1345/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1345/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αιτιάσεις αυτές υπό το ανωτέρω περιεχόμενο τους, υπό την επίφαση της ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικού ποινικού νόμου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και επομένως είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.
Full text
Απόφαση 1345 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1345/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Α. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανορρήγα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2292/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Α. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κοντόγγονα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ..../8-2-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 285/2016.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως αποτελούν, εκτός άλλων, η έλλειψη της απαιτούμενης, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, όταν στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση είτε της ελλείψεως αιτιολογίας, είτε της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικού ποινικού νόμου (υπό την μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως και εντεύθεν ελλείψεως νομίμου βάσεως) πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 2292/2015 απόφαση του, το μεν χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως της βαριάς μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης της παθούσης, για την οποίαν καταδικάσθηκε, παρότι ο συμφώνως προς το άρθρο 22 του ΠΚ προβληθείς υπ’ αυτού ισχυρισμός περί αμύνης κατά της εναντίον του επιθέσεως της τελευταίας, απεδείχθη κατά την ενώπιον του δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία, το δε ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 308 παρ.1 του ΠΚ, δέχθηκε (το δικαστήριο της ουσίας), ότι απεδείχθη από την αποδεικτική ενώπιον του διαδικασία ότι η εν λόγω παθούσα υπέστη βαριά σωματική βλάβη ως συνέπεια της σωματικής βλάβης, που αυτός (αναιρεσείων) της προκάλεσε, καθ’ όσον, όπως αποδείχθηκε, αυτή ουδεμία τοιαύτη βλάβη υπέστη, ουδέ υπέστη βαριά ή μακροχρόνια ασθένεια, ή ακρωτηριασμό ή ,παρεμποδίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα να χρησιμοποιεί το σώμα της ή την διάνοια της.
Οι αιτιάσεις αυτές υπό το ανωτέρω περιεχόμενο τους, υπό την επίφαση της ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικού ποινικού νόμου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και επομένως είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.
Κατά την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου.
Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ.
Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ.
Ε’ του ΚΠοινΔ, κατά την οποία σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις εξετάζεται από το εφετείο και εάν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο, κρίνεται δε η πολιτική αγωγή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.
Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου τούτου απόσβεση της σχετικής αξιώσεως λαμβάνεται υπ’ όψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό.
Τούτο δε διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενεργείας, αλλά ενεργεί κατ’ ένσταση του υπόχρεου.
Εφ’ όσον όμως, η ένσταση της παραγραφής, διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ’ αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητα της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και, συνακόλουθα, την μη δυνατότητα αυτής να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο, προς ικανοποίηση αξιώσεων της (ΑΠ 832/2008, ΑΠ 232/2008).
Η ένσταση αυτή, εφ’ όσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ), πρέπει να προβάλλεται, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή, στο ακροατήριο, το πρώτον, κατά τη συζήτηση στο εφετείο της υποθέσεως, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, εφ’ όσον δεν προβλήθηκε με λόγο της εφέσεως αυτού, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως (ΑΠ 753/2010, ΑΠ 832/2008, ΑΠ 1240/2007, η οποία έκρινε επί ενστάσεως παραγραφής της αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντος, που προβλήθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, απορρίφθηκε και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνισταμένη στο ότι κατά την 8-10-2014, που η παθούσα το πρώτον ενώπιον του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εδήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η εναντίον της αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δήλωση την οποία αυτή (παθούσα) επανέλαβε και την 30-4-2015 ενώπιον του κατ’ έφεσιν δικάσαντος δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είχε παρέλθει ο χρόνος της 5ετούς παραγραφής της αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, με αποτέλεσμα να υποκύψει σε παραγραφή και να μη νομιμοποιείται ενεργητικώς η πολιτικώς ενάγουσα να παραστεί στην ποινική διαδικασία.
Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά τόσον της πρωτόδικης, όσον και της προσβαλλομένης αποφάσεως, και επίσης από την υπ’ αριθμ. .../2014 έκθεση εφέσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε ένσταση παραγραφής της αξιώσεως αυτής για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγου παρόδου 5ετίας από της κατά την 27-10-2008, φερομένης ως ημερομηνίας τελέσεως της πράξεως υπέβαλε πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ο κατηγορούμενος, ούτε ζήτησε, εκ του λόγου αυτού, την αποβολή της πολιτικώς ενάγουσας από την ποινική διαδικασία, ούτε τέλος περιέλαβε τέτοιο ισχυρισμό στην έκθεση εφέσεως ως λόγο αυτής, πράγμα το οποίο άλλωστε ουδόλως αυτός ισχυρίζεται.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α’ σε συνδυασμό με 171 παρ.2 ΚΠΔ, ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (ΟλΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του.
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως, που σε περίπτωση αναγνωρίσεως της επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του αυτού Κώδικα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχείο Β’ του ιδίου Κώδικα.
Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση του, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία (πρακτικά) δεν διορθώθηκαν ούτε προσβάλλονται ως πλαστά και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά κατά το άρθρο 141 παρ.3 του ΚΠΔ, διαλαμβάνεται ότι μετά την πρόταση της εισαγγελέως της έδρας επί της ενοχής και την ακολούθως δόση του λόγου στην πολιτικώς ενάγουσα και την συνήγορο της, ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, μετά του οποίου ο τελευταίος παρίστατο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο αυτού (κατηγορουμένου) οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου "84 παρ. 2α’ και 2β’ ΠΚ".
Το αίτημα δε τούτο αυτός επανέλαβε και μετά την ακολούθως πρόταση της εισαγγελέως να απορριφθεί το αίτημα του αυτό. Όπως, όμως, προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί, οι οποίοι, σημειωτέον, στην συνέχεια και μέχρι πέρατος της δίκης δεν συμπληρώθηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο, όπως επίσης προκύπτει από τα αυτά πρακτικά της, ήταν παντελώς αόριστοι, αφού αναφέρονταν απλώς οι νομικές διατάξεις, που προβλέπουν τις εν λόγω ελαφρυντικές περιστάσεις χωρίς, επίσης παντελώς, να γίνεται επίκληση περιστατικών και επομένως, κατά τα προαναφερόμενα το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει.
Παρ’ όλα αυτά στους ισχυρισμούς αυτούς το δικαστήριο εκ περισσού απάντησε και τους απέρριψε με την ορθή αιτιολογία, ότι ήσαν αόριστοι και επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί δεν περιείχαν επίκληση πραγματικών περιστατικών που να τους θεμελιώνουν. Ως εκ τούτων και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη αρχή της παρούσης σκέψεως, ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη από 8-2-2016 δήλωση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό, και στη δικαστική δαπάνη της πολ.ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την επιδοθείσα την 8-2-2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. πρωτ: .../8-2-2016 από 8-2-2016 δήλωση του Π. Α. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2292/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Αυγούστου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ