Legislator Case Law & Legislation
1345/2014 AI generated

1345/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1345/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1345/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, στο άρθρο 98 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α) ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους καθώς και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό ... 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει ...".

Keywords

AI generated
payment of benefits unemployment benefits overpayment suspension of benefits decisions relating to emoluments monthly pay unemployment benefits of directors
AI generated
1239/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
409/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
712/2018
Υπόκεινται προς κρίση η από 24-5-2016 με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 9-6-2016 με αριθμό κατάθεσης ...-6-2016 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Μ. Ά. και λοιπών (81 συνολικά), κατά της 5040/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες από 3-2-2014 εφέσεως κατά της 316/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-4-2010 με αριθμό κατάθεσης ...9-2-2011 αγωγής.
25/2014
Δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο συμβαίνει όταν στην νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση.
1531/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1345 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1345/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Φιλοθέης - Ψυχικού", που εδρεύει στο Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμανλή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Β., κατοίκου ... και 2) Ά. Δ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαθιουδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-5-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1984/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6403/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-4-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 1-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 16-4-2012 αίτησης, για αναίρεση της 6403/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την "παράβαση νόμου", δηλαδή τη ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο καταλαμβάνει και την κρίση, που εξέφερε το αρμόδιο δικαστήριο για κάθε έννομη σχέση, εφόσον η κρίση αυτή ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως, ασχέτως προς την πληρότητα ή όχι της γενόμενης διερευνήσεως των πραγματικών προϋποθέσεων της εν λόγω έννομης σχέσεως, ως εκ της εννοίας, ακριβώς, του δεδικασμένου, το οποίο καλύπτει και τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως, εκ της οποίας παράγεται, ενώ κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (Ολ.ΑΠ 959/ 1985).

Εξ άλλου, στο άρθρο 98 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α) ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους καθώς και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό ... 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει ...".

Με το άρθρο 17 του π.δ. 774/ 1980 "Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου" (ΦΕΚ Α' 189) ορίζεται ότι: "1. Το Ελεγκτικόν Συνέδριον α) ... β) Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον των δαπανών του Κράτους, ως και των δι` ειδικών νόμων εις τον έλεγχο αυτού υπαγομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου επί τω τέλει της βεβαιώσεως ότι υπάρχει διά ταύτας νομίμως κεχορηγημένη πίστωσις και ότι κατά την πραγματοποίησιν τούτων ετηρήθησαν οι διατάξεις του κώδικος "περί δημοσίου λογιστικού" και παντός άλλου νόμου ή διατάγματος ή κανονιστικής αποφάσεως ... 3.

Κατά τον υπό του Συνεδρίου ασκούμενον έλεγχον επιτρέπεται η εξέτασις και των παρεμπιπτόντως αναφυομένων ζητημάτων, επιφυλασσομένων των περί δεδικασμένου διατάξεων ...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας των δαπανών, το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει, όταν απαιτείται, και την, για την πραγματοποίηση της δαπάνης, ύπαρξη δικαιώματος του δανειστή (πιστωτή) του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.

και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. Εφόσον όμως για το ως άνω δικαίωμα υπάρχει δεδικασμένο από απόφαση αρμόδιου δικαστηρίου το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται από αυτό. Η ισχύς του δεδικασμένου στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αποτέλεσμα της αυθεντικής διαγνώσεως της απαιτήσεως κατά το νόμιμο και ουσία βάσιμο αυτής που προηγείται με τη δικαστική απόφαση.

Ως εκ τούτου όταν το, κατά τον έλεγχο της δαπάνης, παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα έχει αποτελέσει περιεχόμενο τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, το Ελεγκτικό Συνέδριο, δεσμευόμενο απ' αυτή, πρέπει να συμμορφωθεί με αυτή και δεν δικαιούται να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας ή μη της διαγνωσθείσας με την απόφαση έννομης συνέπειας, αφού ο έλεγχος της ορθότητας ή μη της αποφάσεως δεν συνιστά παρεμπίπτον ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 3 του π.δ. 774/1980.

Στην περίπτωση αυτή, η τελεσίδικη απόφαση, στην οποία στηρίζεται το δικαίωμα του φερόμενου ως δικαιούχου της δαπάνης για την πραγματοποίησή της, αποτελεί νόμιμο και πλήρες δικαιολογητικό της απαιτήσεώς του σε βάρος του υποχρέου (Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.) (Ολ.ΕΣ 17-2/2010). Άλλωστε η δεσμευτική ενέργεια που προσδίδεται από το νόμο στο περιεχόμενο της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως (δεδικασμένο) παράγεται και από τη μη ορθή, άδικη ή παράνομη απόφαση.

Συναφώς, το δεδικασμένο καλύπτει τόσο τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή τις τυπικής φύσεως προϋποθέσεις που ανάγονται στην τηρητέα διαδικασία προς διαπίστωση της υπάρξεως του δικαιώματος, όσο και τις αναγόμενες στο βάσιμο της αγωγής ουσιαστικής φύσεως προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ύπαρξη και το περιεχόμενο του ουσιαστικού δικαιώματος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 3 του Συντάγματος και 1 στοιχ. α` του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και, γενικότερα, σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών.

Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα της έννομης σχέσεως, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι της πράξεως, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. Η νομιμότητα της πράξεως αυτής ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφ` όσον δεν υπάρχει περί αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου παράγουσα δεδικασμένο.

Από τη ρηθείσα διάταξη και εκείνη του άρθρου 95 του Συντάγματος προκύπτει ευθέως ότι η δικαστική αρμοδιότητα κρίνεται από τη φύση της διαφοράς, την οποία δεν μπορεί να μεταβάλει ο νομοθέτης και, σε συνάρτηση με τη θεμελιώδη αυτή αρχή, ότι η κατά νομοθετική πρόβλεψη, παρεμβολή ενδεχομένως της διοικήσεως δεν μεταβάλλει τη φύση της διαφοράς, για την οποία η δικαιοδοτική αρμοδιότητα παραμένει αδιατάρακτη, προσδιοριζόμενη αποκλειστικά από το χαρακτήρα της υποκείμενης σχέσεως (Α.Ε.Δ. 5, 8, 10, 39/1989, 20/1990, 85/ 1991, 3/2004, Ολ.Σ.τ.Ε. 1303/1997).

Συνακόλουθα, οι διαφορές που ανακύπτουν από υποκείμενη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια και οσάκις παρεμβάλλεται πράξη της διοικήσεως (Α.Ε.Δ. 10/1989, Σ.τ.Ε. 1894/2005, 2691/ 2005 κ.ά.), αφού χωρίς υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου δεν είναι δυνατό να ανακύψει αρμοδιότητα της διοικητικής δικαιοδοσίας.

Εξάλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομων σχέσεων και καταστάσεων αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας και δεν χωρεί σ` αυτό επέμβαση του νομοθέτη. Αυτό ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις που προσδίδεται ορισμένος νομικός χαρακτηρισμός βάσει νόμου, αφού χωρίς τον ελεύθερο νομικό χαρακτηρισμό συμβατικών σχέσεων, καταστάσεων, παροχών κ.λ.π., τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιτελέσουν την ανατεθειμένη σ` αυτά από το Σύνταγμα λειτουργία (άρθρ. 87 παρ. 2 Συντ.) κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (Α.Ε.Δ. 3/2001, Ολ.ΑΠ 18/2006).

Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006, ΑΠ 79/ 2013). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε, να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004 από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: 1 περ.

α` "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση", 2. "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κειμένη νομοθεσία ...", 3. "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων".

Η κατά τ` ανωτέρω προβλεπόμενη διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του Α.Σ.Ε.Π. για τη "μετατροπή" των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν αποκλείει ούτε είναι δυνατόν ν` αποκλείσει το δικαίωμα των εργαζομένων να προσφύγουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 26, 94 και 95 του Συντάγματος, στα πολιτικά δικαστήρια, επιδιώκοντας την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της συμβατικής εργασιακής σχέσης τους, ο ορθός χαρακτηρισμός της οποίας, όπως ήδη προεκτέθηκε, αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας (Ολ.ΑΠ 18/2006, Ολ.ΕΣ 17-2/2010).

Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες (σημ: εδώ αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο (σημ: εδώ ήδη αναιρεσείοντα) ... στις 20-7-1997 η πρώτη και στις 24-7-2003 ο δεύτερος με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν "ορισμένου χρόνου" διάρκειας οκτώ (8) μηνών, προκειμένου να απασχοληθούν, ως διοικητική υπάλληλος η πρώτη και ως οδηγός απορριματοφόρων αυτοκινήτων ο δεύτερος, οι συμβάσεις τους δε αυτές μετά τη λήξη τους ανανεώνονταν με διαδοχικές συμβάσεις επίσης "ορισμένου χρόνου" χαρακτηριζόμενες, μέχρι τις 17-4-2005 της πρώτης και μέχρι 9-6-2006 του δεύτερου.

Με τις από 9-2-2005 ... και από 1-2-2006 ... αγωγές τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι με τον εναγόμενο τους συνέδεε, από της αρχικής προσλήψεώς τους, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και μετά τη λήξη της τελευταίας συμβάσεως "ορισμένου χρόνου" ...

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν, αντίστοιχα οι υπ' αριθμ. 1234/2006 και 1055/2006 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι αγωγές αυτές, αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχή της προσλήψεώς τους και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και μετά τη λήξη της τελευταίας συμβάσεώς τους.

Οι αποφάσεις αυτές έγιναν τελεσίδικες, καθόσον από της επιδόσεως αυτών στον εναγόμενο στις 31-7-2006 και στις 11-7-2006, αντίστοιχα, δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο κατ' αυτών, όπως προκύπτει από τα οικεία Πιστοποιητικά του γραμματέα του αρμόδιου Πρωτοδικείου πράγμα άλλωστε που δέχεται και ο εναγόμενος. Κρίθηκε δηλαδή με δύναμη δεδικασμένου με τις ως άνω αποφάσεις ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ήταν εξαρτημένης εργασίας αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου ...

ενώ ο εναγόμενος ... σε συμμόρφωση με τις ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις ... κατέταξε τους ενάγοντες με τις υπ' αριθμ. 190/2005 και 192/2006 αποφάσεις του Δημάρχου, που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ. τρίτο αρ. φύλλου 289/14-9-2006 και 283/14-9-2006 αντίστοιχα), σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ειδικότητας ΔΕ Διοικητικού την πρώτη ενάγουσα και ΔΕ Οδηγών τον δεύτερο, έκτοτε δε αυτοί συνέχισαν να απασχολούνται προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο, ο οποίος αποδέχονταν αυτές χωρίς, όμως, να τους καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές τους, για το χρονικό διάστημα από 20-9-2006 μέχρι 30-11-2007 στην πρώτη και από 1-10-2006 μέχρι 30-11-2007 στο δεύτερο ενάγοντα.

Για το επίδικο αυτό διάστημα οι ενάγοντες έπρεπε να λάβουν, με βάση την ως άνω σύμβαση εργασίας τους: α) η πρώτη ενάγουσα ... το ποσό των 19.776 ευρώ και δεύτερος ... το ποσό των 19.395 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο κατέληξε ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε τα ίδια, ως προς το είδος και το χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας και το ύψος των οφειλομένων στους ενάγοντες ποσών, δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, καθώς και ότι η άρνηση του αρμοδίου Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/19-2-2008 πράξη του Ι τμήματος αυτού, να θεωρήσει, ως αρμοδία κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος και να εγκρίνει την πληρωμή των χρηματικών ενταλμάτων για τη μισθοδοσία των εναγόντων ουδόλως επηρεάζει το δεδικασμένο που παράγεται από τις ως άνω αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις όσον αφορά την κρίση για το χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ως αορίστου χρόνου, αλλά ούτε και την κρίση του ...

δικαστηρίου για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις αυτές, καθόσον η άρνηση του Επιτρόπου και η επικύρωσή της με την ως άνω πράξη, εντάσσονται στα πλαίσια των διοικητικών τους αρμοδιοτήτων και όχι των δικαιοδοτικών, ενώ και το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την 3η Γενική Συνέλευση της Ολομελείας του, δέχθηκε ότι, κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ ...

σε περίπτωση συνδρομής δεδικασμένου, οπότε έχει προηγηθεί αυθεντική διάγνωση για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης, στην οποία στηρίζεται η εντελλόμενη δαπάνη, δεσμεύεται απόλυτα από την κρίση αυτή". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του Νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο αναφορικά με το παρεμπίπτον ζήτημα της ύπαρξης και νομιμότητας της προηγούμενης αναγκαίας διοικητικής διαδικασίας, για το οποίο δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την παρεμπίπτουσα εξέτασή του, ως προδικαστικού ζητήματος, από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, καθόσον η αυτοτελής διάγνωσή του υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.ΠολΔ. Και τούτο διότι, ο αναιρεσείων Δήμος δεν επικαλείται, παραδεκτή και νόμιμη προβολή τέτοιου ισχυρισμού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και παραδεκτή επανυποβολή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, ούτε τέλος επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αφορά τυχόν η εν λόγω αιτίαση, τις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 εδαφ.

α - γ Κ.Πολ.Δ. εξαιρετικές περιπτώσεις. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ομοίως, ότι ο αναιρεσείων, ως εναγομένος, διατύπωσε τέτοιο ισχυρισμό με καταχώρισή του στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ως εκ της εφαρμοζόμενης ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών και ανάπτυξη στις έγγραφες προτάσεις του, ούτε επαναφορά του με λόγο έφεσης, παρεκτός του ότι, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές δεν υπέπεσε στη ρηθείσα πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ.

Και τούτο διότι, μετά την τελεσιδικία των άνω 1234/2006 και 1055/2006 αποφάσεων και το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτές, ως προς τον χαρακτήρα των διαδοχικών συμβάσεων που συνέδεαν τους ενάγοντες με τον εναγόμενο Δήμο, ως μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν επιτρεπόταν να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που είχε ήδη κριθεί μ' αυτές και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, ενώ δεν επηρεάζεται το δεδικασμένο που απορρέει από τις εν λόγω τελεσίδικες αποφάσεις, από την ορθότητα ή όχι αυτών, αναφορικά με την τήρηση της αναγκαίας διοικητικής διαδικασίας, το οποίο, ως προδικαστικό ζήτημα, που αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του κριθέντος κύριου ζητήματος, (του χαρακτήρα δηλαδή των συμβάσεων που συνέδεαν τα διάδικα μέρη), ερευνήθηκε παραδεκτά από το δικαστήριο ουσίας, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρχε περί αυτού απόφαση Διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο.

Συνακόλουθα, το δεδικασμένο που απορρέει από τις άνω τελεσίδικες αποφάσεις, καλύπτει, κατ' άρθρο 331 ΚΠολΔ και το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αίτησης (εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ.) είναι κατά το μέρος αυτό, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "Από το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. 1234/2006 και 1055/2006 αποφάσεων, δεν προκύπτει ότι εξετάσθηκε με πληρότητα η προηγουμένως αναγκαία διοικητική διαδικασία ... ούτε η πληρότητα της διερεύνησης της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 2190/1994 και του άρθρ. 11 του Π.Δ. 164/2004, που αφορούν το σκέλος της διοικητικής αυτής διαδικασίας", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι, δεν προσκομίζονται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, οι ρηθείσες αποφάσεις, από τις οποίες απορρέει το δεδικασμένο, ώστε από την επισκόπηση αυτών, να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό τους, η σχετική παραδοχή του Εφετείου, αφού στην προκειμένη περίπτωση, η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί των άνω διαδικαστικών εγγράφων.

Αβάσιμος, κατόπιν αυτών, είναι ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι: "Όπως αναπτύσσεται στο πρώτο λόγο, η παρεμπίπτουσα κρίση του πολιτικού δικαστηρίου για την ύπαρξη του κύρους και τη νομιμότητα των πράξεων αυτών δεν παράγει δεδικασμένο, κατά συνέπεια όφειλε η προσβαλλόμενη να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη και νομιμότητα της αναγκαίας προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας, προκειμένου να τελειωθεί η σύμβαση" και κατά τούτο ότι εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 2190/1994 και του άρθρ. 11 του ΠΔ 164/2004.

Και τούτο διότι, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις, καθόσον, έκανε δεκτό ότι, από τις 1234/2006 και 1055/2006 τελεσίδικες αποφάσεις, απέρρεε δεδικασμένο, καθόσον αφορά τον χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταλάμβανε τόσο τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή τις τυπικής φύσεως προϋποθέσεις που ανάγονται στην τηρητέα διαδικασία προς διαπίστωση της υπάρξεως του δικαιώματος, όσο και τις αναγόμενες στο βάσιμο της αγωγής ουσιαστικής φύσεως προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ύπαρξη και το περιεχόμενο του ουσιαστικού δικαιώματος - κρίση αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως - που καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο, όπως εκτέθηκε ανωτέρω.

Με το τρίτο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "δεν εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 11 του π.δ 164/2004 ...", ως προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της αγωγής της και έτσι στερείται νόμιμης βάσης. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως πρωτίστως, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, διότι ως προς το ζήτημα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι παρήχθη δεδικασμένο από τις ρηθείσες τελεσίδικες αποφάσεις. Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 του ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-4-2012 αίτηση του ΝΠΔΔ "Δήμος Φιλοθέης - Ψυχικού" για αναίρεση της 6403/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ