Supreme Court dismisses appeal as the new argument regarding labor law violations was not raised before the Court of Appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting the appeal. The appellant argued that the contractor could not claim payment due to labor law violations, but the Court found this specific argument was never formally proposed during the first or second instance proceedings. Consequently, the court ruled that the appeal lacked admissibility because the legal ground was not properly established in the lower courts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the substantive legal ground relied upon was not formally proposed to the Court of Appeal, preventing its examination on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1345 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1345/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…. " και τον διακριτικό τίτλο "…Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Αναλυτή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " και τον διακριτικό τίτλο "….", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "….ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "….", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 1-4-2013 και με αριθμούς κατάθεσης 51684/5071/2013 και 51690/5074/2013 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6394/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 10021/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5989/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-5-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 28/5/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5989/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που άσκησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατά της με αριθμό 6394/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 1021/2017 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), που είχε δεχθεί τις από 1/4/2013 δύο αγωγές της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, τις οποίες άσκησε με την ιδιότητά της ως ενεχυρούχος πιστώτρια των απαιτήσεων που της εκχωρήθηκαν κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμ... το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμ... το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά και στον δεύτερο βαθμό (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 987/2021, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 1059/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τις από 1/4/2013 (με αριθμούς κατάθεσης 51684/5071/2013 και 51690/5074/2013) δύο αγωγές της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα εξέθετε ότι η εταιρεία με την επωνυμία "…ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον δ.τ. "… ΑΕ":
α) στο πλαίσιο της με αριθμό ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε υπογραφεί μεταξύ τους και δυνάμει της από 15/12/2008 σύμβασης ενεχύρασης απαιτήσεων, της εκχώρησε λόγω ενεχύρου τις απαιτήσεις της κατά της "…. ΑΕ", την οποία διαδέχθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, συνολικού ποσού 136.950,57 ευρώ, απορρέουσες από σύμβαση έργου, η εκχώρηση δε αυτή αναγγέλθηκε στην τελευταία στις 12/1/2009, β) στο πλαίσιο της από 24/10/2008 σύμβασης κάλυψης ομολογιακού δανείου που είχε υπογραφεί μεταξύ τους και δυνάμει της με ίδια ημερομηνία σύμβασης ενεχύρασης απαιτήσεων προς ασφάλεια του ομολογιακού δανείου, της εκχώρησε λόγω ενεχύρου τις απαιτήσεις της κατά της "… ΑΕ", την οποία διαδέχθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, συνολικού ποσού 84.360,41 ευρώ απορρέουσες από σύμβαση έργου, η εκχώρηση δε αυτή αναγγέλθηκε στην τελευταία στις 24/10/2008.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα ως άνω ποσά. Επί των ανωτέρω αγωγών οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 6394/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 1021/2017 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα τα αιτούμενα ποσά.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 5/12/2017 έφεσή της, με την οποία, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εξέθετε ότι πριν την κοινοποίηση των ενδίκων δικογράφων δανειστές της ..., εταιρείας στην οποία η δικαιοπάροχός της είχε αναθέσει την εκτέλεση του έργου καθαρισμού στεγασμένων και υπαίθριων χώρων, επέβαλαν συντηρητική κατάσχεση σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της ...
Α.Ε. που βρίσκεται στα χέρια της ... Α.Ε., εκείνη δε υπέβαλε την με αριθμό 219Β/2012 δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δηλώνοντας ότι υπάρχει υπόλοιπο που πρέπει να καταβληθεί στην εταιρεία ... A Ε. Ότι την δήλωση αυτή την ανακάλεσε αργότερα, με την με αριθμό 45971/2012 δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όταν κατόπιν ελέγχου διαπιστώθηκε ότι τα ποσά των 9.798,07 και 126.968,87 ευρώ, που δικαιούτο η ...
Α.Ε. από τις δύο συμβάσεις έργου που της είχαν ανατεθεί, τα είχε εκχωρήσει λόγω ενεχύρου στην ενάγουσα. Στη συνέχεια δε με τον πρώτο λόγο έφεσης και ενδιαφέροντα τον παρόντα αναιρετικό έλεγχο, πρόβαλε τα ακόλουθα: "Η εκκαλουμένη επομένως έσφαλε διότι κατόπιν των ανωτέρω καθίσταται προφανές ότι ο ... έχει τεράστια ευθύνη στην επίδικη περίπτωση.
Σύμφωνα με νόμο ο τρίτος αν καταβάλλει μη προσηκόντως δεν απαλλάσσεται, αντιθέτως εξακολουθεί να οφείλει στον οφειλέτη. Ο ... συμμορφούμενος τόσο με τις προσωρινές διαταγές όσο και με τις αποφάσεις των δικαστηρίων παρακρατούσε και παρακρατεί το οφειλόμενο προς την ... εναπομείναν ποσό δυνάμει της υπ' αρ. ...
σύμβασης 9.798,07 € και δυνάμει της ... σύμβασης 126.968,87 €". Τον ως άνω λόγο έφεσης απέρριψε το Εφετείο με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ειδικότερα η εναγομένη προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής, χωρίς να αμφισβητεί το ύψος της οφειλής προς την ενάγουσα, προέβαλε πρωτοδίκως και επαναλαμβάνει με το δικόγραφο της έφεσης ότι εργαζόμενοι στην "….ΑΕ" επέβαλεν εις χείρας της ως τρίτης, συντηρητική και αναγκαστική κατάσχεση κάθε απαιτήσεως της "…ΑΕ" κατ' αυτής (..Α.Ε.) και συγκεκριμένα δυνάμει της 1390/2Θ12 αποφάσεως Ασφ Μέτρων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση μέχρι του ποσού των 34.5000 ευρώ για την εξασφάλιση απαιτήσεων τεσσάρων εργαζομένων (Ε.
Ρώμα κλπ), ότι για τους ίδιους εργαζόμενους εκδόθηκε η υπ' αριθ. 109/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς (εργατικές διαφορές) που έκανε δεκτή σχετική αγωγή αυτών, ότι με την 5609/2012 απόφαση (Ασφ. Μέτρων) του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης επιδικάσθηκαν προσωρινά σε άλλους 17 εργαζόμενους (Μ. Κ. κλπ) δεδουλευμένα ύψους 27.590 ευρώ, και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της "...
ΑΕ" για το συνολικό ποσό των 85.000 ευρώ και ότι βάσει της εν λόγω αποφάσεως, εκδόθηκε το από 19/9/2012 κατασχετήριο και επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης για την απαίτηση των παραπάνω εργαζομένων. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί οι οποίοι δε συνιστούν αρνητικούς ή καταλυτικούς των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας ισχυρισμούς, δεν καταλύουν την βασιμότητα των εν λόγω αξιώσεων και δεν μπορούν να οδηγήσουν άγουν σε απόρριψη των υπό κρίση αγωγών, καθόσον ο δανειστής του οφειλέτη, δεν εμποδίζεται στην δικαστική επιδίωξη της αναγνώρισης και της καταψήφισης της σε βάρος του οφειλέτη του αξιώσεώς του και τον εξοπλισμό του με εκτελεστό τίτλο, από το γεγονός της τυχόν ύπαρξης και άλλων δανειστών κατά του ιδίου οφειλέτη, τα δικαιώματα και η ικανοποίηση των οποίων (περισσοτέρων δανειστών κατά του αυτού οφειλέτη) θα κριθούν στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτελέσεως (958, 715επ.
Κ.Πολ.Δ)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης εταιρείας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε δεχθεί τις (δύο) αγωγές της ενάγουσας και της είχε επιδικάσει τα αναφερόμενα εκεί ποσά.
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 68 του ν. 3863/2010 με τίτλο "συμβάσεις εργολαβίας εταιρειών παροχής υπηρεσιών", την οποία και δεν εφάρμοσε. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του ν. 3863/2010, ο οποίος εφαρμόζεται και στον ..., λόγω του ότι είναι ΔΕΚΟ επιχορηγούμενη από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, σε περίπτωση ανάθεσης έργου καθαρισμού, εφόσον η αναθέτουσα αρχή διαπιστώσει κατά την παραλαβή του έργου παραβάσεις εκ μέρους του εργολάβου σχετικά με την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία δεν καταβάλει μεν πληρωμή, καταβάλλονται όμως από τον αποδέκτη των υπηρεσιών οι αποδοχές στους εργαζόμενους.
Ισχυρίζεται, τέλος, ότι η ... Α.Ε. δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις καταβολής μισθοδοσίας των εργαζομένων της, οι οποίοι εν συνεχεία διεκδίκησαν και έλαβαν από τον ... τα δεδουλευμένα τους. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε με την παρούσα μορφή του ενώπιον του Εφετείου.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ουδέποτε μέχρι τώρα είχε προτείνει, ούτε προς απόκρουση των σε βάρος της αγωγών στον πρώτο βαθμό ούτε βεβαίως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το δικόγραφο της έφεσής της, τον ισχυρισμό ότι η εργολάβος εταιρεία ... ΑΕ συνεπεία παραβάσεων των εργασιακών και ασφαλιστικών υποχρεώσεών της έναντι της εργαζομένων της δεν δικαιούται να απαιτήσει το εργολαβικό αντάλλαγμα και ότι η αναιρεσείουσα, ως εργοδότρια, υποχρεούται να καταβάλει στους εργαζόμενους τις αποδοχές τους και να αποδώσει τις ασφαλιστικές τους εισφορές στον οικείο ασφαλιστικό φορέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 του ν. 3863/2010, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εισπραχθεί αυτό από την πιστώτρια Τράπεζα του εργολάβου-αναιρεσίβλητη.
Εξάλλου, ούτε τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα-εναγομένη στον πρώτο βαθμό και επανέφερε με την έφεσή της ενώπιον του Εφετείου στοιχειοθετούν το πραγματικό της ως άνω διάταξης ουσιαστικού δικαίου ώστε να δικαιολογούν την εφαρμογή της. Τέλος, ούτε στο αναιρετήριο επικαλείται η αναιρεσείουσα, ως όφειλε, ότι πρόβαλε, κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο τον εν λόγω ισχυρισμό στο Εφετείο, με την παρούσα μορφή του, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Επομένως, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε νόμιμα από την αναιρεσείουσα, δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 3) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/5/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…. Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "…", για αναίρεση της με αριθμό 5989/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ