1345/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1345/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.
Full text
Απόφαση 1345 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1345/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείoυσας: εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ. Σ. ΕΕ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία εμφανίστηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Α. Σ. και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπουρνέλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζημιών" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση, ο οποίος ανεκάλεσε την από 9-3-20120 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1512/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 557/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου εως πέμπτου από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγων του αναιρετηρίου και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η εδώ αναιρεσείουσα με την από 26-4-2007 αγωγή της, επικαλούμενη ότι μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης καταρτίσθηκε σύμβαση ασφάλισης ζημιών (κλοπής εμπορευμάτων) και ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ασφάλισμα από 656.041 ευρώ. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 145.854,74 ευρώ με την υπ' αριθ. 1512/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατ' αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, ενώ δέχθηκε την έφεση της εναγόμενης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004, Α.Π 329/2006, Α.Π 1676/2002).
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα ετερόρρυθμη εμπορική εταιρεία αγόρασε στις 16-7-1994 και 20-7-1994 από την Ιταλία και συγκεκριμένα από τις επιχειρήσεις "ROSSI STOCK DI ROSSI VITORIO" και "MODA DUE S.A.S.", αντίστοιχα, ποσότητες 109.962 και 4.020 (συνολικά 113.982) τεμαχίων διαφόρων ειδών ρουχισμού, αντί συνολικού τιμήματος 44.716.284 δραχμών, τα οποία (ενδύματα) και εισήγαγε στην Ελλάδα για να τα διαθέσει στην Ελληνική αγορά.
Στη συνέχεια η ενάγουσα πώλησε στην Α. Ψ. ποσότητα 87.322 τεμαχίων από τα ως άνω ενδύματα με το σύστημα της παρακαταθήκης, για το χρονικό διάστημα ενός έτους, ενώ με το ίδιο συμφωνητικό η αγοράστρια ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί, με δικές της δαπάνες και μέριμνα, στην ασφάλιση κατά παντός κινδύνου, συγκεκριμένα δε και κατά του κινδύνου διαρρήξεως και κλοπής γενικώς του ως άνω εμπορεύματος, σε αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρεία, επ' ονόματι και προς όφελος της πωλήτριας ενάγουσας και για όλο το χρονικό διάστημα της παρακαταθήκης, παραδίδοντας παράλληλα σ' αυτήν το σχετικό ασφαλιστήριο.
Συμφωνήθηκε επίσης ότι, σε περίπτωση που η αγοράστρια δεν συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή της αυτή, θα μπορεί η ενάγουσα να προβεί στην ασφάλιση των ενδυμάτων με δαπάνες της αγοράστριας. Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, η ενάγουσα παρέδωσε στην αγοράστρια τη συμφωνηθείσα ποσότητα ενδυμάτων, σε αποθήκη στην περιοχή ....
Η αγοράστρια πράγματι, σε εκτέλεση της συμβατικής της υποχρέωσης, απευθύνθηκε προς την "Εθνική Ασφαλιστική" και η τελευταία αρχικά απεδέχθη από την παραπάνω ημερομηνία την ασφάλιση των εμπορευμάτων. Στη συνέχεια όμως και μετά από επανεξέταση του αντικειμένου της ασφάλισης από υπαλλήλους της στις 13-12-1995, ο κίνδυνος κρίθηκε μη ασφαλίσιμος και έτσι η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία στις 15-12- 1995 δήλωσε εγγράφως τόσο στην ενάγουσα, όσο και στην Α.
Ψ. ότι δεν αποδέχεται γενικά την κάλυψη τόσο του περιεχομένου όσο και του κτιρίου, λόγω γενικότερων προβλημάτων όπως φύση κινδύνου, περιοχή κλπ. Κατόπιν αυτού και προκειμένου να μη μείνει ανασφάλιστο το εμπόρευμα, κάνοντας χρήση του σχετικού ως άνω όρου του συμφωνητικού αγοραπωλησίας, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Α.
Σ. προέβη ο ίδιος, μέσω του ασφαλιστικού πρακτορείου "Δ. Π. και Σια ΟΕ" στην ασφάλιση του εν λόγω εμπορεύματος, στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "IMPERIO BONANCA COMPANHIA DE SEGUROS S.A.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη, κατόπιν της από 27-10-2000 σύμβασης μεταβιβάσεως του χαρτοφυλακίου και του από 7-6-2001 πρωτοκόλλου παραλαβής - παράδοσης χαρτοφυλακίου.
Εξεδόθη λοιπόν το με αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 21-12-1995 έως 21-6-1996, το οποίο περιελάμβανε κάλυψη κινδύνου από τρομοκρατικές ενέργειες, εκρήξεις, πλημμύρα, επέκταση πυρκαγιάς, συμπληρωματικούς κινδύνους, καθώς και κίνδυνο κλοπής, αντί του ασφαλιστικού ποσού των 225.000.000 δραχμών.
Στην περιγραφή του κινδύνου στο παραπάνω ασφαλιστήριο αναγράφεται ρητώς ότι πρόκειται για ασφάλιση " επί εμπορευμάτων αποθήκης, εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων ιδιοκτησίας της "Σ. ΕΕ" και ευρισκόμενων εν παρακαταθήκη εντός ισογείου οικοδομής, κατασκευής εκ μπετόν αρμέ, ταρατσοσκεπούς, χρησιμευούσης αποκλειστικώς δια τα ασφαλιζόμενα, κειμένη εις περιοχή ..., ελευθέρας πανταχόθεν", σύμφωνα με ειδικό όρο αυτού "η αποθήκη έχει σύστημα συναγερμού, το οποίο οφείλει να θέτει σε λειτουργία η ασφαλιζομένη επί ποινή ακυρώσεως της καλύψεως κατά κινδύνου κλοπής, κατά τας ώρας μη λειτουργίας της".
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 31-12-1995 και έως την ώρα 14.00' της 8-1-1996 διερρήχθη η αποθήκη φύλαξης των εμπορευμάτων και εκλάπη το ευρισκόμενο σ' αυτήν εμπόρευμα. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το δελτίο συμβάντων της 10-1-1996 του Α.Τ. Ασπροπύργου, η δήλωση της κλοπής έγινε στις 8-1-1996 και ώρα 15.15' από την Α.
Ψ., η οποία και ανέφερε ότι εκλάπησαν από την αποθήκη συνολικά 83.784 τεμάχια, καθώς πρόεκυψε ότι από το σύνολο των 87.322 τεμαχίων της σύμβασης πώλησης δια παρακαταθήκης, 106 ενδύματα είχαν πωληθεί ή δη από την Α. Ψ. και 1.000 τεμάχια καλτσών που δεν εκλάπησαν επεστράφησαν απ' αυτήν στην ενάγουσα ενώ δεν πρόεκυψε η τύχη των υπολοίπων.
Σχετικά με το συμβάν αυτό η Α. Ψ. ανέφερε ότι η κλοπή έγινε από άγνωστους δράστες, οι οποίοι παρεβίασαν την πόρτα αχρηστεύοντας τον ομφαλό της κλειδαριάς και αφού εισήλθαν στην αποθήκη απασφάλισαν το συναγερμό και φόρτωσαν το εμπόρευμα σε φορτηγό αυτοκίνητο. Κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε από όργανα του Α.Τ.
Ασπροπύργου διαπιστώθηκε ότι ο ομφαλός της κλειδαριάς της πόρτας είχε καταστραφεί και στο εσωτερικό του υπήρχε μεταλλικό αντικείμενο που εμπόδιζε την είσοδο κλειδιού, τα καλώδια του συναγερμού ήταν κομμένα, ενώ κοντά στην είσοδο υπήρχαν ίχνη από ρόδες φορτηγού αυτοκινήτου. Για την κλοπή διενεργήθηκε προανάκριση από το ως άνω Αστυνομικό Τμήμα, ενώ...
ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Α. Σ. και της Α. Ψ. για απάτη περί τις ασφάλειες (άρθρο 388 ΠΚ) κατά συναυτουργία. Συγκεκριμένα κατηγορηθήκαν ότι, προκειμένου να εισπράξουν το ασφάλισμα από την ασφάλιση των ενδυμάτων, τα απομάκρυναν από την αποθήκη όπου φυλάσσονταν με τη χρήση φορτηγών οχημάτων και τα μετέφεραν σε άγνωστη διεύθυνση, ενώ ανήγγειλαν στην ασφαλιστική εταιρεία ότι αυτά είχαν κλαπεί.
Σε πρώτο βαθμό οι παραπάνω κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δύο ετών ο καθένας, με την 15178/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ, κατόπιν εφέσεως αυτών, εκδόθηκε η 6379/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώα της παραπάνω πράξης η Α.
Ψ., ο δε νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Α.. Σ. καταδικάστηκε για απάτη περί τις ασφάλειες σε φυλάκιση δύο ετών, ανασταλείσα επί τριετία. Ο τελευταίος άσκησε αίτηση αναιρέσεως και εξεδόθη η 1568/21-7 -2004 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αφενός αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου για το λόγο ότι έλαβε υπόψη απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, αφετέρου έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά του Α..
Σ. ποινική δίωξη για απάτη περί τις ασφάλειες λόγου του ότι από του χρόνου τελέσεως του αδικήματος αυτού ( το διήμερο μεταξύ 31-12-1995 και 1-1-1996) μέχρι και της εκδικάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (18-5-2004), είχε πλέον παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας... Περαιτέρω χρήζει ερμηνείας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η συμφωνία των διαδίκων στον όρο 31 παρ.1 και 4 του ασφαλιστηρίου ότι "συνομολογείται ότι το δικαίωμα του ασφαλιζομένου προς απόληψιν αποζημιώσεως δυνάμει της παρούσας ασφαλιστικής συμβάσεως δεν γεννάται προ της τελεσιδίκου απαλλαγής του από της τυχόν εισαχθείσης κατ' αυτού ποινικής δίκης ήτις έχει σχέσιν με το ατύχημα εξ ου υφίσταται η απαίτησις", ως παρουσιάζουσα κενά και αμφίβολα σημεία, δεδομένου ότι δεν μνημονεύεται ρητά στον προαναφερθέντα όρο αν ως τελεσίδικη απαλλαγή του ασφαλιζομένου από την εναντίον του ποινική δίκη νοείται και η οριστική παύση, της εναντίον του ποινικής δίωξης που σχετίζεται με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.
Η αληθινή έννοια αυτής της συμφωνίας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι ότι, κατά την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δεν θα αποζημιώνει την ασφαλιζομένη ενάγουσα στην περίπτωση που δεν θα υπάρχει αθωωτική κατ' ουσίαν απόφαση για το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής από τυχόν σε βάρος του κατηγορία ότι προκάλεσε ο ίδιος την επέλευση του ασφαλιστέου κινδύνου, για τον οποίο ζητείται η αποζημίωση.
Η απόφαση που παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής δεν είναι αθωωτική απόφαση, ούτε μπορεί να εξομοιωθεί μ' αυτήν, αφού οι αντίστοιχες αποφάσεις έχουν σαφώς διαφορετικό έννομο αποτέλεσμα, καθόσον η παραγραφή συνιστά λόγο αίροντα το αξιόποινο της πράξης και αποσβαίνει το δικαίωμα της πολιτείας να τιμωρήσει την αξιόποινη πράξη, χωρίς να εξαφανίζει την ύπαρξη του εγκλήματος, όπως συμβαίνει αντιθέτως στην περίπτωση εκδόσεως αθωωτικής κατ' ουσίαν αποφάσεως.
Η ερμηνεία αυτή της ως άνω συμφωνίας των διαδίκων συμβαδίζει και με τα διδάγματα της κοινής λογικής, καθώς η συμφωνία αυτή απέβλεπε στην προστασία των συμφερόντων της ασφαλιστικής εταιρείας από μια μεθοδευμένη επέλευση του ασφαλιστέου κινδύνου, προστασία που δεν επέρχεται με την εξομοίωση και ταύτιση στην έννοια της τελεσίδικης απαλλαγής, της ουσιαστικής αθώωσης (στην οποία και μόνη απέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι) και της παύσης της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής.
Εφόσον λοιπόν δεν υπήρξε τελεσίδικη απαλλαγή του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας για την πράξη της απάτης περί τις ασφάλειες, με την έννοια της ουσιαστικής αθώωσης αυτού, κατά τα προαναφερθέντα, δεν γεννήθηκε η αξίωση αυτής για λήψη της ασφαλιστικής αποζημίωσης και για το λόγο αυτό η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεκτού γενομένου του σχετικού δευτέρου λόγου της εφέσεως της εναγομένης".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι η περιεχόμενη στον με αριθ. 31 παρ. 1 και 4 όρο της σύμβασης ασφάλισης δήλωση των συμβαλλομένων ότι "συνομολογείται ότι το δικαίωμα του ασφαλιζομένου προς απόληψιν αποζημιώσεως δυνάμει της παρούσας ασφαλιστικής συμβάσεως δεν γεννάται προ της τελεσιδίκου απαλλαγής του από της τυχόν εισαχθείσης κατ' αυτού ποινικής δίκης ήτις έχει σχέσιν με το ατύχημα εξ ου υφίσταται η απαίτησις ", ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενόψει και της θεσπίσεώς της προς το συμφέρον της ασφαλιστικής εταιρίας, έχει την έννοια ότι ο ασφαλισμένος κατά του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για απάτη περί τις ασφάλειες δικαιούται αποζημίωσης μόνο αν κηρυχθεί αμετάκλητα αθώος της πράξεως για την οποία κατηγορήθηκε, ενώ δεν έχει τέτοια αξίωση αν η ποινική δίκη περατωθεί με άλλον τρόπο και συγκεκριμένα με οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ, καθόσον με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στην απόφαση, η δοθείσα ερμηνεία δεν εναρμονίζεται με την καλή πίστη και οδηγεί σε άτοπα αποτελέσματα.
Τούτο δε, διότι σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή επί ασκήσεως κατά του ασφαλισμένου ποινικής δίωξης για απάτη περί τις ασφάλειες, αποκλείεται δικαίωμα αποζημίωσής του και στην περίπτωση ακόμα που από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του δεν είναι δυνατό να εκδοθεί απόφαση του δικαστηρίου επί της ουσίας της κατηγορίας και συνεπώς τελεσίδικη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση, όπως συμβαίνει και όταν έχει παραγραφεί η πράξη για την οποία κατηγορήθηκε ο ασφαλισμένος και το δικαστήριο παύει οριστικά την ποινική δίωξη.
Η ερμηνεία που δέχθηκε το Εφετείο δεν μπορεί κατά λογική αναγκαιότητα να ανταποκρίνεται στην αληθινή βούληση της ασφαλισμένης, αφού ισοδυναμεί με παραίτηση από κάθε αξίωσή της σε περίπτωση ματαιώσεως της ποινικής διαδικασίας, πράγμα που θα οδηγούσε σε εκ των προτέρων δέσμευση αυτής να μην επιδιώξει έννομη (δικαστική) προστασία των συμφερόντων της.
Περαιτέρω, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι μόνο με τη δοθείσα ερμηνεία προστατεύονται τα συμφέροντα της ασφαλίστριας εταιρίας, δεν εξηγεί γιατί η τελευταία δεν προστατεύεται εξίσου αποτελεσματικά με τη δικονομική δυνατότητά της να αποδείξει, με όλα τα επιτρεπόμενα στην αστική δίκη αποδεικτικά μέσα, στα οποία βεβαίως περιλαμβάνονται και όλα τα στοιχεία της ποινικής δικογραφίας, τα θεμελιούντα την ποινική κατηγορία περιστατικά, τα οποία επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της και τα οποία θεμελιώνουν και την από το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997 καταλυτική της αγωγής ένστασή της ότι απαλλάσσεται της υποχρέωσής της για καταβολή του ασφαλίσματος, επειδή η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης, με τον οποίο εξομοιώνεται και η από πρόθεση ψευδής δήλωση περί κλοπής των ασφαλισμένων πραγμάτων (Α.Π. 915/2007), όπως διελάμβανε η ποινική κατηγορία.
Επομένως, οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι και πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρα 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 557/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ