Legislator Case Law & Legislation
1345/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment on child support modification due to lack of legal grounds.

Case Number 1345/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third-Instance Court of Larissa's decision denying the appeal against a first-instance ruling that rejected a child support modification claim. The appellant argued that the appellate court ignored specific documentary evidence proving the non-exceedance of the statutory measure, but the court found that the lower court had properly considered all submitted documents. Consequently, the court ruled that the appeal lacked legal basis because the determination of the necessary measure involves a factual evaluation not subject to Supreme Court review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the second-instance court has correctly evaluated all evidence and the disputed issue requires a factual assessment of individual circumstances rather than a legal error.

Keywords

AI generated
child support modification appeal admissibility statutory measure evidence evaluation factual assessment Code of Civil Procedure Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1345 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1345/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Σ., κατοίκου …ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Μήτσιου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Ν., κατοίκου.., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σπύρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/8/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/8/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ` αριθ. 42/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο, δικάζοντας την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ` αριθμ. 2/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 9-8-2016 αγωγή ανάκλησης γονικής παροχής-δωρεάς, δέχθηκε την έφεση τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει έναν ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανέλεγκτα διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και ως εκ τούτου την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 290/2020, ΑΠ 45/2019, ΑΠ 874/2017, ΑΠ 71/2016, ΑΠ 1167/2015). Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες.

Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβαλλομένων (ΑΠ 290/2020, ΑΠ 45/2019, ΑΠ 1041/2018).

Β'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο ...6 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα ...6 παρ. 4 και ...9 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 616/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 KΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθ. 42/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων-εκκαλών δυνάμει του υπ' αρ....

συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελπιδοφόρου Τουρναβίτου νομίμως μεταγραφέντος, αγόρασε οικόπεδο συνολικής εκτάσεως 306 τμ, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως της Καρδίτσας, ευρισκόμενο στο με αριθμό ... Ο.Τ. και επί της παρόδου της οδού ..., επί του οποίου ανήγειρε διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από πυλωτή, Α' και Β' άνω της πυλωτής ορόφους εκδοθείσας προς τούτο της υπ' αρ.44/20-3-1991 άδειας οικοδομής.

Δια του υπ' αρ.... συμβολαίου, νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο ... και με αριθμό ... στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, συνεστήθησαν δυνάμει του ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. χωριστές, αυτοτελείς και διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ.... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Καρδίτσας, Βασιλικής Αντωνοπούλου-Τσατσαρέλη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας στον τόμο ...

και με αριθμό ..., ο εκκαλών-ενάγων μεταβίβασε για την ανωτέρω αιτία στον εναγόμενο υιό του την ψιλή κυριότητα των 153,00 τ.μ. εξ' αδιαιρέτου, που αντιστοιχούσαν στο μέλλον να ανεγερθεί διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου επιφάνειας 113,30 τμ. Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, ο εκκαλών-ενάγων μεταβίβασε κατά την ψιλή επίσης και μόνον κυριότητα δη κατά ποσοστό 153/306 τ.μ.

εξ' αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, στον έτερο υιό του, Σ. Α., ποσοστό που αντιστοιχούσε στο μέλλον-τότε- να ανεγερθεί διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Ο ίδιος ο εκκαλών-ενάγων παρακράτησε εφ' όρου ζωής, τόσο του ίδιου όσο και της συζύγου του (και μητέρας του εναγομένου) την επικαρπία επί των ποσοστών της ψιλής κυριότητας που μεταβίβασε προς τα ως άνω δύο του τέκνα.

Στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής, ορίστηκε ρητώς ότι ο ενάγων προβαίνει στην γονική αυτή παροχή "λόγω ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και από λόγους ευπρέπειας και παραιτείται παντός δικαιώματός του ανάκλησης αυτής για οποιοδήποτε λόγο και αιτία". Κατά το χρόνο της παραπάνω παροχής, ο εκκαλών-ενάγων είχε στην κυριότητά του πέραν του προαναφερθέντος αστικού ακινήτου και έναν αγρό έκτασης 351 τ.μ.

στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Καρδίτσας. Ο εναγόμενος, όπως και ο αδελφός του Σεραφείμ που έχουν δημιουργήσεις τις δικές τους οικογένειες κατοικούν κι εκείνοι μόνιμα στα ως άνω διαμερίσματα του δευτέρου και πρώτου ορόφου, αντίστοιχα, δηλαδή πάνω από το ισόγειο διαμέρισμα των γονέων τους, και χρησιμοποιούν τα ακίνητα ως κατοικίες, χωρίς καμία εναντίωση από τον γονέα τους.

Οι ως άνω μεταβιβάσεις πραγματοποιήθηκαν ευλόγως και με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας με σκοπό τη δημιουργία της οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας των υιών του και συγκεκριμένα για την κάλυψη των στεγαστικών και οικονομικών αναγκών αυτών και των οικογενειών τους.Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας εργάσθηκε αρχικώς ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εμπορική επιχείρηση του "Χαροπλιά" και κατόπιν του έτος 1993 μετανάστευσε στη Γερμανία απ' όπου επέστρεψε το 1997 για να ανοίξει καφενείο, το οποίο διατηρεί μέχρι και σήμερα στην πόλη της Καρδίτσας.

Αμέσως δε μετά το γάμο του το έτος 2000 διέμενε στο διαμέρισμα που του παρείχε ο ενάγων πατέρας του ένεκα γονικής παροχής αφού πρώτα προέβη στις απαραίτητες εργασίες αποπεράτωσής του, σύμφωνα δε με τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως που περιέχονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου να κατοικηθεί από τον ίδιο και τη μέλλουσα σύζυγό του. ...

Εξάλλου δεν προέκυψε ότι ο εκκαλών-ενάγων είχε την οικονομική δυνατότητα να προβεί στην πλήρη κατασκευή και αποπεράτωση της εν λόγω οικοδομής, χωρίς την βοήθεια-ως προς τον επίδικο όροφο- του ενηλίκου υιού του και εναγομένου που ήδη εργαζόταν ενώ μετανάστευσε κατά τον χρόνο εκείνο και στην Γερμανία προς αναζήτηση καλύτερου εισοδήματος.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο εκκαλών-ενάγων συμβλήθηκε με την ιδιότητα του εγγυητή σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 50.000 ευρώ, που έλαβε ο εναγόμενος το έτος 2010 (...). Δεν αποδεικνύεται όμως από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι ο εφεσίβλητος-εναγόμενος δεν εκπληρώνει προσηκόντως τις υποχρεώσεις του από την σύμβαση αυτή και ότι ο ενάγων είναι αυτός που υποχρεώθηκε να καταβάλλει υπό την ιδιότητα του εγγυητή τις δόσεις του δανείου αυτού.

Τουναντίον, από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο έγγραφα με ημερομηνία 21-11-2016 και 1-12-2016 που αφορούν "τα στοιχεία οφειλών του δανείου" προκύπτει μηδενικό απλήρωτο κεφάλαιο. Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-ενάγων συνέβαλε με χρήματα ή με την προσωπική του εργασία στην κατασκευή της εξοχικής κατοικίας του εναγομένου και συνεπώς ότι βοήθησε οικονομικά περισσότερο τον εναγόμενο,...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις του ενάγοντα με τον εναγόμενο υιό του δεν ήταν ποτέ αρμονικές και ιδιαίτερα στενές όπως αρμόζει σε ένα τέκνο προς τους γονείς του, γεγονός που συνομολογούν εκατέρωθεν οι διάδικες πλευρές παρά το γεγονός ότι όλοι κατοικούσαν στην ίδια διώροφη οικοδομή, με συνέπεια άλλοτε ήταν τεταμένες, άλλοτε απόμακρες και άλλοτε τυπικές.

Αντίθετα οι σχέσεις του ενάγοντα και της συζύγου του με τον έτερο υιό τους Σ. Α., ήταν αρμονικές και ιδιαίτερα στενές. Ούτε όμως και οι σχέσεις μεταξύ των αδερφών υπήρξαν αρμονικές ενώ τα μεταξύ τους προβλήματα εντάθηκαν τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να υπάρξουν εκατέρωθεν αγωγές και μηνύσεις. Η ένταση που υπήρξε στις σχέσεις των δύο αδερφών επηρέασε και τις σχέσεις του εφεσιβλήτου εναγομένου με τους γονείς του με αποτέλεσμα να υπάρξουν και μεταξύ τους αλληλοκατηγορίες και μηνύσεις.

Αποκορύφωμα των μεταξύ τους διενέξεων ήταν να αποστείλει ο εκκαλών-ενάγων την από 2-11-2015 εξώδικη κλήση του με την οποία καλούσε τον εναγόμενο υιό του να του αποδώσει τη νομή και κατοχή του επίδικου διαμερίσματος. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι η ως άνω μεταβίβαση, αντικειμενικής αξίας τότε 918.000 δραχμών, δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, λαμβανομένων υπόψη αφενός της περιουσιακής κατάστασης και της εν γένει οικονομικής κατάστασης του ενάγοντα γονέα προς τον υιό του, αφετέρου της μη οικονομικής αυτοτέλειας του τελευταίου και η οποία αυτέλεια επρόκειτο να επιτευχθεί με την οικονομική παροχή του γονέα του.

Ειδικότερα, αυτή η παροχή περιουσίας εξυπηρετούσε συγκεκριμένη ανάγκη του εναγομένου για τη δημιουργία οικονομικής αλλά κυρίως οικογενειακής αυτοτέλειας, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, αυτός στη συνέχεια δημιούργησε τη δική του οικογένεια και το εν λόγω διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της οικοδομής που του είχε παραχωρήσει ο επικαρπωτής πατέρας του αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Σημειωτέον ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης τόσο ο ενάγων όσο και η σύζυγός του ήταν συνταξιούχοι χωρίς όμως να αποδεικνύεται από ποιο ασφαλιστικό φορέα, ούτε το ύψος των εισοδημάτων τους. Ενόψει τούτων αποδεικνύεται ότι πληρούνται οι βασικοί όροι και σκοποί του άρθρου 1509 του ΑΚ και επομένως, ... η επίδικη παροχή περιουσίας από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο έχει στο σύνολό της το χαρακτήρα γονικής παροχής και όχι δωρεάς".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την ασκηθείσα από τον ενάγοντα-εκκαλούντα έφεση. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του KΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, παρά το ότι διαπίστωσε αμφιβολία και ασάφεια ως προς το νόημα του περιληφθέντος στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Βασιλικής Αντωνοπούλου-Τσατσαρέλη, όρου, ότι ο ενάγων προβαίνει στη γονική παροχή "λόγω ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και από λόγους ευπρέπειας", παράλειψε να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Από το πιο πάνω περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο σε κανένα σημείο αυτής δεν προβαίνει, είτε ευθέως είτε εμμέσως, σε διαπίστωση περί ύπαρξης κενού ή ασάφειας ως προς τα πιο πάνω ζητήματα σχετικά με τη δήλωση βούλησης των διαδίκων και την υφιστάμενη μεταξύ τους εσωτερική σχέση, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης με την προσφυγή στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά είναι φανερό ότι δέχεται ανέλεγκτα ότι η πιο πάνω σύμβαση γονικής παροχής και οι σχετικές δηλώσεις βούλησης των διαδίκων είναι πλήρεις και σαφείς με το πιο πάνω περιεχόμενο ως προς την ως άνω εσωτερική τους σχέση, καθόσον ορίζεται ρητά ότι ο ενάγων προβαίνει στη γονική παροχή και στα δύο του τέκνα "λόγω ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και από λόγους ευπρέπειας".

Επομένως, οι προαναφερόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος βασίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΑΚ, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ.

β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, και συγκεκριμένα ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε με σκοπό την οικονομική και οικογενειακή αυτοτέλεια των υιών του και συγκεκριμένα για την κάλυψη των στεγαστικών και οικονομικών αναγκών αυτών και των οικογενειών τους", παρέλειψε να αναφέρει τις ανάγκες του αναιρεσιβλήτου και εντεύθεν εσφαλμένα χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία του άρθρου 1509 ΑΚ, αφού δεν δέχθηκε ανάγκη του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφετέρου δε, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Α'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 του ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιοδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο, το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις, θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση και την οικογενειακή κατάσταση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες αυτών, την οικονομική κατάστασή τους, την ηλικία του κλπ.

Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης και έτσι η παροχή υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς και είναι ανακλητέα στο σύνολό της ή μερικώς, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 656/2011, ΑΠ 1990/2007, ΑΠ 982/2004).

Αντίθετα, εφόσον η παροχή αυτή δεν υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο δεν συνιστά δωρεά και δεν είναι επιτρεπτή η ανάκλησή της κατά τις παραπάνω διατάξεις. Με τα δεδομένα αυτά, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή για ανάκληση γονικής παροχής ως δωρεάς, λόγω αχαριστίας, που έγινε προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του κατά την έννοια του άρθρου 1509 του ΑΚ, πρέπει να περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρότασή της, ως αποδεικτικό πόρισμα, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, από τα οποία να προκύπτει, ότι η γονική παροχή δεν υπερβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο (ΑΠ 1397/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν.

Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος, συνοδευόμενης από ασθένεια, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο.

Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάση αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμηση του αν τα περιστατικό αυτά, εν όψει του χαρακτήρα των συγκεκριμένων συμβληθέντων (δωρητή και δωρεοδόχου), του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση, αν τα εν λόγω περιστατικά, τα οποία τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικά την εφαρμογή του άρθρου 505 του ΑΚ. (ΑΠ 656/2011, ΑΠ 109/2010, ΑΠ 1719/2009).

Εντέλει, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1509 και 505 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο γονέας που επιθυμεί να ανακαλέσει τη γονική παροχή, που έκανε προς το τέκνο του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει πρώτον, ότι η γονική παροχή που έκανε υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, ώστε να κριθεί ότι πρόκειται περί δωρεάς στο σύνολό της ή μερικώς, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να ανακληθεί, κατ` εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ και δεύτερον ότι το τέκνο του επέδειξε με τη συμπεριφορά του αχαριστία και υπέπεσε σε βαρύ παράπτωμα απέναντι στο δωρητή γονέα, ή στο σύζυγό του ή σε στενό συγγενή του, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης.

Μόνον δε σε περίπτωση που αποδειχθούν και οι δύο ως άνω προϋποθέσεις μπορεί να ανακληθεί η γονική παροχή στο σύνολό της ή μερικώς (ΑΠ 1397/2022). Β'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1.../2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο: α) κατά το πρώτο σκέλος του, ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η γενόμενη προς τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο γονική παροχή, δεν υπερέβαινε το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και δεν αποτελούσε δωρεά υποκείμενη σε ανάκληση λόγω αχαριστίας, και εντεύθεν της απόρριψης της αγωγής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ερμηνευτικό και νοηματικό περιεχόμενο του κρίσιμου όρου του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου "λόγω ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και από λόγους ευπρέπειας", χωρίς ωστόσο να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αληθής βούληση των συμβαλλομένων καθώς και τα γεγονότα που συγκρότησαν το μέτρο για την ερμηνεία του ως άνω όρου. Ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και δη στο ότι το Εφετείο προέβη στην ερμηνεία του παραπάνω όρου του συμβολαίου γονικής παροχής, ενώ, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία σε κανένα σημείο της δεν προβαίνει, είτε ευθέως είτε εμμέσως, σε διαπίστωση περί ύπαρξης κενού ή ασάφειας ως προς τα πιο πάνω ζητήματα σχετικά με τη δήλωση βούλησης των διαδίκων, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης με την προσφυγή στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά είναι φανερό ότι δέχεται ανέλεγκτα ότι η πιο πάνω σύμβαση γονικής παροχής και οι σχετικές δηλώσεις βούλησης των διαδίκων είναι πλήρεις και σαφείς με το πιο πάνω περιεχόμενο, καθόσον ορίζεται ρητά ότι ο ενάγων προβαίνει στη γονική παροχή και στα δύο του τέκνα "λόγω ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και από λόγους ευπρέπειας".

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια ουδόλως επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού το τελευταίο, ανεξάρτητα και πέρα από την έννοια του ως άνω όρου, στηρίζεται στην παραδοχή ότι "... η ως άνω μεταβίβαση, αντικειμενικής αξίας τότε 918.000 δραχμών, δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, λαμβανομένων υπόψη αφενός της περιουσιακής κατάστασης και της εν γένει οικονομικής κατάστασης του ενάγοντα γονέα προς τον υιό του, αφετέρου της μη οικονομικής αυτοτέλειας του τελευταίου και η οποία αυτέλεια επρόκειτο να επιτευχθεί με την οικονομική παροχή του γονέα του....", και η οποία (παραδοχή) στηρίζει το απορριπτικό της αγωγής διατακτικό, και β) κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, και ειδικότερα ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν προκύπτει, ότι η γονική παροχή υπερέβαινε το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό και δη δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι περιστάσεις αυτές, ώστε να διακριβωθεί, εάν πρόκειται για σύσταση γονικής παροχής ή για δωρεά, δεκτική ανάκλησης.

Και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την άνω διάταξη, καθόσον κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι η γονική παροχή του ενάγοντος προς τον αναιρεσίβλητο δεν υπερέβαινε το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και εντεύθεν, ότι δεν συνιστούσε δωρεά (στο σύνολό της ή μερικώς) και δεν μπορούσε να ανακληθεί, κατ` εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ, με βάση το ενδεικνυόμενο μέτρο, που ήταν ανάλογο προς την οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση του παρέχοντος και την οικονομική κατάσταση του τέκνου του, κατά τη σύσταση της παροχής (1991), αφού από το σύνολο των ανέλεγκτων παραδοχών του, όπως αυτές εκτίθενται παραπάνω προκύπτει, ότι αναφερόταν:

α) η οικονομική κατάσταση του παρέχοντος (συνταξιούχος και ιδιοκτήτης του ισογείου ορόφου της υπό ανέγερση οικοδομής, επικαρπωτής των δύο υπό ανέγερση διαμερισμάτων και ιδιοκτήτης έτερου ακινήτου εμβαδού 351 τμ στην περιοχή "..." Καρδίτσας), β) η οικογενειακή κατάστασή του (πατέρας δύο τέκνων, του αναιρεσίβλητου και έτερου, προς τα οποία η γονική παροχή των δύο υπό ανέγερση ορόφων), γ) η οικονομική κατάσταση του αναιρεσίβλητου (εργασία από 23 ετών, μη οικονομική του αυτοτέλεια, εργασία ως ιδιωτικός υπάλληλος-ύπαρξη οικονομικής ανάγκης-μετάβαση στη Γερμανία για καλύτερες αμοιβές), δ) η οικογενειακή κατάσταση του αναιρεσίβλητου (έγγαμος με τέκνα) και ε) ότι η παροχή της περιουσίας προς τον αναιρεσίβλητο έγινε για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων ...5, ...8 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 424/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσ, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Μη λήψη υπόψη, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε, και συγκεκριμένα:

α) τις βεβαιώσεις περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στο Ν. 4178/2013 και ειδικότερα αυτή με Α/Α δήλωσης 2387177 που αφορά το ένδικο ακίνητο, και β) τη με αριθμό 44/1991 άδεια οικοδομής διώροφης με επιβλέποντα μηχανικό τον Δ. Μ., με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η παροχή δεν υπερέβαινε το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη τα άνω έγγραφα, θα κατέληγε, στην κρίση ότι υπερέβαινε το μέτρο.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και αυτό έλαβε υπόψη, μεταξύ των οποίων, όπως κατά λέξη αναφέρεται, "Από τις ... ένορκες βεβαιώσεις πέντε μαρτύρων ..., από τις υπ' αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις, από όλα γενικά τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικών από τα οποία γίνεται ειδική μνεία παρακάτω, κανενός πάντως από αυτά παραληφθέντος για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς ...

πλήρως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με τη μη υπέρβαση του επιβαλλόμενου από τις περιστάσεις μέτρου, και τα άνω στο αναιρετήριο αναφερόμενα έγγραφα, που φέρονται ότι αγνοήθηκαν, πέραν του ότι γίνεται και ειδική μνεία του δευτέρου εξ' αυτών στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 9η σελ.) Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και στην κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, καθόσον ο ισχυρισμός υπέρβασης του μέτρου, προς υποστήριξη του οποίου, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα, είναι αλυσιτελής και δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, καθόσον ο προσδιορισμός του αναγκαίου μέτρου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενεργείται από το Δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται αυτοτελώς στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί δεν είναι νομική έννοια και τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά του μέτρου δεν συμπίπτουν σε όλες τις περιπτώσεις και εξειδικεύονται σε κάθε υπόθεση ανέλεγκτα (ΑΠ 654/2011, ΑΠ 1990/2007).

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της μεταξύ τους εξ' αίματος συγγένειας 1ου βαθμού (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-8-2020 αίτηση του Ν. Α. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 42/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ