1346/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1186/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1955/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1346/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ενάγουσα, σε εκτέλεση αυτής της σύμβασης, ανέθεσε τη μεταφορά των άνω εμπορευμάτων, συσκευασμένα σε χαρτοκιβώτια, στους γερμανικούς σιδηροδρόμους. Τα εμπορεύματα φορτώθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από 23-5-2000 μέχρι 19-6-2000, σε αντίστοιχο προς τις παρτίδες αριθμό (10) βαγονιών των γερμανικών σιδηροδρόμων, στα εργοστάσια και στις αποθήκες της πωλήτριας εταιρίας στις πόλεις ...........
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1346 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1346/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΣΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Τζεβελέκου.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΠΡΟΟΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Τζοβάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1186/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1955/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 35, 36 παρ. 1 και 3, 37 παρ. 2, 51 και 55 παρ. 3 του Β' Παραρτήματος της από 9.5.1980 Σύμβασης της Βέρνης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων (COTIF-CIM), η οποία κυρώθηκε με το ν. 1593/1986, θεσπίζεται συλλογική ευθύνη για την εκτέλεση της μεταφοράς τόσο του σιδηρόδρομου ο οποίος αποδέχεται το εμπόρευμα προς μεταφορά μαζί με τη φορτωτική, όσο και καθενός από τους κατά σειρά επόμενους σιδηρόδρομους από μόνο το γεγονός της παραλαβής του εμπορεύματος μαζί με τη φορτωτική, και της συμμετοχής του στη σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου αυτού.
Η σχετική αγωγή μπορεί να ασκηθεί, υπό τους όρους των ενιαίων κανόνων του ανωτέρω Β Παραρτήματος, είτε κατά του σιδηρόδρομου αποστολής, είτε κατά του σιδηρόδρομου προορισμού ή κατ' εκείνου του σιδηρόδρομου στον οποίο προέκυψε το γενεσιουργό γεγονός της αγωγής, ενώ ο σιδηρόδρομος προορισμού μπορεί να εναχθεί ακόμα και αν δεν παρέλαβε ούτε το εμπόρευμα ούτε τη φορτωτική (άρθ. 55 παρ. 3).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων 1 παρ. 1, 11 παρ. 1 και 4, 12 παρ. 1, 13 παρ. 1, 18 και 20 του ανωτέρω παραρτήματος, συνάγεται ότι, ναι μεν για κάθε αποστολή πρέπει να συντάσσεται μία φορτωτική και αυτή δεν μπορεί παρά να αφορά στο φορτίο ενός μόνο βαγονιού (άρθ. 12 παρ. 1), όμως η φορτωτική που εκδίδεται δεν είναι συστατικό έγγραφο της σύμβασης μεταφοράς, αλλά μόνο αποδεικτικό μέσο των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων στη μεταφορά μερών, ώστε, ατελής ή πλημμελής εγγραφή στη φορτωτική σχετικών με τη μεταφορά γεγονότων, μεταξύ των οποίων και ο σταθμός προορισμού (άρθρο 13 παρ. 1), δεν αποκλείει την απόδειξή τους με άλλα μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η εταιρία με την επωνυμία "...............", που εδρεύει στη Γερμανία, με διαδοχικές συμβάσεις παραγγελίας μεταφοράς, ανέθεσε στην ενάγουσα εταιρία διεθνών μεταφορών την επιμέλεια για τη μεταφορά σιδηροδρομικώς από τη Γερμανία στην Αθήνα δέκα παρτίδων προϊόντων της (χάρτινες πάνες), τα οποία αυτή θα πωλούσε στη θυγατρική της εταιρία με την επωνυμία "PROCTER & GAMBLE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.".
Η ενάγουσα, σε εκτέλεση αυτής της σύμβασης, ανέθεσε τη μεταφορά των άνω εμπορευμάτων, συσκευασμένα σε χαρτοκιβώτια, στους γερμανικούς σιδηροδρόμους. Τα εμπορεύματα φορτώθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από 23-5-2000 μέχρι 19-6-2000, σε αντίστοιχο προς τις παρτίδες αριθμό (10) βαγονιών των γερμανικών σιδηροδρόμων, στα εργοστάσια και στις αποθήκες της πωλήτριας εταιρίας στις πόλεις ...........
και ................ της Γερμανίας, που συνδέονται με ειδικές παρακαμπτήριες γραμμές με το γερμανικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Η φόρτωση των χαρτοκιβωτίων έγινε με κλάρκ σε παλέτες, οι οποίες ήταν καλυμμένες με νάϋλον περιτύλιγμα. Μετά τη φόρτωση και αφού έγινε καταμέτρηση των εμπορευμάτων από τους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρίας, οι πόρτες όλων των βαγονιών σφραγίστηκαν με ισάριθμες ειδικές μολυβδοσφραγίδες του εργοστασίου της πωλήτριας, δηλαδή μία σφραγίδα για κάθε πόρτα.
Για κάθε μία από τις παραπάνω παρτίδες, που φορτώθηκαν κατά πλήρες φορτίο στα αντίστοιχα βαγόνια, εκδόθηκαν δύο σιδηροδρομικές φορτωτικές, μία που κάλυπτε τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα (................), στην οποία αναγράφηκε ως αποστολέας η ενάγουσα (εκτός από τρεις στα οποίες αναφέρεται ως αποστολέας η πωλήτρια γερμανική εταιρία) και ως παραλήπτρια η ίδια εκπροσωπούμενη από την εταιρία .......
στην περιοχή ............., και μία φορτωτική, που κάλυπτε τη διαδρομή από τα Αυστροουγγρικά σύνορα μέχρι την Αθήνα και εκδόθηκε από την ανωτέρω εκπρόσωπο της ενάγουσας, επί της οποίας αναγράφηκε ως αποστολέας και παραλήπτρια η ενάγουσα. Σε όλες τις εκδοθείσες σιδηροδρομικές φορτωτικές έχουν καταχωρηθεί, εκτός των άλλων, ο αριθμός του βαγονιού, ο αριθμός των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν και το βάρος τους σε χιλιόγραμμα, ο αριθμός των σφραγίδων που τέθηκαν στις πόρτες κάθε βαγονιού από την προαναφερθείσα αποστολέα γερμανική εταιρία "......." και η ρήτρα ότι η μεταφορά θα γίνει χωρίς μεταφόρτωση.
Επίσης σε όλες τις φορτωτικές που εκδόθηκαν για τη διαδρομή από τη Γερμανία στα Αυστροουγγρικά σύνορα αναγράφεται ρητώς ότι τα εμπορεύματα θα προωθηθούν περαιτέρω στην ενάγουσα, χωρίς μεταφόρτωσή τους, με τελικό προορισμό την Αθήνα. Οι δύο φορτωτικές που εκδόθηκαν για κάθε παρτίδα, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή τους, αναφέρουν τον ίδιο αριθμό βαγονιού, τους ίδιους αριθμούς σφραγίδων, καθώς και τον ίδιο αριθμό χαρτοκιβωτίων, συνολικό βάρος και τιμολόγιο, μετά δε την έκδοση και της δεύτερης φορτωτικής συνόδευαν και οι δύο, μαζί με το σχετικό τιμολόγιο και δελτίο παραδόσεως, τα εμπορεύματα κατά τη μεταφορά τους σιδηροδρομικώς μέχρι την Αθήνα.
Ανεξαρτήτως των προσώπων που αναγράφονταν στις φορτωτικές, πραγματικός αποστολέας ήταν η πωλήτρια εταιρία, η οποία επιμελήθηκε για τη φόρτωση και σφράγιση όλων των βαγονιών, ενώ η ενάγουσα φρόντισε μόνο για τις διατυπώσεις με το γερμανικό σιδηρόδρομο, όπως έπραξε και στη συνέχεια και με την έκδοση (δια μέσου της αντιπροσώπου της) των νέων φορτωτικών, που κάλυπταν το υπόλοιπο τμήμα της διαδρομής μέχρι την Αθήνα.
Ολόκληρη η διαδρομή πραγματοποιήθηκε με τα ίδια βαγόνια και χωρίς να μεσολαβήσει παραλαβή και μεταφόρτωση των εμπορευμάτων στα αυστροουγγρικά σύνορα σύμφωνα και με τη σχετική εγγραφή επί των αρχικών φορτωτικών. Η έκδοση δύο φορτωτικών για κάθε παρτίδα εμπορευμάτων και βαγόνι έγινε για πρακτικούς λόγους και συγκεκριμένα διότι στην πόλη .............
στα ως άνω σύνορα λειτουργεί διαμετακομιστικός σταθμός, όπου συγκεντρώνονται όλα τα βαγόνια με προορισμό της βαλκανικές χώρες και στη συνέχεια, αφού διανεμηθούν ανάλογα με τη χώρα του προορισμού τους, συγκροτείται ένας συρμός με αποκλειστικό προορισμό την κάθε χώρα. Η αναχώρηση των βαγονιών από το σταθμό .........
γίνεται την ίδια ημέρα της αφίξεώς τους ή την επομένη, κατά τη διάρκεια δε της παραμονής τους στο σταθμό την υποχρέωση φύλαξής τους έχει ο σιδηρόδρομος και όχι ο αποστολέας ή ο παραλήπτης, αφού δεν γίνεται παραλαβή και επαναφόρτωση του φορτίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, παρά την έκδοση των δύο φορτωτικών για κάθε παρτίδα, και βαγόνι, δεν καταρτίστηκαν δύο αυτοτελείς συμβάσεις μεταφοράς, αλλ' ότι αντιθέτως επρόκειτο για μία ενιαία σιδηροδρομική μεταφορά από τη Γερμανία στην Αθήνα, έτσι δε απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του εκ του ότι πρόκειται για δύο αυτοτελείς σιδηροδρομικές μεταφορές, στην πρώτη από τις οποίες δεν είχε συμμετοχή και ευθύνη.
Όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Επομένως, οι πρώτος δεύτερος και τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι τη αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19, όπως αυτοί εκτιμώνται, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων του Β' Παραρτήματος της από 9.5.1990 Συμβάσεως της Βέρνης που προαναφέρθηκαν, η ευθύνη του σιδηροδρόμου που θεσπίζεται στο άρθρο 36 παρ. 1 για ολική ή μερική απώλεια του εμπορεύματος ή βλάβη αυτού ισχύει και στην περίπτωση που η φόρτωση αυτού γίνεται από τον αποστολέα.
Εξάλλου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 3 και 37 παρ. 2 του Β' Παραρτήματος ο σιδηρόδρομος απαλλάσσεται από την ευθύνη για ολική ή μερική απώλεια ή τη βλάβη του εμπορεύματος που αυτό παθαίνει "κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή προς μεταφορά μέχρι την παράδοση" όταν αυτή προκύπτει από ειδικό κίνδυνο, που υπάρχει σε ένα ή περισσότερα απαριθμούμενα στη σύμβαση περιοριστικώς περιστατικά, μεταξύ των οποίων είναι και η φόρτωση του εμπορεύματος από τον αποστολέα ή η εκφόρτωση από τον παραλήπτη χωρίς ανάμειξη του σιδηροδρόμου (άρθρο 36 παρ. 3).
Στην περίπτωση αυτή ο σιδηρόδρομος αρκεί απλώς να αποδείξει προς απαλλαγή του ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών, η απώλεια μπορούσε να προκύψει από τον ανωτέρω ειδικό κίνδυνο, οπότε υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι προήλθε από αυτόν. Απαιτείται δηλαδή η επίκληση και απόδειξη από τον ενιστάμενο σιδηρόδρομο, πέραν του γεγονότος της φορτώσεως από τον αποστολέα ή εκφορτώσεως από τον παραλήπτη και κάποιας άλλης ενέργειας που τότε έλαβε χώρα από την οποία θα μπορούσε να προκύψει η απώλεια ή η βλάβη των εμπορευμάτων.
Ο δικαιούχος όμως της μεταφοράς έχει το δικαίωμα να πλήξει τη βάση του τεκμηρίου αποδεικνύοντας ότι η ζημία δεν προήλθε από τον κίνδυνο αυτό (άρθρο 37 παρ. 2). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς να αντιφάσκουν μεταξύ τους αιτιολογίες δέχθηκε ότι η φόρτωση των άνω εμπορευμάτων έγινε από την άνω πωλήτρια εταιρία στα εργοστάσια παραγωγής αυτών στις ανωτέρω πόλεις της Γερμανίας, ότι τα εμπορεύματα αυτά με τα προαναφερθέντα βαγόνια, μέσω Αυστρίας, Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας, χωρίς να λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς οποιαδήποτε μεταφόρτωση, μεταφέρθηκαν μέχρι τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, από όπου τα παρέλαβε ο ήδη αναιρεσείων, ως σιδηρόδρομος προορισμού.
Ότι κατά την άφιξη των εμπορευμάτων στην Αθήνα, κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίες και κατά την εκφόρτωσή τους από την παραλήπτρια και πριν από την παραλαβή τους, διαπιστώθηκε ότι σε όλα τα βαγόνια ορισμένες από τις σφραγίδες των εργοστασίων της πωλήτριας εταιρίας είχαν παραβιασθεί και αντικατασταθεί από άλλες των ενδιαμέσων χώρων διελεύσεως, καθώς και του εναγομένου, όπως ειδικότερα αναφέρεται στα συνταχθέντα πρωτόκολλα.
Ότι σε κάθε βαγόνι υπήρχε έλλειμμα στο αριθμό των χαρτοκιβωτίων σε σχέση με εκείνα που είχαν φορτωθεί. Ότι συνολικά έλειπαν 980 χαρτοκιβώτια συνολικής αξίας, ανταποκρινομένης στην συνήθη τιμή εμπορευμάτων της αυτής φύσεως και ποιότητος στον τόπο και χρόνο αποστολής, 33.090,07 ευρώ και ότι η απώλεια των εμπορευμάτων αυτών οφείλεται σε κλοπή τους από άγνωστους δράστες κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή τους προς μεταφορά και μέχρι την παράδοσή τους.
Επίσης δέχθηκε το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, ότι, παρά την φόρτωση των εμπορευμάτων από την άνω αποστολέα, ο αναιρεσείων, ευθύνεται για την απώλεια του άνω μέρους αυτών (εμπορευμάτων), που οφείλεται σε κλοπή τους από άγνωστους δράστες κατά την σιδηροδρομική μεταφορά, ως υπόχρεος από την συγκεκριμένη σύμβαση μεταφοράς σιδηρόδρομος του τόπου προορισμού αυτών.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ορθά εφαρμοσθείσες από αυτό διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 3 και 37 παρ. 2 του πιο πάνω Παραρτήματος της Σύμβασης και ο τρίτος και έκτος (κατά ένα μέρος του) λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέα.
Οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο, υπό την επίκληση των αριθμών 20 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν ως αναιρετικές πλημμέλειες την παραμόρφωση των προαναφερομένων φορτωτικών και πρωτοκόλλων και την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αυτών των εγγράφων, καθώς και της καταθέσεως του μάρτυρα του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι, όπως προκύπτει από τους λόγους αυτούς, οι σχετικές αιτιάσεις τους αφορούν όχι τη λήψη υπόψη αυτών ως αποδεικτικών μέσων, ή την απόδοση από το δικαστήριο της ουσίας στα ως άνω έγγραφα περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, αλλά την στάθμιση και την αξιολόγησή τους ως αποδείξεων, η πλημμέλεια της οποίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.7.2006 αίτηση της δημόσιας επιχειρήσεως με την επωνυμία "οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ)" για αναίρεση της 1955/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίσει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ