Supreme Court dismisses appeal on facts review, upholding lower court's ownership determination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding land ownership disputes. The appellants argued that the lower court incorrectly evaluated witness testimony and failed to recognize their joint ownership based on long-term possession. The court rejected these claims, ruling that the appeal challenged the substantive assessment of facts which is not subject to review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 557, 560 of the Code of Civil Procedure: Appeals against non-final judgments are inadmissible; appeals challenging the factual assessment of evidence are inadmissible as they constitute an unreviewable exercise of judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1345 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1345/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:
1) Μ. χήρας Χ. Κ., το γένος Β. και Α. Ν.,
2) Ε. χήρας Δ. Δ., το γένος Β. και Α. Ν.,
κατοίκων ... Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ξενάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Φ. χήρας Δ. Σ., το γένος Α. και Σ. Α., κατοίκου ... Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,
2) Κ. συζύγου Χ. Κ., το γένος Δ. και Φ. Σ.,
3) Μ. συζύγου Β. Μ., το γένος Δ. και Φ. Σ.,
κατοίκων ... Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Χριστοδούλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο ως άνω πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη Φ. χήρα Δ. Σ. απεβίωσε στις 23.05.2013, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ’ αριθμό …/2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κρωπίας και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής υπό στοιχείο 2 και 3 ήδη αναιρεσίβλητες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.01.1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2000, 211/2004 μη οριστικές, 551/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6656/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 21.05.2008 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1248/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστές.
Εκδόθηκε η 2144/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11.03.2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από τη διάταξη του άρθρου 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεκτική προσβολής με αναίρεση είναι οριστική και τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας. Ως οριστική θεωρείται η απόφαση που περατώνει την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή και την ανταγωγή (άρθρο 553 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ.). Κατά το άρθρο 557 του ίδιου Κώδικα, απόφαση μη οριστική δεν υπόκειται σε αναίρεση και αν τέτοια ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Μη οριστική θεωρείται και η απόφαση με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως λόγω μη κλήτευσης ή μη νομότυπης κλήτευσης του εφεσίβλητου (ΑΠ 446/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 2144/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της 551/2005 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη διεκδικητική αγωγή τούτων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Από την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως απόφαση προκύπτει ότι το, δικάζον ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την πρώτη εφεσίβλητη - αναιρεσίβλητη, για το λόγο ότι η ίδια κατά την επίδοση προς αυτήν της κλήσης προς συζήτηση της εφέσεως, είχε αποβιώσει και ως εκ τούτου η επίδοση της κλήσης έγινε σε ανύπαρκτο πρόσωπο.
Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της 2144/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο , πρέπει μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, καθόσον ως προς αυτήν η εν λόγω απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση. Ως προς τις λοιπές αναιρεσίβλητες, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ).
[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να επαναλάβουν τη δίκη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ για την αποποίηση της κληρονομιάς.
Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000).
Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει καμία μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σε περίπτωση θανάτου αυτού ο νομιμοποιούμενος σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ να συνεχίσει το όνομά του τη δίκη κληρονόμος αυτού (ΑΠ 644/2000). Ο ειδικός διάδοχος του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου από το νόμο και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του, διαδίκου, ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1996 ΑΠ 1226/2019 ΑΠ 1136/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, Ευάγγελος Χριστοδούλου, και δήλωσε ότι η πρώτη εξ αυτών, Φ.
χήρα Δ. Σ., ως προς την οποία ήδη απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, απεβίωσε στις 23.05.2013, δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και προσκόμισε το …/26.2.2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συνταχθεί από το Ληξιαρχείο Κρωπίας Αττικής, ενώ δήλωσε ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου της αναιρεσίβλητης συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ήτοι οι δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, θυγατέρες της, Κ.
σύζυγος Χ. Κ., το γένος Δ. και Φ. Σ. και Μ. σύζυγος Β. Μ., το γένος Δ. και Φ. Σ. (βλ. το …/10.10.2014 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Κρωπίας, το …/5.3.2021 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Λαυρίου περί μη αποποιήσεως κληρονομιάς, το …/2.3.2021 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Λαυρίου και το …/8.3.2021 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης).
Ενόψει τούτων, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως από τις αρχικές διαδίκους δεύτερη και τρίτη των εναγομένων - εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων, κληρονόμων της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητης - αναιρεσίβλητης. Το επικαλούμενο δε από τις αναιρεσίβλητες γεγονός της μεταβίβασης, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, ποσοστού 2/8 εξ αδιαιρέτου και 3/8 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου από την πρώτη, ήδη αποβιώσασα, αναιρεσίβλητη και την τρίτη αναιρεσίβλητη αντίστοιχα, στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, με το νόμιμα μεταγραμμένο …/19.11.2008 συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Κρωπίας, Αγγελικής Αχείμαστου, δεν επιφέρει καμία μεταβολή στην προκειμένη δίκη, ως προς τα πρόσωπα των διαδίκων αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν, και συνεπώς δεν υφίσταται έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως της τρίτης αναιρεσίβλητης, όπως αβάσιμα επικαλείται η ίδια με τις ενώπιον του δικαστηρίου κατατεθειμένες προτάσεις της.
[III] Κατά τη διάταξη του αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 232/2011, ΑΠ 1103/2011).
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν, παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ.6 ΚΠολΔ, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1750/2012).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 799/2020).
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως και με την επίκληση κατ’ εκτίμηση αντίστοιχα των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες ότι με την απόρριψη της διεκδικητικής κυριότητας αγωγής των αναιρεσειόντων και ειδικότερα του ισχυρισμού τους περί κατοχής του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1045 και 980 του ΑΚ καθώς και ότι η πληττόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες, περιλαμβάνουν στο αναιρετήριο αυτούσιες τις καταθέσεις των μαρτύρων τους Χ. Β. και Κ. Π.υ και αιτιώνται ότι:
(α) ο ισχυρισμός τους περί αποκτήσεως κυριότητας «απεδείχθη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων (έγγραφα, έκθεση διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα ...) και με τους δύο μάρτυρες...» οι οποίοι κατέθεσαν ο μεν πρώτος, ο οποίος, όπως αναφέρει στην κατάθεσή του έχει δικά του κτήματα 500 μέτρα πιο μακριά από το επίδικο, ότι τούτο (επίδικο) ανήκε στη μητέρα των αναιρεσειόντων και μετά το θάνατο της περιήλθε στη δική τους νομή και κατοχή «και μάλιστα ότι αυτός και ο πατέρας του το καλλιεργούσαν για λογαριασμό...» τούτων «(ήτοι ως βοηθοί νομής)» ο δε δεύτερος, ο οποίος, όπως αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή του, είχε παρακείμενο με το επίδικο κτήμα, και διέθετε ένα μικρό τρακτέρ ότι από το έτος 1964 μέχρι το 1970 όργωνε τούτο , όπως του είχαν ζητήσει οι αναιρεσείουσες για «να ξεχωρίζουν τα όριά του από τα διπλανά»,
(β) ότι «η προσβαλλόμενη έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών (ήτοι των καταθέσεων των δύο μαρτύρων ... που σαφώς κατέθεσαν ότι αρχικά ο πατέρας του Χ. Β. και μετά αυτός και μετά από αυτόν ο Κ. Π. καλλιεργούσαν για λογαριασμό (των αναιρεσειουσών)» και «όχι ως δικό τους, το επίδικο, για χρονικό διάστημα από το θάνατο της μητέρας» τους «το 1944 μέχρι το 1970 , ήτοι για συνολικό διάστημα 26 ετών , ήτοι πολύ πέραν της εικοσαετίας ...» μετά το οποίο το καλλιεργούσαν οι ίδιες «και ενώ από τις μαρτυρίες αυτές απεδείχθη η κυριότητα..» τους «επί αυτού με έκτακτη χρησικτησία , η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι δήθεν οι μάρτυρες αυτοί δεν κατέθεσαν ότι καλλιεργούσαν το επίδικο ενεργώντας για λογαριασμό...» των αναιρεσειουσών «γεγονός ψευδές».
Επίσης αιτιώνται οι αναιρεσείουσες ότι «επειδή το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τη βάση της αγωγής μας ότι είμαστε συγκύριες του επιδίκου κατ’ ισομοιρίαν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας παρ’ ότι αποδείξαμε τις συγκεκριμένες πράξεις μας διακατοχής του επιδίκου δια των μαρτύρων μας, έχει έλλειψη νόμιμης βάσης και είναι αναιρετέα...». Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό τους και κατά όλες τις αιτιάσεις τους, αφορούν σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και σε πραγματικά επιχειρήματα της αποφάσεως που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αυτής.
[V] Υπό το πρόσχημα δε της συνδρομής των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττεται η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου και συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 2144/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττηθείσες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.03.2020 αίτηση για αναίρεση της 2144/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ