογή των ιδίων, όπως δέχθηκε το Εφετείο, προφανώς λόγω του ανωτέρου περιορισμού, προς απόδειξη των αναφερόμενων σ' αυτές ισχυρισμών τους.

Συνεπώς, εφόσον ίσχυε ο περιορισμός που τίθεται με το άρθρο 270 §2 εδ. γ Κ.Πολ.Δ., οι δε 392, 394 και 395/2002 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που προσκομίσθηκαν από τους ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου και επομένως έπονταν των ανωτέρω αντίστοιχων τριών, τις οποίες οι ίδιοι διάδικοι προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλ' αυτοί τις απέκλεισαν, ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο στην προκείμενη υπόθεση, γι' αυτό και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δεν τις έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με το λόγο αυτόν αναίρεσης, πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Οκτωβρίου 2007 αίτηση των Χ1 κλπ, για αναίρεση της 669/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ