1345/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1345/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): αλλά ήταν δάσος επί τουρκοκρατίας... και ο απώτατος δικαιοπάροχός τους Α. Α. το είχε αποκτήσει μαζί με άλλα ακίνητα στη θέση "..." από το έτος 1870 εξ αγοράς από τον Ι. Τ., όπως αναγράφεται στα αναφερόμενα συμβόλαια". Με βάση τους λόγους αυτούς ζητείται στο αιτητικό του ίδιου δικογράφου να γίνει δεκτή η έφεση και "να ακυρωθεί και εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή τους", που είχε απορριφθεί με την εκκαλούμενη απόφαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1345 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1345/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Των αναιρεσίβλητων: 1.Ι. Α. του Γ. και 2.Γ. Α. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Περάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 267/2013 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-4-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος ανέγνωσε την από 6-10-2015 έκθεσή του με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης .
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το άρθρο 520 ΚΠολΔ., το έγγραφο της εφέσεως (εφετήριο) πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία, και τους λόγους εφέσεως. Οι τελευταίοι συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα.
Τούτο δε διότι το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ.), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
α' του ίδιου Κώδικα, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως '' πράγματα '', κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 94/2008), γιατί αυτά ανήκουν στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1587/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο ότι "από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο, κατά την κρίσιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κρητικού Αστικού Κώδικα, χρονική περίοδο και συγκεκριμένα από το έτος 1870 μέχρι το 1965 και στη συνέχεια ο πρώτος εκκαλών μέχρι το έτος 2001, που το μεταβίβασε στο δεύτερο, ασκώντας χωρίς διακοπή τις προαναφερθείσες υλικές πράξεις (καλλιέργεια κλπ) και κατέστησαν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία".
Η ως άνω εκτίμηση, όμως, του Εφετείου, η οποία έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον οδήγησε στην αποδοχή της έφεσης και της αγωγής, προέκυψε χωρίς να έχει υποβληθεί αντίστοιχος λόγος έφεσης και παράπονο κατά της εκκαλουμένης με το δικόγραφο της έφεσης των αναιρεσίβλητων. Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης έφεσης, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σ' αυτό διαλαμβάνεται ως λόγοι έφεσης η αιτίαση ότι " η εκκαλούμενη απόφαση 164/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων ύστερα από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την αγωγή μας, ενώ, αν τις εκτιμούσε ορθά, θα την έκανε δεκτή, αφού εμείς με τα συμβόλαια, που προσκομίσαμε και τους μάρτυρες, που εξετάσαμε, αποδείξαμε πλήρως ότι η επίδικη έκταση δεν ήταν δασική κατά τη διάρκεια του Οθωμανικού Κράτους, το οποίο διαδέχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, όπως ισχυρίσθηκε το τελευταίο στις πρωτόδικες προτάσεις του, ...
αλλά ήταν δάσος επί τουρκοκρατίας... και ο απώτατος δικαιοπάροχός τους Α. Α. το είχε αποκτήσει μαζί με άλλα ακίνητα στη θέση "..." από το έτος 1870 εξ αγοράς από τον Ι. Τ., όπως αναγράφεται στα αναφερόμενα συμβόλαια". Με βάση τους λόγους αυτούς ζητείται στο αιτητικό του ίδιου δικογράφου να γίνει δεκτή η έφεση και "να ακυρωθεί και εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή τους", που είχε απορριφθεί με την εκκαλούμενη απόφαση.
Το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη τους ως άνω προβληθέντες λόγους έφεσης, που είναι ορισμένοι, αφού προσδιορίζεται, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, μ' αυτούς η πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων, και που συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης αναφερόμενες σε πραγματικά περιστατικά που εχώρησε εσφαλμένη εκτίμηση του Δικαστηρίου και σε ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και είναι λυσιτελείς, αφού σε περίπτωση αποδοχής της έφεσης επέρχεται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ακολούθως δέχθηκε την έφεση και κατ' ουσίαν. 'Ετσι, το Εφετείο, που δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της έφεσης εξαιτίας της επικαλούμενης παραπάνω αοριστίας των λόγων της έφεσης δεν δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ. και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 520 παρ.1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.
Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ.) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 102/2010, ΑΠ 824/2007).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι οι τρίτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης των αναιρεσίβλητων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους, ήταν απορριπτέοι ως αόριστοι, γιατί στον μεν τρίτο δεν εξειδικεύεται πώς έπρεπε να είχε αξιολογήσει τις καταθέσεις των μαρτύρων των εκκαλούντων καθώς και τα προσκομισθέντα συμβόλαια το δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων, στο δε πέμπτο δεν εκτίθεται τι θα εκτιμούσε η εκκαλουμένη εάν δεν έσφαλλε κατά την εκτίμηση των υπ' αριθ. 25/2005 και 41/2005 αποφάσεων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας, αντιστοίχως, Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων, και παρά το νόμο δεν απορρίφθηκαν λόγω της αοριστίας τους από το Εφετείο, όπως πρότεινε το αναιρεσείον.
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 29-7-2010 έφεσης των ήδη αναιρεσίβλητων, κατά της υπ' αριθ. 164/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, προβλήθηκαν με αυτήν λόγοι συνιστάμενοι στην αιτίαση ότι συνεπεία κακής εκτίμησης των αποδείξεων η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 23-1-2009 αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να την κάνει δεκτή, ζητώντας γι' αυτό την εξαφάνισή της ώστε να αναγνωριστεί η επικαρπία του πρώτου ενάγοντος και η ψιλή κυριότητα του δεύτερου ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου.
Με τους λόγους αυτούς της έφεσης πλήττεται, καίτοι συνοπτικώς, κατά τρόπο όμως σαφή και ορισμένο, η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Επομένως, οι προβληθέντες πιο πάνω λόγοι έφεσης ήταν ορισμένοι, αφού προσδιοριζόταν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με αυτούς η πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να χρειάζεται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα και συνακόλουθα το Εφετείο, που δεν κήρυξε απαράδεκτους εξαιτίας της επικαλούμενης παραπάνω αοριστίας των ως άνω δύο λόγων της έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.- Κατά το άρθρο 3 του ν. της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) του Οθωμανικού Κράτους περί γαιών, δημόσιες γαίες ήσαν, πλην άλλων, τα δάση και τα παρόμοια, ρητά δε οριζόταν ότι οι δημόσιες αυτές γαίες ανήκαν στο Δημόσιο και παραχωρούνταν (Ιχαλέ σε τεσφής) από την Κυβέρνηση.
Με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε, ότι στις νέες χώρες που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρο, Κρήτη, νήσους του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία.
Διατηρούνται όμως εν ισχύϊ αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμεναις χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτός περιορισμός της ισχύος του νόμου περί γαιών μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια.
Εξάλλου, ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, ο οποίος έχει εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, διέλαβε εις μεν το άρθρο 293 ότι: "ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητον δυνάμει τίτλου κατά τους νομίμους τόπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής", εις δε το άρθρο 295 ότι "ο επί είκοσι συνεχή έτη νεμόμενος ακίνητο κτήται την κυριότητα αυτού".
Μετά τις διατάξεις αυτές, που και οι δύο αφορούν, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κώδικος τούτου χρησικτησία που άρχισε και συμπληρώθηκε από το κράτος της ισχύος αυτού (Κρητ. Αστ. Κωδ.), προς το σκοπό όπως χρησιμοποιηθεί για τη χρησικτησία και ο προ της ισχύος του διαρρεύσας χρόνος νομής δια του άρθρου 1356 όρισε ότι "ο χρόνος της χρησικτησίας άρχεται αφ' ης υπήρξαν πάντα τα προς αυτήν απαιτούμενα υπ' αυτού προσόντα, εάν όμως κατά την έναρξη της ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο προς χρησικτησίαν χρόνος ή υπολείπεται προς συμπλήρωσιν αυτού χρονικόν διάστημα έλασσον της πενταετίας η κυριότης δεν αποκτάται πριν παρέλθωσι πέντε από της ισχύος του νόμου έτη", εν συνεχεία δε δια του επόμενου άρθρου 1357 όρισε ότι "η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής συνεχής νομή προς απόκτησιν κυριότητος λογίζεται αφ' ης ημέρας ήρξατο, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νομήν", θέσας ούτως, προκειμένου περί της εκτάκτου κατά το άρθρο 295 χρησικτησίας, ως όρον - προϋπόθεση δια την, κατά την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 1356, χρησιμοποίηση του διαδραμόντος χρόνου της προαρξάμενης νομής την ύπαρξη και εξακολούθηση αυτής (νομής) κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος αυτού (Κρητ.
Αστ. Κωδ.). Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικος (Κρητ. Αστ. Κωδ.) προκύπτει, ότι επί εκτάκτου χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, επί τακτικής δε ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση της χρησικτησίας, τον χρόνο νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλο, μεταγραφή του και καλή πίστη) του δικαιοπαρόχου του, από δε τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου Κώδικος προκύπτει, ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτήν, τα δημόσια κτήματα.
Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι της ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν.
ΔΞΗ'/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν εις την Κρήτη από 11.5.1915. Ενόψει της με τις ως άνω διατάξεις του τεθέντος εις ισχύν την 23.7.1904 Κρητ. ΑΚ και τις λοιπές ως άνω διατάξεις καθιερούμενης ρυθμίσεως και παρότι εις το Οθωμανικό δίκαιο, που ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι τον, κατά τα άνω, χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός ΑΚ (23.7.1904) ήταν άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας, επί δημοσίου κτήματος στην Κρήτη ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία συμπληρούμενη μόνο μέχρι 11.5.1915, δια συνυπολογισμού, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι 15 ετών το πολύ χρόνου νομής προ του χρόνου έναρξης ισχύος του Κρητ.
ΑΚ (23.7.1904), προκειμένου δε περί τακτικής δια συνυπολογισμού και μέχρι πέντε ετών το πολύ με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη) νομής προ του κατά τα άνω χρόνου έναρξης ισχύος του Κρητ. Α.Κ. (Α.Π. 485/2014, Α.Π. 572/2001). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 8452/6-12-2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ14/2008), κηρύχθηκε αναδασωτέα ως καμένη δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 65512 τ.μ., στην περιοχή "Αργουλιδές" του Δήμου Ακρωτηρίου, η οποία σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, συνορεύει με δασικές και γεωργικές" εκτάσεις, προκειμένου να διατηρηθεί ο δασικός χαρακτήρας της έκτασης και να αποκατασταθεί με φυσική αναγέννηση ή τεχνητή αναδάσωση η καμένη δασική βλάστηση.
Εντός της ανωτέρω κηρυχθείσας ως αναδασωτέας έκτασης περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 22497,18 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." εκτός του οικισμού Αργουλιδές Δήμου Ακρωτηρίου, το όποιο συνορεύει βόρεια και νότια με ακίνητο επικαρπίας του πρώτου ενάγοντος και ψιλής κυριότητας του δεύτερου, ανατολικά με ιδιοκτησία Α.
Τ. και κληρονόμων Ι. Μ. και δυτικά με αγροτικό δρόμο. Δυνάμει του με αρ. .../9-2-2001 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Δήμητρας Λαμπαθάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα του επίδικου στο δεύτερο ενάγοντα (γιο του), παρακράτησε δε την επικαρπία του.
Στον πρώτο ενάγοντα είχε περιέλθει το έτος 1965 από άτυπη δωρεά του πατέρα του Γ. Ι. Α., στον τελευταίο δε περιήλθε το έτος 1944 από άτυπη δωρεά του πατέρα του Ι. Α. του Α., στον τελευταίο περιήλθε το έτος 1900 από άτυπη δωρεά του πάτερά του Α. Γ. Α. και τέλος στον τελευταίο (Α. Α.) περιήλθε το έτος 1870 μαζί με αλλά ακίνητα εξ αγοράς από τον Ι.
Τ.. Από το έτος 1870 και εφεξής οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων νεμόταν το επίδικο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής και συγκεκριμένα καλλιεργούσαν με τα υπάρχοντα τότε μέσα καλλιέργειας, όπως ήταν το ζωήλατο ξύλινο άροτρο, κάποια μεμονωμένα τμήματα αυτού, που ήταν αναβαθμίδες (πεζούλες) τα όποια έσπερναν με βρώμη, κουκιά, ψαρές και αλλά δημητριακά, ενόψει του ότι στο ακίνητο επικρατούσε ο βραχώδης χαρακτήρας, αλώνιζαν στο αλώνι, που υπήρχε εντός αυτού, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο έκοβαν και έκαιγαν τη φυόμενη φρυγανώδη βλάστηση σε καμίνι που βρίσκεται στην ευρύτερη έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο και ακόμα μεταγενέστερα το ενοικίαζαν σε βοσκούς, όπως στο Β.
Λ. και Β. Α., μέχρι το έτος 1958, οπότε ο τότε κύριος του Γ. Α. (πατέρας του πρώτου ενάγοντος) το εγκατέλειψε και έφυγε στην Αθήνα. Λόγω της εγκατάλειψης του φύτρωσαν σ' αυτό διάφορα φρυγανώδη και θαμνώδη φυτά, όπως σχίνοι, αχοινοπόδια, αστοιβίδες, ρίκια και θυμάρια. Συμφώνα με την από 22-1-2010 έκθεση αυτοψίας της δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών Χανίων Α.
Σ., το έδαφος του επίδικου είναι αβαθές με βραχώδεις εξάρσεις, η κλίση του είναι ομαλή και η έκθεση που επικρατεί ως προς τον ορίζοντα είναι ακαθόριστη, κατά το χρόνο της αυτοψίας εμφανίζει νεκρά θαμνώδη βλάστηση λόγω πυρκαγιάς, ενώ τα είδη που φύονται στην ευρύτερη περιοχή είναι θαμνώδης βλάστηση από ασπάλαθο, ρείκι και σχίνο σε ποσοστό 50% και φρυγανώδης βλάστηση των ειδών αστιβίδας και θυμαριού σε ποσοστό 30%.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το με αρ. 1048/2-2- 2010έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερείας Κρήτης και με τη με αρ. 303/21-1-2010 έκθεση φωτοερμηνείας της ίδιας δασολόγου, το έτος 1945 και 1969 η επίδικη έκταση εμφανίζεται με θαμνώδη βλάστηση σε ποσοστό 50- 60% και φρυγανώδη σε ποσοστό 20-30%. Σύμφωνα με τα παραπάνω κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος στην Κρήτη του Κρητικού ΑΚ στις 23-7-1904 ο Ι.
Α. του Α. (παππούς του πρώτου ενάγοντα) βρισκόταν στη νομή του επίδικου ακινήτου ήδη πλέον των 34 συναπτών ετών, με δεδομένο ότι το Οθωμανικό δίκαιο, που ίσχυε στην Κρήτη πριν τον ΑΚ, δεν αναγνώριζε τον θεσμό της χρησικτησίας, αυτός απέκτησε την κυριότητα μόλις στις 23-7-1909, οπότε και παρήλθε το χρονικό διάστημα των πέντε ετών, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1356 και 1357 του Κρητικού ΑΚ, έπρεπε να παρέλθει από την ισχύ του προκειμένου να καταστεί κύριος αυτού.
Το εναγόμενο ήδη εφεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο) ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ήταν δασική έκταση από την εποχή της Τουρκοκρατίας και ως δασική έκταση ανήκε επί μεν της Τουρκοκρατίας στο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του άρθρου 3 του νομού περί γαιών, μετά δε την απελευθέρωση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του κατακτητή, δυνάμει της από 1/14-11-1913 Συμβάσεως Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας.
Αναφορικά με τον χαρακτήρα του επίδικου ως γεωργικού ή δασικού, αποδείχθηκε ότι αυτό δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση κατά την διάρκεια της Τουρκικής κατοχής στην Κρήτη, αλλά αγρός που εξουσιαζόταν από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, οι όποιοι απέκτησαν την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, όπως τούτο προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες με αρ. .../1900, .../1906 και .../1906 συμβόλαια των τότε συμβολαιογράφων Χανίων Ιωάννου Γιάνναρη, Ιωάννου Κουφάκη με τα όποια ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Α.
Α. μεταβίβασε στις κόρες του Δ., Μ. και Α. ακίνητα στην ίδια περιοχή στη θέση "..." όμορα με το επίδικο και με αναγραφόμενο στα συμβόλαια αυτά όριο τον Ι. Α. Α.. Μάλιστα στο με αρ. .../1906 συμβόλαιο αναγράφεται ότι ο μεταβιβάζων Α. Α. έχει στην κατοχή και κυριότητά του από αγορά από τον Ι. Τ. τα περιγραφόμενα σ' αυτό ακίνητα, που μεταβίβασε στην κόρη του Μ., μεταξύ των οποίων και ένα στη θέση "..." 25 περίπου κιλών ήμερο και άγριο αγρό με ότι περιέχει.
Αναφορικά με τον χαρακτήρα του επίδικου ως καλλιεργήσιμου αγρού, σε αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από την ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1969, καθώς τούτο από μόνο του δεν αναιρεί το δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, ούτε την από μέρους τους άσκηση των προαναφερθέντων υλικών διακατοχικών πράξεων νομής διανοία κυρίου.
Η αναφερόμενη στην ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας θαμνώδης και φρυγανώδης δασική βλάστηση οφείλεται προφανώς σε πρόσκαιρη εγκατάλειψη της καλλιέργειάς του κατά τα χρόνια του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και της Γερμανικής Κατοχής και συνεπώς δεν αρκεί για να προσδώσει στο επίδικο δασικό χαρακτήρα. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το ως άνω αποδειχθέν γεγονός της ύπαρξης αλωνίου εντός του επιδίκου και καμινίου εκτός του επίδικου αλλά εντός της ευρύτερης έκτασης στη θέση "...", τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, γεγονός που υποδηλώνει καλλιέργεια και εκμετάλλευση της γης, κατά τον ακολουθούμενο τότε τρόπο.
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι άλλα ακίνητα πολύ κοντινά στο επίδικο είχαν χαρακτηριστεί ως γεωργικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις. Συγκεκριμένα με τη με αρ. 25/2005 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων, που εκδόθηκε ύστερα από προσφυγή της οικογένειας Μπασιά, έκταση 4800,80 τμ στη θέση "Δίπορτο" Αργουλιδές χαρακτηρίστηκε ως γεωργική, με την με αρ. 41/2005 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, που εκδόθηκε ύστερα από προσφυγή της οικογένειας Μ., έκταση 134.534,70 τμ στη θέση "..." Αργουλιδές χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική και με τη με αρ. 4078/2010 πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών, έκταση 4595,76 τμ στη θέση "..." χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική.
Αβάσιμα επομένως το εναγόμενο προβάλλει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο, ισχυριζόμενο ότι αυτό ήταν από την εποχή της Τουρκοκρατίας δασική έκταση, η οποία μετά την απελευθέρωση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του κατακτητή, δυνάμει της προαναφερθείσας συνθήκης του 1913, αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ήταν αγρός, που εξουσιαζόταν από ιδιώτες.
Οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων που νεμήθηκαν αυτό από το έτος 1870 μέχρι το 1965 και στη συνέχεια ο πρώτος ενάγων μέχρι το έτος 2001, που το μεταβίβασε στο δεύτερο, ασκώντας χωρίς διακοπή της προαναφερθείσες υλικές διακατοχικές πράξεις, έγιναν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Με δεδομένο ότι το Οθωμανικό Δίκαιο που ίσχυε τότε στην Κρήτη δεν αναγνώριζε το θεσμό της χρησικτησίας, οι ως άνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 302, 237, 295, 296, 299 και 302 του Κρητικού ΑΚ, μόλις στις 23-7-1909, οπότε και παρήλθε το χρονικό διάστημα των πέντε ετών, το όποιο σύμφωνα με τα άρθρα αυτού 1356 και 1357 έπρεπε να παρέλθει από την ισχύ του Κώδικα (23-7-1904) προκειμένου να καταστούν κύριοι αυτού".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμη την έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων εναγόντων κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσία, δέχθηκε την ένδικη από 23-1-2009 (και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37/26-1-2009) αναγνωριστική κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή τους και αναγνώρισε τον πρώτο επικαρπωτή και το δεύτερο ψιλό κύριο του επίδικου ακινήτου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα του δασικού ή μη χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, ενόψει της αμφισβήτησης της άνω κυριότητας από το αναιρεσείον, το οποίο με τις πρωτόδικες προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι αυτό κατέστη κύριο της επίδικης έκτασης, που ήταν δασική έκταση από την εποχή της τουρκοκρατίας, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει στην απόφασή του νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν ως προς το ίδιο ουσιώδες ζήτημα επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα χαρακτηριστικά στοιχεία του επίδικου ακινήτου ως καλλιεργήσιμου αγρού εξουσιαζόμενου από ιδιώτες, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους τρίτο και τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ.1 του άρθρου 559 με εσφαλμένη εφαρμογή, καθώς και την από του αρ.19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Τέλος, το Εφετείο, όπως από την απόφασή του προκύπτει, δέχεται, ως προκύψαν από τις αποδείξεις (μάρτυρες, έγγραφα), ότι το επίδικο ακίνητο κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατοχής στην Κρήτη δεν ήταν δασική έκτασή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά καλλιεργήσιμος αγρός, που εξουσιαζόταν από ιδιώτες, δηλαδή δέχεται σαφώς, αναφορικά με το χαρακτήρα του επιδίκου, ως γεωργικού ή δασικού, ότι αυτό δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα αλλά αγρός που εξουσιαζόταν από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των ήδη αναιρεσίβλητων, κατόπιν αποδείξεως των αναγκαίων περιστατικών και όχι συνεπεία πιθανολογήσεως μόνο αυτών, όπως συνάγεται εκ του διαληφθέντος ως άνω περιεχομένου της αποφάσεως και παρά τη σχετική διατύπωση σ' αυτήν ("προφανώς"), από την οποία (διατύπωση) δεν αλλοιώνεται το δεκτό γενόμενο περί πλήρους αποδείξεως.
Επομένως, ο τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το συμπέρασμα αυτής από την εκτίμηση της αναφερόμενης στην ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1969, ότι δηλαδή η θαμνώδης και φρυγανώδης δασική βλάστηση οφείλεται προφανώς σε πρόσκαιρη εγκατάλειψη της καλλιέργειάς του κατά τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και της γερμανικής κατοχής και συνεπώς δεν αρκεί για να προσδώσει στο επίδικο δασικό χαρακτήρα, δεν στηρίζεται σε υποθετικό γεγονός, αλλά γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξακολούθηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 (ΑΠ 1174/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-04-2015 αίτηση του Ελληνικού δημοσίου κατά των Ι. Α. του Γ. και Γ. Α. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 267/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ