Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, remanding case for retrial due to legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor dispute judgment, ruling that the lower court erred in its interpretation of the law. The appellants argued that providing resignation documents did not imply the employer's consent to termination, which is a prerequisite for statutory severance pay. Consequently, the court found the lower court's decision to reject the claim based on the absence of such consent to be legally flawed. The case was remanded for a new trial before a different judge to address the substantive issues correctly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(a) of Law 3198/1955; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The provision of resignation documents and pension certificates by an employer does not constitute implied consent to termination, which is a necessary condition for the application of statutory severance pay under the specified law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1345 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1345/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Β. του Γ., κατοίκου ... και 2) Σ. Φ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Καλαμάτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου με την επωνυμία "..." (....), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1869/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1543/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-1-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 9.1. 2018 και με αριθμό κατάθεσης 198/24/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθ. 1543/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 4.8.2014 και με αριθ. κατάθεσης 5903/8780/2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ.1869/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της από 22-2-2013 και με αριθμό κατάθεσης 30170/836/2013 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων για καταβολή αποζημίωσης εκ του άρθρου 8 εδ. α του Ν.3198/1955, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 , 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν.3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6§1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ.
αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8§4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5§1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής:
Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 8, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955.
καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955. η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:
α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.
Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα, προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου (Ολ. ΑΠ 1110/86). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού, γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού.
Η συγκατάθεση αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη, συναγομένη εμμέσως από την συμπεριφορά του δηλούντος, ενόψει και των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης( ΑΠ262/2011 ,ΑΠ 874/2009). .Η εν λόγω συναίνεση του εργοδότη, η οποία συνιστά συμφωνία, πρέπει να χορηγηθεί, έστω και σιωπηρά πριν από και όχι ταυτόχρονα ή μετά την αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του, άλλως δεν συνιστά συγκατάθεση, αλλά αποδοχή του δικαιώματος του μισθωτού να καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας.
Η εν λόγω δε προϋπόθεση δεν αναφέρεται στο εκ του νόμου δικαίωμα του εργαζομένου να καταγγείλει τη σύμβαση, αλλά αφορά την ανάληψη από τον εργοδότη της δαπάνης (κόστους) αποζημιώσεως, που διαφορετικά αυτός (εργοδότης) δεν θα είχε (ΑΠ353/2019, ΑΠ 426/ 2016, ΑΠ 2058 /2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής, κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσελήφθησαν από το εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στις 4-1-1985 ο πρώτος και στις 12-3-1984 ο δεύτερος, για να απασχοληθούν σε αυτό με την ειδικότητα του λαντζέρη.
Με την άνω ειδικότητα συνέχισαν να εργάζονται στο εναγόμενο και μετά τη λήξη του χρόνου διάρκειας (τριών και δύο μηνών, αντίστοιχα) των συμβάσεών τους, οι οποίες έτσι μετατράπηκαν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τούτο δε επιβεβαιώθηκε και με τις από 9-2-2007 συναφθείσες μεταξύ αυτών και του εναγομένου συμβάσεις εργασίας, δυνάμει των οποίων παρείχαν έκτοτε την εργασία τους στο τελευταίο, με την ειδικότητα του βοηθού μαγείρων ο πρώτος και του μάγειρα ο δεύτερος.
Στις 10-10-2012 ο πρώτος των εναγόντων και στις 19-10-2012 ο δεύτερος, υπέβαλαν προς τον εργοδότη τους εναγόμενο έγγραφη δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης από την υπηρεσία τους, προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν με μειωμένη σύνταξη γήρατος, γνωστοποιώντας σε αυτό ότι η αποχώρησή τους θα λάμβανε χώρα στις 23-10-2012 και 7-11- 2012, αντίστοιχα.
Κατά την αποχώρησή τους οι ενάγοντες είχαν συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία στο εναγόμενο, καθώς και τις προϋποθέσεις για λήψη μειωμένης σύνταξης γήρατος από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ήταν δε και επικουρικά σφαλισμένοι στο ΕΤΕΑΜ. Ισχυρίζονται δε αυτοί (ενάγοντες), με την ένδικη αγωγή, ότι το εναγόμενο αποδέχθηκε το παραπάνω αίτημά τους και τους χορήγησε προσυνταξιοδοτηκή βεβαίωση, την οποία υπέβαλαν στη συνέχεια στον ως άνω ασφαλιστικό Οργανισμό (κύριο και επικουρικό).
Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες αποχώρησαν από την υπηρεσία τους με την συγκατάθεση του εναγομένου εργοδότη τους, ώστε να δικαιούνται την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ.α του ν.3198/1955 αποζημίωση. Ειδικότερα, δεν υπήρξε ρητή και έγγραφη συναίνεση του εναγομένου, εσφαλμένα δε οι ενάγοντες υπολαμβάνουν ως τέτοια τη χορήγηση από το τελευταίο σ' αυτούς προδιατυπωμένων εντύπων κειμένων για την υποβολή της παραίτησής τους και υπευθύνων δηλώσεών του περί του χρόνου εργασίας τους, τούτο δε διότι η συναίνεση του εργοδότη, η οποία συνιστά συμφωνία, πρέπει να χορηγηθεί, έστω και σιωπηρά, πριν από και όχι ταυτόχρονα με την αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του, διότι διαφορετικά δεν συνιστά συγκατάθεση, αλλά αναγκαστική αποδοχή του δικαιώματος του μισθωτού να καταγγείλει ο ίδιος την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας του και μάλιστα άτυπα, όπως είχε εκ του νόμου δικαίωμα.
Το εναγόμενο όμως ουδόλως, πριν την υποβολή της παραίτησης εκ μέρους των εναγόντων (προφανώς από παραδρομή αναγράφεται των εναγομένων) συναίνεσε ρητά ή σιωπηρά στην αποχώρηση των τελευταίων, ώστε να πληρούται η αναγκαία εν προκειμένω προϋπόθεση για τη λήψη της προβλεπόμενης από την παραπάνω διάταξη αποζημιώσεως, δηλαδή η ύπαρξη συγκατάθεσης του εναγομένου, ρητής ή σιωπηρής, υπό την έννοια της σαφούς και αναμφίβολης.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο διέπεται από κανονισμό, ούτε άλλωστε οι ενάγοντες ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, με τον οποίο έχει δώσει νωρίτερα τη συγκατάθεσή του στην αποχώρηση των μισθωτών.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε η συγκατάθεση του εναγομένου στην αποχώρηση των εναγόντων, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης σε αυτούς της αιτούμενης μειωμένης, κατά το άρθρο 8 εδ.α του ν.3198/1955 αποζημίωσης, που ζητούν με την αγωγή τους, η οποία συνακόλουθα, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.α του ν.3198/1955,την οποία δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης σιωπηρής συγκατάθεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, υπό την έννοια της σαφούς και αναμφίβολης συγκατάθεσης πριν την αποχώρηση των εναγόντων μισθωτών.
Τούτο διότι, ενώ δέχθηκε: α) ως προς τον πρώτο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα ότι από τις 10-10- 2012,οπότε αυτός υπέβαλε προς το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο έγγραφη δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης από την υπηρεσία του, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί με μειωμένη σύνταξη γήρατος, γνωστοποιώντας σε αυτό ότι η αποχώρηση του θα ελάμβανε χώρα στις 23-10-2012, και β) ως προς τον δεύτερο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα ότι από τις 19-10-2012,οπότε αυτός υπέβαλε προς το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο έγγραφη δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης από την υπηρεσία του, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί με μειωμένη σύνταξη γήρατος, γνωστοποιώντας σε αυτό ότι η αποχώρηση του θα ελάμβανε χώρα στις 7-10-2012, καθώς και ότι μεσολάβησε για μεν τον πρώτο χρονικό διάστημα 13 ημερών από τη δήλωση αποχώρησης του (10-10-2012) μέχρι την 23-10-2012,που επήλθαν τα αποτελέσματα αυτής, για δε το δεύτερο χρονικό διάστημα 19 ημερών από τη δήλωση αποχώρησής του (19-10-2012) μέχρι την 7-11-2012, που επήλθαν τα αποτελέσματα αυτής, χωρίς να προβληθεί από το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείβλητο εναντίωση στις δηλώσεις αποχώρησης των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, θεώρησε ότι η μη εναντίωση για το χρονικό διάστημα των 13 και 19 ημερών αντίστοιχα από τις δηλώσεις παραίτησης-αποχώρησης μέχρι τις αποχωρήσεις, δεν ήταν επαρκής για τη συναγωγή σιωπηρής συναίνεσης, σαφούς και αναμφίβολης, από την συμπεριφορά αυτή του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ενόψει των πραγματικών περιστατικών των συγκεκριμένων περιπτώσεων.
Η εν λόγω δε προϋπόθεση της συναίνεσης, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναφέρεται στο εκ του νόμου δικαίωμα του εργαζομένου να καταγγείλει τη σύμβαση, αλλά αφορά στην ανάληψη από τον εργοδότη της δαπάνης (κόστους)αποζημιώσεως του μισθωτού, που διαφορετικά αυτός (εργοδότης) δεν θα είχε. Το γεγονός όμως αυτό της μη εναντιώσεως του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα των 13 και 19 ημερών πριν την αποχώρησή τους στις παραπάνω δηλώσεις αποχώρησης των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων από την υπηρεσία τους, ήταν επαρκές για τη συναγωγή σιωπηρής μεν αλλά σαφούς και αναμφίβολης συναίνεσης αυτού στην αποχώρηση τους και τη λήψη από αυτούς της εκ του άρθρου 8 εδ.α τουν.3198/1955 αποζημίωσης.
Επίσης το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα πότε πρέπει να παρέχεται η προαναφερόμενη συγκατάθεση του εργοδότη στην αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του και συγκεκριμένα πριν τη δήλωση παραίτησης ή πριν την αποχώρηση του μισθωτού, δεχόμενο στη δεύτερη σελίδα του τέταρτου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης και δη στους στίχους 7,8,12,13,14,15 "...Ειδικότερα, δεν υπήρξε ρητή και έγγραφη συναίνεση του εναγομένου, τούτο δε διότι η συναίνεση του εργοδότη, η οποία συνιστά συμφωνία, πρέπει να χορηγηθεί, έστω και σιωπηρά, πριν από και όχι ταυτόχρονα με την αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του...".
Αντίθετα στους στίχους 20, 21, 22 της ίδιας σελίδας δέχεται "Το εναγόμενο όμως ουδόλως, πριν την υποβολή της παραίτησης των εναγόντων(από προφανή παραδρομή αναγράφεται των εναγομένων), συναίνεσε ρητά ή σιωπηρά στην αποχώρηση των τελευταίων...". Επομένως, πρέπει ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠΟΛΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρου 8εδ.α του ν.3198/1955 λόγω μη συναγωγής σιωπηρής συναίνεσης του εναγομένου στην αποχώρηση των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.α του ν.3198/1955 και υπέπεσε στην αποδιδόμενη σε αυτό πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠΟΛΔ., διότι δέχθηκε ότι η χορήγηση από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες των εγγράφων αιτήσεων παραίτησης αυτών καθώς και των προσυνταξιοδοτικών βεβαιώσεων για την υποβολή τους στους ασφαλιστικούς τους Οργανισμούς δεν υποδηλώνει σιωπηρή συγκατάθεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου στην αποχώρηση των εναγόντων και ήδη αναιρειόντων.
Όμως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο γιατί τα εν λόγω έγγραφα δόθηκαν προς άσκηση του εκ του νόμου δικαιώματος των εναγόντων μισθωτών να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας τους, ενώ ο εργοδότης δεν μπορεί να εξαναγκάσει τον εργαζόμενο να παραμείνει στην εργασία του.
Συνεπώς από τη χορήγηση των πιο πάνω εγγράφων δεν συνάγεται σιωπηρή συναίνεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου εργοδότη στην αποχώρηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και δη στην ανάληψη από αυτόν(εργοδότη) της δαπάνης της εκ του άρθρου 8 εδ. α του ν.3198/1955 αποζημίωσης των μισθωτών, που δηλώνουν αποχώρηση από την εργασία τους, εφόσον τα ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν στοιχεία (προϋποθέσεις) για την εφαρμογή της επίμαχης διάταξης, αλλά αιτιολογίες και επιχειρήματα του Δικαστηρίου, μετά από αξιολόγηση των οποίων το Δικαστήριο κατέληξε στην παραπάνω κρίση του ότι η χορήγηση των εν λόγω εγγράφων δεν υποδηλώνει συναίνεση (ΑΠ1436/2018). Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει στο σύνολο της την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του δεύτερου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.20 και του τρίτου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠΟΛΔ.
Μετά από αυτά, πρέπει να δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι χρειάζεται διευκρίνιση της υπόθεσης, κατά το ουσιαστικό μέρος της, πρέπει να παραπεμφθεί αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠΟΛΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ.176,183 ΚΠΟΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 1543/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ